Εγκώμιο της πολιτικής ορθότητας

Γιάννης Μπαλαμπανίδης, Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 18/09/2020

Στο βιβλίο του Τζόναθαν Κόου «Μέση Αγγλία» (Πόλις, 2019), μια ανατομία της ανάδυσης της βαθιάς βρετανικότητας που οδήγησε τελικά στο Brexit, η μεσήλικη Ελένα λέει κάπου: «Ζούμε κάτω από την τυραννία μιας ιδέας που το όνομά της είναι πολιτική ορθότητα. [Στην Κίνα] έχετε απροκάλυπτη λογοκρισία, η δική μας είναι συγκαλυμμένη. Ολα συμβαίνουν κάτω από ένα προσωπείο ελευθερίας του λόγου, ώστε οι τύραννοι να μπορούν να ισχυριστούν ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Ομως δεν έχουμε ούτε ελευθερία του λόγου ούτε και ελευθερία οποιουδήποτε άλλου πράγματος. Οι άνθρωποι που άλλοτε κρατούσαν μια σπουδαία βρετανική παράδοση ζωντανή πηγαίνοντας με τα κυνηγόσκυλά τους να κυνηγήσουν αλεπούδες, δεν είναι πλέον ελεύθεροι να το κάνουν...».

Πόσο τυραννική ιδέα είναι, αλήθεια, η πολιτική ορθότητα; Η λαμπρή καριέρα του όρου ξεκίνησε το 1990, όταν ο συντηρητικός συγγραφέας Ρίτσαρντ Μπερνστάιν τον χρησιμοποίησε για να κατακρίνει τις προσπάθειες της (πανεπιστημιακής) Αριστεράς των ΗΠΑ να προωθήσει την πολυπολιτισμικότητα, να αντιταχθεί στη ρητορική μίσους και να αμφισβητήσει την κυρίαρχη κουλτούρα των προνομιούχων λευκών χριστιανών ανδρών.

Οι πολέμιοί της ισχυρίζονται ότι αποτελεί μια δυναστική κληρονομιά του 1968, της φιλελεύθερης κουλτούρας των χίπηδων, που συνδύαζε έναν «εφηβικό» ανέμελο ψυχισμό με την αποθέωση των ατομικών δικαιωμάτων. Κάπως έτσι, ισχυρίζονται, ο ρωμαλέος «δυτικός πολιτισμός» διαβρώθηκε εκ των έσω, έχασε την πίστη σε εγκαθιδρυμένες ιεραρχίες, εκθηλύνθηκε. Σημάδι της παρακμής είναι η πολιτική ορθότητα, ένας οργουελικός λογοθετικός μηχανισμός που γίνεται όπλο στη φαρέτρα ομάδων που αυτοθυματοποιούνται ή των υπερ-φιλελεύθερων ελίτ για να μη θίγεται η εξατομικευμένη μεσοστρωματική μακαριότητα, να διασφαλίζεται μια ζωή χωρίς άβολες καταστάσεις. Ακόμα και πιο φιλελεύθερες απόψεις υποδεικνύουν τον κίνδυνο ενός νέου κομφορμισμού, την αστυνόμευση της ελεύθερης έκφρασης «μη αποδεκτών» ιδεών, που ωστόσο είναι ζωτικές για να προχωρά ο δημόσιος διάλογος.

Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια εκδοχή του αιώνιου ερωτήματος πώς χαράζονται τα όρια ανάμεσα στο τι μπορεί να λεχθεί στον δημόσιο χώρο και τι όχι. Από τη σκοπιά του φιλελευθερισμού, μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι ο πληθωρισμός του δημόσιου λόγου, ακόμη και όταν όχι σπάνια παρεκτρέπεται, δεν μπορεί να ελέγχεται δικαστικά – ποιος νομοθέτης ή δικαστής δικαιούται να θέσει αυθαίρετα όρια στην ελευθερία του λόγου; Αυτό σημαίνει όμως ότι η ελευθερία του λόγου δεν έχει κανένα όριο; Ασφαλώς όχι.

Η αρετή της πολιτικής ορθότητας είναι ακριβώς ότι αποτελεί έναν «άτυπο» μηχανισμό όχι κυρώσεων ή λογοκρισίας αλλά δημοκρατικού αυτοπεριορισμού, χάρις στον οποίο η δημόσια σφαίρα μπορεί να πλαισιωθεί από μια παιδαγωγική της ελευθερίας έκφρασης. Δεν είναι «αστυνομική» πρακτική, αλλά η αποτύπωση ορίων που τίθενται συλλογικά, δηλαδή μέσα από συγκρούσεις στον δημοκρατικό δημόσιο χώρο, στο τι μπορεί να λέει κανείς χωρίς να προσβάλλει τον πυρήνα των δικαιωμάτων των άλλων, ιδίως των πιο ευάλωτων και αδύναμων – αυτό που ο Νεοζηλανδός θεατρολόγος Chris Balme έχει εύστοχα ονομάσει «κατώφλια ανεκτικότητας» (thresholds of tolerance).

Δεν πρόκειται πάντως για θεωρητική αντιπαράθεση, αλλά για έναν «πολιτισμικό πόλεμο» για τις αξιακές επιλογές μιας κοινωνίας. Δεν είναι τυχαίο ότι το 2015 ο Ντόναλντ Τραμπ έκανε τον αγώνα εναντίον της πολιτικής ορθότητας κεντρικό θέμα της προεκλογικής του εκστρατείας. Ηταν το σημείο συνάντησης της νεοσυντηρητικής αντεπίθεσης ενάντια στην ηγεμονία των ιδεών του 1968 με ένα αντισυστημικό πολιτικό στιλ που χρεώνει την παρακμή των ΗΠΑ στις προοδευτικές ελίτ. Δεν αντέχουμε πια την καταδυνάστευση της πολιτικής ορθότητας, μοιάζει να λένε οι οπαδοί του, ακυρώνει την ελεύθερη έκφραση της βαθιάς μας αμερικανικότητας· θέλουμε να μπορούμε χωρίς ενοχές να λέμε «αράπηδες» και «νέγροι» και όχι «έγχρωμοι» ή «Αφροαμερικανοί», να λέμε «αδερφές» και όχι «διεμφυλικά άτομα» κ.ο.κ.

Αν οι πολέμιοι της πολιτικής ορθότητας είναι οπαδοί του Τραμπ, λευκοί θρησκευόμενοι και μεγαλύτερης ηλικίας, οι πιο θερμοί υπέρμαχοί της είναι οι millennials και η γενιά Ζ – τα παιδιά και τα εγγόνια των «δικαιωματικών» χίπηδων του 1968. Οπως δείχνει μια πρόσφατη έρευνα του Pew Institute, τάσσονται υπέρ της εθνοτικής-φυλετικής ποικιλότητας, τείνουν να είναι αξιακά περισσότερο φιλελεύθεροι από τις προηγούμενες γενιές, να αναπτύσσουν ισχυρή οικολογική συνείδηση (κλιματική αλλαγή) και να αποδέχονται την πολιτική ορθότητα ως οριοθέτηση του δημόσιου λόγου. Ουσιαστικά, είναι οι γενιές που παίρνουν τη σκυτάλη της «σιωπηρής» αξιακής επανάστασης των boomers του ’60.

Ολα αυτά μοιάζουν μακρινά αλλά δεν είναι. Ο,τι γίνεται στη «δική μας κοντινή Αμερική» αποτυπώνει τάσεις που μας αφορούν ευθέως, καθόσον υποδεικνύουν τις μεγάλες οικουμενικές πολιτικές και πολιτισμικές διαιρέσεις των καιρών. Υπό αυτήν την έννοια, η υπόθεση της πολιτικής ορθότητας, παρά τις υπαρκτές υπερβολές της, είναι προς υπεράσπιση – τουλάχιστον για όποιον παίρνει στα σοβαρά το πώς πολιτικοποιούνται οι νεότερες γενιές.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι