Διαβάζοντας τις δημοσκοπήσεις

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 12/12/2020

Οι δημοσκοπήσεις είναι μια προσομοίωση των εκλογών. Με τη διαφορά ότι στις εκλογές το ερώτημα είναι ένα, ενώ οι δημοσκοπήσεις, εκτός από την πρόθεση ψήφου, καταγράφουν επίσης τις απόψεις των ψηφοφόρων πάνω σε διάφορα επίδικα θέματα που προσδιορίζουν τι θα ρίξουν τελικά στην κάλπη. Κι αυτό τις κάνει πολύ ενδιαφέρουσες. Αξίζει λοιπόν να διαβάσουμε προσεκτικά τη δημοσκόπηση της Prorata που δημοσιεύτηκε στην «Εφημερίδα των Συντακτών» την Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου.

Συνοπτικά, επιβεβαιώνει την κοινή διαπίστωση ότι η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας φθείρεται, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ έχει κολλήσει. Το γιατί έχει κολλήσει σηκώνει μεγάλη συζήτηση, η οποία άρχισε ήδη. Πριν πάμε όμως σ’ αυτή θα σταθώ σε δύο ευρήματα της δημοσκόπησης που μου έκαναν εντύπωση.

Πρώτο, στο ερώτημα «Κατά τη γνώμη σας πώς θα διαχειριζόταν την πανδημία μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ;», απάντησε «σίγουρα και μάλλον καλύτερα από τη Ν.Δ.» το 28%, ενώ το 52% «σίγουρα και μάλλον χειρότερα από τη Ν.Δ.». Και το δεύτερο, ότι το 20% των ερωτηθέντων δήλωσε πως το κυρίαρχο συναίσθημα που νιώθει για τη Ν.Δ. είναι η αποστροφή, ενώ εκείνοι που αποστρέφονται τον ΣΥΡΙΖΑ φτάνουν το 34%.

Σε ποια συμπεράσματα οδηγούν αυτά τα δύο ευρήματα; Για να πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά, το γνωμικό ότι πρέπει να διδασκόμαστε από τις ήττες μας μπορεί να ευσταθεί, στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ όμως ισχύει και κάτι άλλο, πολύ δυσκολότερο: να διδασκόμαστε από τις νίκες μας. Διότι το αρχικό λάθος του ΣΥΡΙΖΑ ήταν το πώς διάβασε το εκλογικό αποτέλεσμα του 2015.

Λάθος μάλλον συγγνωστό και αναπόφευκτο, γιατί ήταν η φυσιολογική αντίδραση ενός κόμματος του 3% με 4% που ξαφνικά πήρε τα κλειδιά του Μαξίμου. Ηταν επόμενο να πιστέψουν ότι το «πρώτη φορά Αριστερά» σήμαινε την αναδρομική δικαίωση της ιστορίας τους και μια βαθιά, ποιοτική τομή.

Στην πραγματικότητα ωστόσο, οι περισσότεροι από όσους συνέρρευσαν κατά μυριάδες στον ΣΥΡΙΖΑ εμπίπτουν σε δύο μεγάλες κατηγορίες: οι απελπισμένοι κεντρώοι, δεξιοί και απολιτικοί που προσπαθούσαν να επιβιώσουν χτυπημένοι από τη λιτότητα των μνημονίων και οι ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ οι οποίοι είχαν συνηθίσει να ευδοκιμούν χάρη στις «άκρες» που διέθεταν σε ένα κόμμα εξουσίας. Αυτό το μείγμα όμως δεν προέκυψε από μόνο του. Χρειαζόταν μια συγκολλητική ουσία που άκουγε στο όνομα Αλέξης Τσίπρας. Οχι ως άλλος μεγάλος τιμονιέρης, αλλά πάνω απ’ όλα ως ύφος. Νέος και άφθαρτος, θα τολμούσε να κάνει εκείνο που οι ψοφοδεείς αστοί προκάτοχοί του δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν.

Αυτό πλέον δεν ισχύει. Σήμερα oι άνθρωποι διψούν για κανονικότητα, όχι για εφόδους στον ουρανό. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ύστερα από σχεδόν πέντε χρόνια διακυβέρνησης η οποία δεν έδρεψε δάφνες και μετά τη λαίλαπα της πανδημίας, οφείλει να πείσει ότι μπορεί να χειριστεί συγκεκριμένα προβλήματα. Δηλαδή να δείξει ότι έχει τη σοβαρότητα και την αποτελεσματικότητα που απαιτούν οι περιστάσεις. Για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του Γιώργου Σταθάκη, «τις εκλογές δεν τις κερδίζει ο καταγγελτικός λόγος».

Δεν ξέρω ποιο θα είναι τελικά το πρόσωπο που θα παρουσιάσει ο ΣΥΡΙΖΑ. Αν όμως κρίνουμε από την προτροπή «να μην τους αφήσουμε σε χλωρό κλαρί», το πάθημα δεν έγινε μάθημα. Το πρόβλημα δεν είναι η κριτική σε συγκεκριμένες πράξεις ή παραλείψεις της κυβέρνησης –εδώ συχνά ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να έχει δίκιο– αλλά στο υπόρρητο μήνυμα ότι τα πράγματα είναι απλά κι ότι εμείς θα τα διορθώσουμε επειδή είμαστε αριστεροί. Τα πράγματα όμως κάθε άλλο παρά απλά είναι.

Πώς σταθμίζουμε και πώς συνδυάζουμε την προστασία της υγείας με την αναθέρμανση της οικονομίας; Πώς αποφασίζουμε σήμερα για το αύριο όταν αντιμετωπίζουμε μια απειλή που κινείται απρόβλεπτα; Πόση βαρύτητα πρέπει να αποδώσουμε σε κάθε διαμορφωτικό παράγοντα μιας πρωτόγνωρης κατάστασης; Αυτά και πολλά άλλα συναφή και εξίσου δύσκολα ερωτήματα βασανίζουν κυβερνήσεις σε ολόκληρο τον κόσμο. Για όλα τα παραπάνω δεν έχω ακούσει συγκεκριμένες προτάσεις από την Αριστερά, αλλά μια συνεχή γκρίνια: διαμαρτυρίες επειδή δεν κάνει κάτι η κυβέρνηση, κι όταν το κάνει διαμαρτυρίες επειδή το έκανε. Και ταυτόχρονα μια τάση για μικροκομματική εκμετάλλευση: ο ΣΥΡΙΖΑ φρόντισε να μην πει λέξη για όσους «χαλάρωναν» στις πλατείες και στα πάρτι κορονοϊού. Επειδή, ως γνωστόν, ο μόνος ένοχος είναι η κυβέρνηση.

Αυτό που περιμένουν οι πολλοί είναι σοβαρότητα, υπευθυνότητα και όχι μια επανέκδοση του «μαχητικού» Τσίπρα με τις εύκολες υποσχέσεις τις οποίες ο ίδιος παραδέχθηκε ότι αποδείχθηκαν αυταπάτες. Είναι ειρωνικό, αλλά ο τρόπος που αντιπολιτεύεται ο ΣΥΡΙΖΑ τη Νέα Δημοκρατία ενδέχεται να την προαγάγει σε «φυσιολογικό» κόμμα εξουσίας.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι