Επεισόδια εθνικής αυτογνωσίας

Γιάννης Μπαλαμπανίδης, Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 10/10/2021

Στην καλογυρισμένη αλλά άτεχνη ηθογραφία των σύγχρονων σίριαλ που «σκαλίζουν» τη νοσταλγία η Ελλάδα επιστρέφει στον κυκλικό χρόνο μιας παραδοσιακής κοινωνίας, εν αντιθέσει με την εποχή των μεγάλων προσδοκιών από τα τέλη του ‘90 όταν οι δημοφιλείς σειρές είχαν έστω τον ανοιχτό ορίζοντα μπροστά τους.

Μετά από μια δεκαετία κρίσης και οικονομικής στενότητας η ελληνική τηλεόραση, που είχε φτάσει να τη βγάζει με επαναλήψεις του «Ρετιρέ» (και όχι μόνο τα καλοκαιρινά μεσημέρια), ξανάρχισε εδώ και λίγα χρόνια να κάνει ακριβές και όντως άρτιες παραγωγές. Το πραγματικά ενδιαφέρον όμως είναι οι θεματικές που επιλέγει: ο θεσσαλικός κάμπος των τσιφλικάδων που εκσυγχρονίζεται στη δεκαετία του 1950 («Αγριες μέλισσες»), η βεντέτα στη Μάνη («Γη της ελιάς») και στα ορεινά χωριά της Κρήτης («Σασμός»). Μπορεί οι σειρές να είναι ποιοτικές ή όχι· το ερώτημα ωστόσο είναι ποια συλλογική αυτοεικόνα αναδύεται. Ας το πούμε τηλεγραφικά: η επιστροφή σε μια Ελλάδα της γης, του ριζώματος, του κυκλικού χρόνου μιας παραδοσιακής κοινωνίας, της ντοπιολαλιάς, όπως προσπαθεί να την αναπλάσει μια καλογυρισμένη αλλά άτεχνη ηθογραφία.

Δύσκολο να μην κάνει κανείς τη σύγκριση με τις σειρές με τις οποίες «μεγαλώσαμε», στην εποχή των μεγάλων προσδοκιών στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και τις αρχές της νέας χιλιετίας: οι νεανικές παρέες τού «Λόγω τιμής» και των σίριαλ του Παπακαλιάτη, που ζούσαν σε πανάκριβα νεοκλασικά χωρίς να δουλεύουν ή να κάνουν κάτι συγκεκριμένο, αλλά είχαν έστω τον ανοιχτό ορίζοντα μπροστά τους· μια προσέγγιση της σεξουαλικής απελευθέρωσης («Αναστασία») ή των κοινωνικών και ταυτοτικών αντιθέσεων, έστω και σε μια κάπως καρικατουρίστικη εκδοχή τους, όπως τα σίριαλ του Μανούσου Μανουσάκη (ο έρωτας της Τσιγγάνας με τον μπαλαμό στους «Ψίθυρους καρδιάς», της μουσουλμάνας και του χριστιανού στη Θράκη). Ακόμη και τα ονόματα των χαρακτήρων είναι ενδεικτικά: από την Ελλάδα του Μάνου, της Ηρώς, του Αλέξανδρου και της Ερατώς, στην Ελλάδα των Βρουλάκηδων και των Σταματάκηδων, του Στεφανή, της Δρόσως, του Δούκα Σεβαστού.

Στην εποχή της άνθησης των τηλεοπτικών σειρών διεθνώς, που όχι μόνο αγγίζουν αισθητικά τα επίπεδα της κινηματογραφικής τέχνης, αλλά κυρίως θεματικά τολμούν να καταπιαστούν με απολύτως σύγχρονα και όχι πάντα «οικεία» για το κοινό θέματα (σεξουαλικότητα, κοινωνική ιστορία, εργασία, οικολογία, επιστημονική φαντασία), η ελληνική τηλεόραση μοιάζει να έχει βαλτώσει ανάμεσα στη φαρσική σαχλαμάρα των κωμικών σειρών χωρίς χιούμορ και στις δοκιμασμένες συνταγές της επιστροφής στην παράδοση.

Δεν είναι τυχαίο ότι το σκηνικό της αναπαράστασης, ο χώρος όπου τοποθετούνται οι ιστορίες, δεν είναι το αστικό περιβάλλον (μια «κανονική» γειτονιά της Αθήνας, ας πούμε) αλλά μια κατά κανόνα αγροτική επαρχία, εν πολλοίς ανύπαρκτη και κατασκευασμένη. Το επαρχιακό καφενείο δεν είναι ο σκληρός και τρομακτικός, για τους σημερινούς, τόπος που ήταν το ’40 και το ’50, αλλά παραπέμπει στο ωραιοποιημένο ρετρό των διαφημίσεων που πλασάρουν «παραδοσιακά» προϊόντα· το ίδιο και οι ενδυμασίες, η σκηνογραφία, τίποτα δεν είναι χρηστικό, όλα είναι «σύμβολα» αποκαθαρμένα από τις ενοχλητικές τους όψεις – ακόμη και στα χωράφια δεν δουλεύει κανένας ξένος μετανάστης χωρίς χαρτιά, αλλά αίφνης μόνο Ελληνες και Ελληνίδες με τα τσεμπέρια τους οργώνουν τη γη και ερωτεύονται κάτω από τον καυτό ήλιο.

Εκεί που κάποτε γιορτάζαμε την εθνική μας απογείωση (με δανεικά), τη φαντασιακή μας σύγκλιση -επιτέλους- με τη χαρούμενη παγκοσμιοποίηση της ορμητικής μεσαίας τάξης, τώρα, μετά από μια μίζερη δεκαετία αποπτώχευσης, σκαλίζουμε τη νοσταλγία για την «άλλη» Ελλάδα, τη «γνήσια», και ψάχνουμε μάταια την αυθεντική μας λαϊκότητα του «παλιού καιρού». Αν η τηλεόραση, μέσα στην ευκολία της, καθρεφτίζει τις συλλογικές μας νοοτροπίες, αυτή η φολκλορική στροφή προς τα πίσω (ή προς τα μέσα) μας δείχνει όχι μόνο πόσο ρηχός ήταν ο τότε ενθουσιασμός μας, αλλά και πόσο στενή ήταν τελικά η περίφημη εθνική αυτογνωσία που αποκτήσαμε, υποτίθεται, μέσα από την κρίση.

Αλλά η ρίζα και το μεγαλείο, η απογείωση και η επιστροφή βαθιά στο χώμα της γης, είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, που μπορεί να χρησιμοποιείται εναλλάξ ανάλογα με την περίσταση και την εποχή. Δείχνει όμως και πόσο εύκολα η εθνική μας μυθολογία, τουλάχιστον όπως την αναπαριστούμε στην οθόνη, εκπίπτει στο φολκλόρ, πόσο εύκολα παραμένει καθηλωμένη και αδύναμη να δημιουργήσει κάτι καινούργιο.

Δεν υποτιμάμε καθόλου τη δύναμη των μαζικών μέσων: η εθνική μυθολογία θα μπορούσε να γίνει απολύτως μοντέρνα, ακόμη και ποπ, και κάπως πιο έντιμη με τις μνήμες μας και τη σημερινή μας κατάσταση. Ωστόσο η ελληνική τηλεόραση φαίνεται να έχει συμφιλιωθεί πια με το γεγονός ότι το κοινό της είναι περιορισμένο και εν πολλοίς γερασμένο. Ας μη μας ξεγελά ότι κάποια σίριαλ ή ριάλιτι τρεντάρουν στο τουίτερ – για τα σοβαρά οι νεότεροι τουλάχιστον προτιμούν τις σειρές του Netflix και της αμερικανικής τηλεόρασης που έχουν κάτι να τους πουν. Σαν να μουχλιάζουμε σιγά σιγά, εδώ στη «σκληροτράχηλη γη της ελιάς, όπου ο γδικιωµός στήνει καρτέρι στον έρωτα».

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι