Λεπτές και δύσκολες ισορροπίες

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 14/12/2019

Ας αρχίσουμε παραθέτοντας ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός: η άνοδος της Ακροδεξιάς ανά τον κόσμο συνεχίζεται και επιταχύνεται. Δεν πρόκειται για συμπτώσεις ή συγκυριακά φαινόμενα, αλλά για κρίση βαθιά. Θα ήταν εγκληματικό να την αγνοήσουμε. Κάτι πρέπει να κάνουμε.

Και το τι είναι αυτό το κάτι όλοι το γνωρίζουμε: το ευρύτερο δυνατό μέτωπο των πολιτικών δυνάμεων που ναι μεν διαφωνούν για πολλά, αλλά πιστεύουν στην κοινοβουλευτική δημοκρατία και στις θεμελιώδεις αξίες μιας ανοιχτής κοινωνίας, όπως τη ζήσαμε στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες μετά τον πόλεμο.

Στην Ελλάδα, όπως έχω ξαναπεί, σταθήκαμε τυχεροί, επειδή για πολλούς και διάφορους ιστορικούς λόγους ένα από τα ισχυρότερα όπλα του λαϊκισμού ασχέτως χρώματος –εννοώ τον ισχυρισμό ότι λύσεις υπάρχουν αρκεί να φανούμε επαρκώς μαχητικοί– το οικειοποιήθηκε και το αχρήστευσε η Αριστερά («θα σκίσουμε τα μνημόνια και θα ’ναι μέρα μεσημέρι»), άρα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ξανά.

Κάπου εδώ όμως τελειώνει και η τύχη μας. Διότι στην κόντρα του ΣΥΡΙΖΑ με την κυβέρνηση, το μήνυμα από την Κουμουνδούρου διακηρύσσει πως όσοι βρίσκονται απέναντί μας είναι ακροδεξιοί. Ενα μικρό, αλλά χαρακτηριστικό παράδειγμα: όταν η Νέα Δημοκρατία απέσυρε την ομολογουμένως εξωφρενική διάταξη περί βλασφημίας, η απογοήτευση των αριστερών ψαλτών έβγαζε μάτι. Θα ήθελαν, θα ήθελαν πάρα πολύ να επιμείνει η κυβέρνηση για να τους καταγγείλουν ως ακροδεξιούς.

Στο σημείο αυτό ανακύπτει ένα πρόβλημα: ακροδεξιοί υπάρχουν και δεν αναφέρομαι μόνο στους πάσης φύσεως ελληναράδες ή τους μακεδονομάχους που σήκωσαν ξανά κεφάλι με τις ευλογίες του Κυριάκου Μητσοτάκη και του ΣΚΑΪ για λόγους μικροκομματικά κοντόφθαλμους.

Νομίζω πως δεν θα πέφταμε έξω αν υποθέταμε ότι οι περισσότεροι ακροδεξιοί ψήφισαν τη Νέα Δημοκρατία και επιπλέον ότι στις τάξεις των στελεχών της, ακόμα και των βουλευτών και υπουργών, θα βρούμε μερικούς επιρρεπείς, εκκολαπτόμενους ή καθαρόαιμους ακροδεξιούς. Είναι όμως αναληθές και πολιτικά δυνάμει καταστροφικό να κατατάξουμε τη Νέα Δημοκρατία στα ακροδεξιά κόμματα.

Οπως δεν είναι ακροδεξιοί όσοι θέλουν –και είναι σαφέστατα η πλειονότητα– να μπει τέλος στην κοροϊδία με το πανεπιστημιακό άσυλο λ.χ., ή στον αριστερό τραμπουκισμό που εδράζεται στην πεποίθηση ότι η βία της Αριστεράς είναι δίκαιη και ιαματική.

Παραδέχομαι ότι πρόκειται για μια εξαιρετικά δύσκολη -για να μην πω αδύνατη- ισορροπία ανάμεσα στη θεμιτή επιθυμία του ΣΥΡΙΖΑ να αντιπολιτεύεται την κυβέρνηση και στον στρατηγικό στόχο μιας ευρείας συμμαχίας, όπως επιτάσσουν οι περιστάσεις, με την Ακροδεξιά να έχει πάρει τα πάνω της. Και δεν θα εκπλαγώ αν το πράγμα γείρει λίγο προς τη μια ή την άλλη πλευρά. Δεν θα πρέπει όμως να είμαστε υπερβολικά αυστηροί. Αρκεί να το θελήσουν ειλικρινά.

Και για να το θελήσουν ειλικρινά θα πρέπει πρώτα να συνειδητοποιήσουν ότι ο στόχος της κριτικής δεν είναι μόνο οι άλλοι και ότι οι αριστεροί δεν οφείλουν να διαλέξουν ανάμεσα στη μαχητικότητα και την αυτογνωσία.

Mια από τις στρεβλώσεις που θα έμπαιναν στο μικροσκόπιο της αυτογνωσίας είναι η τάση των «πολύ αριστερών» να ανακαλύπτουν μειοδοσίες, ιδεολογικές παρεκκλίσεις ή ακόμα και προδοσίες όταν κάποιοι δεν συμμερίζονται τον εμμονικό αριστερισμό τους. Είναι νωπή η μνήμη από τις μέρες που περιέλουζαν με ύβρεις εκείνους που τους έλεγαν πράγματα, τα οποία στη συνέχεια ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας τα παραδέχτηκε και μίλησε για τις «αυταπάτες» της αρχικής του θέσης.

Αυτό είναι το πρόβλημα σήμερα με τον ΣΥΡΙΖΑ. Αφενός θέλει να γίνει μια ευρύχωρη «προοδευτική» συμμαχία και αφετέρου όχι μόνο βλέπει, αλλά ηδονίζεται όταν βλέπει παντού ακροδεξιούς (εκτός από εκείνους με τους οποίους συγκυβέρνησε επί τέσσερα χρόνια). Αντί να φέρεται ως κόμμα εξουσίας, αντιγράφει τα παρανοϊκά γκρουπούσκουλα, όπου σημασία δεν έχει τι κάνεις – ούτως ή άλλως δεν μπορούν να κάνουν και πολλά πράγματα· σημασία έχει πόσους θα στιγματίσεις επειδή ξεστράτισαν από τον δρόμο που οδηγεί στην απόλυτη αριστερή αλήθεια.

Φυσικά υπάρχει και μια άλλη εξήγηση, την οποία βρίσκω αρκετά πιθανή επειδή η συνταγή πέτυχε στο παρελθόν και μερικοί πιστεύουν πως θα πετύχει ξανά και στο μέλλον: ταυτίζοντας την Κεντροδεξιά με την Ακροδεξιά, ο ΣΥΡΙΖΑ ίσως ελπίζει να δημιουργήσει ένα πλατύ αντιδεξιό κίνημα που φυσικά δεν θα ονομάζεται ΠΑΣΟΚ, αλλά θα κάνει τα πάντα για να μας το θυμίζει. Πώς κάποτε λέγαμε Λιόπεσι και σήμερα λέμε Παιανία;

Οι καιροί όμως έχουν αλλάξει. Τότε ο αέρας φυσούσε προς τα αριστερά. Σήμερα φυσάει αντίθετα. Μήπως λοιπόν θα ήταν κολοσσιαίο σφάλμα του ΣΥΡΙΖΑ να δωρίσει τους κεντροδεξιούς στην Ακρα Δεξιά, είτε για να αποκτήσει έναν αντιπολιτευτικό λόγο α λα ΠΑΣΟΚ, είτε για να ικανοποιήσει τους σκληρούς στις τάξεις του που θεωρούν οποιαδήποτε παρέκκλιση από τη γραμμή τους ξεπούλημα ή προδοσία;

ΥΓ. Διάβασα την ανάλυση του Σ. Βαλντέν για τα ελληνοτουρκικά την περασμένη Δευτέρα και σκέφτηκα: ελπίδα για το τι μπορεί να γίνει μια μέρα ο ΣΥΡΙΖΑ ή φωνή βοώντος εν τη ερήμω;

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι