Ανεπαρκείς οι προτάσεις της κυβέρνησης για τις ανατιμήσεις

Δημήτρης Λιάκος, Συνέντευξη στον Μ. Χατζηκωνσταντίνου, www.naftemporiki.gr, 17/09/2021

H σύγκρουση των προτάσεων του ΣΥΡΙΖΑ με αυτές της κυβέρνησης γίνεται με καθαρό πλέον το διαφορετικό ιδεολογικό και πολιτικό πρόταγμα σημειώνει με συνέντευξή του στη «Ναυτεμπορική» ο Δημήτρης Λιάκος. Ο οικονομολόγος και πρώην υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ εστιάζει στο ζήτημα των ανατιμήσεων, σημειώνοντας πως οι κυβερνητικές προτάσεις είναι ανεπαρκείς. Παράλληλα υπογραμμίζει την ανάγκη αύξησης του κατώτατου μισθού και αναφέρεται σε ένα γενναίο πλέγμα μέτρων για την αντιμετώπιση του ενεργειακού κόστους. Στο κρίσιμο θέμα της αναθεώρησης του συμφώνου σταθερότητας ο κ. Λιάκος τονίζει την ανάγκη μεγαλύτερης ευελιξίας των νέων κανόνων ώστε η κάθε χώρα-μέλος να αντιμετωπιστεί «αναλόγως των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και αναγκών της».

H κυβέρνηση προσδοκά η χρονιά να κλείσει με ρυθμούς ανάπτυξης 5.9%. Τελικά πρόκειται για ισχυρά αντισώματα της ελληνικής οικονομίας απέναντι στην πανδημία ή για μια επίπλαστη ευημερία των αριθμών χωρίς αντίκρισμα για τους πολίτες;

Δημήτρης Λιάκος: Καταρχάς «εξαγγελία» των ρυθμών ανάπτυξης - όπως ακούστηκε στη ΔΕΘ το προηγούμενο Σαββατοκύριακο- δεν νοείται. Αναθεώρηση των προβλέψεων, λόγω βελτίωσης ή επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης, μπορεί και αρκετά συχνά συμβαίνει σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Αναλύοντας το βασικό θέμα, να υπογραμμίσω ότι η επίτευξη μεγαλύτερων ρυθμών ανάπτυξης είναι ιδιαίτερα θετικό γεγονός, που με τη σειρά του επηρεάζει ανάλογα διάφορα κρίσιμα μεγέθη όπως ο δημοσιονομικός χώρος, το έλλειμμα, το δημόσιο χρέος. Οι τεκμηριωμένες κατατεθειμένες προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ αποσκοπούν σε αυτό. Για παράδειγμα αν η πρόταση ενίσχυσης των συστημάτων υγείας και παιδείας είχε εισακουστεί από την κυβέρνηση, πέραν της ευεργετικής επίδρασης στο αίσθημα ασφάλειας των πολιτών, θα είχε συμβάλει στην περαιτέρω ενίσχυση του ΑΕΠ ως παράγοντα της δημόσιας επένδυσης. Δοθείσης της ευκαιρίας θα ήθελα να τονίσω ότι η αύξηση του παραγόμενου πλούτου και η δίκαιη αναδιανομή του - που επιφέρει τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου της κοινωνίας - ήταν και παραμένει ταυτοτικό και ιδεολογικό συστατικό της ελληνικής αριστεράς ιστορικά. Το σημειώνω αυτό για να αντικρούσω, ακραίες – ας μου επιτραπεί ο όρος – απόψεις ότι «χαιρόμαστε όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά». Εξ ου και το σύνολο των παρεμβάσεων μας αποσκοπεί στην επίτευξη αυτού του στόχου.

Το βασικό ζητούμενο στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής αφενός είναι η δημιουργία προϋποθέσεων μιας διατηρήσιμης και βιώσιμης ανάπτυξης και αφετέρου η συμπερίληψη σε αυτήν του συνόλου του κοινωνικού σώματος, θέτοντας ως προτεραιοποίηση τα πιο ευάλωτα εισοδηματικά στρώματα. Σε αυτό το πλαίσιο συγκρούονται οι κυβερνητικές προτάσεις με τις αντίστοιχες του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, με καθαρό πλέον το διαφορετικό ιδεολογικό και πολιτικό πρόταγμα. Για να γίνω πιο συγκεκριμένος τόσο με αφορμή τις πρόσφατες πρωθυπουργικές εξαγγελίες στην ΔΕΘ όσοι και κυρίως μέσω των πολιτικών επιλογών όπως εκφράστηκαν από τα νομοσχέδια-αποφάσεις για παιδεία, εργασιακά δικαιώματα, κατώτατο μισθό κ.α.- έχουμε από την μια πλευρά την αντίληψη ότι οι ωφέλειες των ελαφρύνσεων στα υψηλότερα στρώματα θα διαχυθούν προς τα κάτω και ότι η «αγορά» θα καθορίσει την νέα ισορροπία. Τα παραπάνω αποτελούν βασικούς πυλώνες της νεοφιλελεύθερης θεωρίας των trickle-down economics, που προκάλεσαν την όξυνση των ανισοτήτων διεθνώς και οδήγησαν στις παγκόσμιες κρίσεις της τελευταίας δεκαπενταετίας. Αυτό έχει οδηγήσει στην εγκατάλειψη αυτών των θεωριών ακόμα και στις χώρες που πρώτες τις εφάρμοσαν, όπως οι ΗΠΑ.

Από την άλλη η δική μας πρόταση εμπεριέχει τα διδάγματα της κυβερνητικής εμπειρίας, της πανδημίας, της κλιματικής κρίσης, των διεθνών τάσεων κ.α. και ενσωματώνει τα συμπεράσματα των αναλύσεων από την παγκόσμια συζήτηση πάνω σε αυτά τα θέματα. Ως προτεραιότητα θέτει την συμπερίληψη του όλου της κοινωνίας και τη συνοχή της, τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών μέσω της αύξησης του παραγόμενου πλούτου και της δίκαιης κατανομής του με τρόπο όμως περιβαλλοντολογικά βιώσιμο και ισόρροπο.

Θεωρείτε πως απαιτούνται πιο τολμηρές παρεμβάσεις- για παράδειγμα στον κατώτατο μισθό - ώστε να θωρακιστούν τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα απέναντι σε φαινόμενα ανατιμήσεων;

Δημήτρης Λιάκος: Στο κρίσιμο θέμα των ανατιμήσεων θα πρέπει να υπογραμμισθεί ότι δεν είναι φαινόμενο που καταγράφεται τις τελευταίες εβδομάδες αλλά μια τάση που έχει ξεκινήσει από την αρχή της άνοιξης, χρονικά ευθυγραμμισμένης με την άρση των lock down σε παγκόσμιο επίπεδο. Για αυτόν το λόγο από τότε, αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ είχε κάνει λόγο για τη λήψη μέτρων αντιμετώπισης, όπως η αύξηση του κατώτατου μισθού. Η συγκεκριμένη πρόταση δεν αποσκοπούσε μόνο στην βελτίωση της ικανότητας κάλυψης των βασικών βιοποριστικών αναγκών αλλά και στην ενίσχυσης της θέσης των εργαζόμενων και την ουσιαστική αντιμετώπιση των ανισοτήτων. Μάλιστα συνοδεύονταν από προτάσεις συνολικής ενίσχυσης και διαφύλαξης των εργασιακών δικαιωμάτων. Όπως γνωρίζετε η βελτίωση της θέσης των εργαζόμενων αποτελεί μέρος του πυρήνα των προτάσεων μας, και αποτελεί διαχρονικά ταυτοτικό στοιχείο για τα κόμματα της Αριστεράς και του προοδευτικού χώρου γενικότερα. Στον αντίποδα θυμίζω το εργασιακό νομοσχέδιο που έφερε η σημερινή κυβέρνηση, που αποδυναμώνει τα δικαιώματα των εργαζόμενων, μειώνει το διαθέσιμο εισόδημα και τελικώς οξύνει τις ανισότητες.

Τις προτάσεις της κυβέρνησης για το ζήτημα της αντιμετώπισης των ανατιμήσεων τις κρίνω ως ανεπαρκείς και θεωρώ ότι θα έπρεπε εκτός της αύξησης του κατώτατου μισθού να συμπεριλάβουν τη μείωση των ειδικών φόρων κατανάλωσης ενεργειακών προϊόντων, την απορρόφηση των αυξήσεων του ηλεκτρικού ρεύματος μέσω της διεύρυνσης της βάσης των επιλέξιμων νοικοκυριών και επιχειρήσεων και της εντατικοποίησης των ελέγχων για την αποφυγή ακραίων φαινομένων.

Οι επόμενες εκλογές θα γίνουν με απλή αναλογική και στο ΣΥΡΙΖΑ μιλάτε για μία προοδευτική διακυβέρνηση. Ωστόσο στην πράξη με ποιες δυνάμεις θα μπορούσε να υπάρξει συνεργασία για να εξασφαλιστεί η απαιτούμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία ;

Δημήτρης Λιάκος: Αντικειμενικός στόχος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ στις επόμενες εκλογές είναι η νίκη, όπως εξάλλου σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, κάτι το οποίο εκφράζει επανειλημμένα ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Α. Τσίπρας και τα στελέχη του κόμματος. Για την επίτευξη αυτού του στόχου απαιτείται η ταυτόχρονη ικανοποίηση τριών βασικών παραμέτρων: α. αφενός ο εμπλουτισμός των προγραμματικών θέσεων και αφετέρου η επικοινωνία και η αλληλεπίδραση τους με την κοινωνία των πολιτών, β. η πυκνή και στοχευμένη αντιπολίτευση επί των κυβερνητικών πεπραγμένων και γ. το άνοιγμα στους πολίτες για τη συγκρότηση μιας νέας και ισχυρής κοινωνικής πλειοψηφίας.

Όσον αφορά τη συγκρότηση της κυβερνητικής πλειοψηφίας, θεωρώ ότι η απεύθυνση – πρόσκληση προς το σύνολο των προοδευτικών δυνάμεων έχει ως αφετηρία την εκκίνηση μιας ευρύτερης συζήτησης για την ανάλυση των προκλήσεων του αύριο και την εύρεση των κατάλληλων πολιτικών για την αντιμετώπιση τους. Τις προϋποθέσεις τις έχει θέσει η ίδια η πραγματικότητα, και αναφέρομαι τόσο στην εκδήλωση της πανδημικής κρίσης και στη συνειδητοποίηση του ζητήματος της κλιματικής αλλαγής όσο και στις κυβερνητικές αποφάσεις με σαφές πολιτικό και ιδεολογικό προσανατολισμό. Επομένως θεωρώ ότι το σύνολο των προοδευτικών δυνάμεων θα πρέπει να επιδιώκει τον διάλογο ανάμεσα στα μέρη του και να αναζητήσει λύσεις και απαντήσεις στα σημερινά και αυριανά επίδικα, με κατάληξη μια συμφωνία επί προγραμματικών αρχών. Την ίδια πορεία ακολουθούν οι προοδευτικές δυνάμεις σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και οφείλουμε να επηρεαστούμε θετικά.

Πιστεύετε πως το 2022 θα είναι μια εκλογική χρονιά;

Δημήτρης Λιάκος: Ήμουν από εκείνους που έκριναν ως το λιγότερο πιθανό σενάριο τη διεξαγωγή προώρων εκλογών κατά τη διάρκεια του τρέχοντος έτους, καθώς η αντιμετώπιση των πανδημικών συνεπειών δημιουργούσε – και δημιουργεί – από την μια, σειρά αβεβαιοτήτων και από την άλλη, απαιτεί τη συνεχή εγρήγορση όλων μας. Το ενδεχόμενο κάτι τέτοιο να λάβει χώρα εντός του 2022 το θεωρώ πιο πιθανό, καθώς αφενός θα βρισκόμαστε κοντά στο τέλος της πανδημικής κρίσης – σύμφωνα με τους ειδικούς – και αφετέρου θα υπάρξει περιορισμός των ευνοϊκών συνθηκών που δημιούργησαν οι αποφάσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την ασκούμενη νομισματική και δημοσιονομική πολιτική.

Σε αυτό το πλαίσιο καθήκον του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ είναι να συνεχίσει, παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες που δημιουργεί η πανδημία, την προσπάθεια γείωσης και ανοίγματος στην κοινωνική πλειοψηφία, τον εμπλουτισμό των προγραμματικών θέσεων και την στοχευμένη αντιπολίτευση εντός και εκτός κοινοβουλίου, αποσκοπώντας οι προϋποθέσεις πολιτικής αλλαγής να αποκτήσουν μεγαλύτερη δυναμική. Η εικόνα της σημερινής συγκυρίας σαφώς είναι διαφορετική και πιο ευνοϊκή από την αντίστοιχη του προηγούμενου έτους, ωστόσο όχι ανεστραμμένη, και ως εκ τούτου οφείλουμε να εντείνουμε τις ενέργειες μας προκειμένου να διαμορφώσουμε τις συνθήκες μιας νέας προοδευτικής πλειοψηφίας.

Μετά τις γερμανικές εκλογές θα ανοίξει η συζήτηση για την αναθεώρηση του Συμφώνου Σταθερότητας. Εκτιμάτε πως υπάρχουν περιθώρια για μεγαλύτερη ευελιξία των δημοσιονομικών κανόνων ή θα γίνουμε μάρτυρες μιας νέας αντιπαράθεσης μεταξύ των «σκληρών» του Βορρά και του Νότου που ζητά δημοσιονομικό αέρα;

Δημήτρης Λιάκος: Πολύ εύστοχα βάζετε ένα κρίσιμο θέμα. Προσωπικά έχω αρθρογραφήσει επί του συγκεκριμένου τρεις φορές τον τελευταίο καιρό, με συγκεκριμένες προτάσεις, προσπαθώντας να συμβάλω σε ένα απαιτούμενο διάλογο για ένα ζήτημα που θα έχει τον καθοριστικό ρόλο στα περιθώρια άσκησης της δημοσιονομικής πολιτικής της επόμενης ημέρας. Η απάντηση στο ερώτημα σας πρέπει να ξεκινήσει βλέποντας τις ανάγκες του αύριο υπό ένα άλλο πρίσμα, συγκρινόμενο με το αντίστοιχο του πρόσφατου παρελθόντος. Εννοώ ότι είναι κρίσιμο και απαραίτητο να κατανοήσουμε ότι η πανδημία, η κλιματική αλλαγή και το ανησυχητικό επίπεδο των ανισοτήτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο θέτουν πλέον νέα όρια, νέες απαιτήσεις. Την ίδια στιγμή, η αντιμετώπιση των οικονομικών και κοινωνικών συνεπειών της κρίσης του covid-19 είχε ως αποτέλεσμα την σημαντική διόγκωση του δημόσιου χρέους, και θα πρέπει να αποτρέψουμε την πιθανότητα εκδήλωσης μιας κρίσης αντίστοιχης με την προηγούμενη δεκαετία. Αν έβαζα σε μια πρόταση το πλαίσιο του μελλοντικού ευρωπαϊκού δημοσιονομικού πλαισίου θα χρησιμοποιούσα τον τίτλο «βιώσιμη δημοσιονομική ισορροπία».

Πιο συγκεκριμένα είμαι υπέρ της ευελιξίας των νέων κανόνων, οι οποίοι δεν θα έχουν την αρχή της γενίκευσης που ισχύει μέχρι σήμερα, με αποτέλεσμα όλες οι χώρες να έχουν κοινό «μονοπάτι» ικανοποίησης τους. Η κάθε χώρα-μέλος πρέπει να αντιμετωπιστεί αναλόγως των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και αναγκών της, παρέχοντας ευρύτερα όρια άσκησης της οικονομικής πολιτικής, την χρονική επέκταση της επίτευξης των ποσοτικών στόχων, που υποχρεωτικά θα τεθούν. Παράλληλα οι δαπάνες που συσχετίζονται με την ενίσχυση των συστημάτων κοινωνικής πρόνοιας και την αντιμετώπιση των περιβαλλοντολογικών προκλήσεων οφείλουν να προσμετρούνται με ειδικό τρόπο στον υπολογισμό του ετήσιου ελλείμματος. Τέλος η πρόταση δημιουργίας ενός μόνιμου δημοσιονομικού μηχανισμού αντιμετώπισης έκτακτων συνθηκών, ακολουθώντας το παράδειγμα του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, αξίζει να συζητηθεί και να αποτελέσει ένα εργαλείο που θα συμβάλει στην ενίσχυση της θέσης της Ευρώπης στον παγκόσμιο ανταγωνισμό. Να υπογραμμισθεί ότι το Ευρωπαϊκό Δημοσιονομικό Συμβούλιο έχει καταθέσει εδώ και καιρό αντίστοιχες προτάσεις, που αποτελούν μια εξαιρετική βάση συζήτησης για την επαύριον των πολιτικών γεγονότων που αναφέρατε.

Από την εμπειρία μου από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, είμαι σίγουρος ότι η διαπραγμάτευση επί του μελλοντικού δημοσιονομικού πλαισίου θα έχει έντονα αντιπαραθετικά χαρακτηριστικά και αρκετά επεισόδια πριν την κατάληξη της. Θεωρώ ωστόσο ότι περιθώρια υπάρχουν υπό την αίρεση της κατανόησης των νέων αναγκών, που έθεσα νωρίτερα, και του βαθμού αφοσίωσης των ευρωπαϊκών ηγεσιών στον στρατηγικό στόχο της οικονομικής και πολιτικής ενοποίησης της ευρωπαϊκής ένωσης.

Θέμα επικαιρότητας:
Νέα Δημοκρατία

Σύνολο: 131 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι