Η Ελλάδα γίνεται ξανά «ειδική περίπτωση» με αποκλειστική ευθύνη του κ. Μητσοτάκη

Γιάννης Δραγασάκης, Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 03/09/2022

Παρά την έξοδο από την «ενισχυμένη επιτήρηση», δρομολογημένη από το 2018, η Ελλάδα δεν επιστρέφει στην «ευρωπαϊκή κανονικότητα», όπως ισχυρίζεται ο κ. Μητσοτάκης. Αντίθετα, με αποκλειστική ευθύνη δική του, η Ελλάδα γίνεται ξανά «ειδική περίπτωση», όχι μόνο από τη σκοπιά της οικονομίας αλλά και από εκείνη της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου. Το δείχνουν οι διεθνείς αντιδράσεις για το σκάνδαλο των υποκλοπών.

Η σκοπιά της δημοκρατίας και του χρήματος

Ο δημοκρατικός κόσμος ενοχλείται και ανησυχεί από καιρό για τη στάση της ελληνικής κυβέρνησης απέναντι στο προσφυγικό και στα μέσα ενημέρωσης, γενικότερα για την ελευθέρια του Τύπου στη χώρα, τις διώξεις δικαστών και δημοσιογράφων, τις παραβιάσεις του κράτους δικαίου. Οι αποκαλύψεις για τις υποκλοπές επιβεβαίωσαν και πολλαπλασίασαν τους φόβους αυτούς.

Μια παρενέργεια που, ίσως, η κυβέρνηση είχε υποτιμήσει είναι ότι και ο κόσμος του χρήματος, του κεφαλαίου, των επενδυτών ξαναφέρνει την Ελλάδα στο μικροσκόπιό του. Ανακαλύπτουν ότι το αγαπημένο τους, και πολλά υποσχόμενο αρχικά, καθεστώς Μητσοτάκη απαξιώνεται και απονομιμοποιείται ραγδαία, απομονώνεται, μένει χωρίς συμμάχους και με αβέβαιες προοπτικές. Φαίνεται, λοιπόν, πως μετά τις υποκλοπές κάνουν μια επαναξιολόγηση των προοπτικών από τη δική τους σκοπιά.

Και διαπιστώνουν ότι ο κ. Μητσοτάκης είναι «μια από τα ίδια». Εκπροσωπεί, δηλαδή, εκείνη την παράδοση που θέλει τις ελληνικές ελίτ να προτάσσουν τα δικά τους συμφέροντα και τα συμφέροντα συγκεκριμένων ομάδων, αδιαφορώντας για το μέλλον και τις ευρύτερες συνέπειες των επιλογών τους. Ετσι αρθρογράφοι όπως ο Hugo Dixon, μέσω του Reuters, στέλνουν το σκληρό μήνυμα ότι «είναι ώρα να ανησυχήσουμε ξανά για την Ελλάδα», η οποία, κατά την άποψή του, δεν έπρεπε να έχει βγει από την εποπτεία.

Ο «πατριωτισμός της συγκάλυψης»

Ορισμένοι από τον κυβερνητικό χώρο προτείνουν, ως απάντηση στις αντιδράσεις αυτές, έναν «πατριωτισμό» της συγκάλυψης» της ανευθυνότητας και της συνενοχής. Στο όνομα μιας δήθεν υπεράσπισης του κύρους της χώρας, υποστηρίζουν, πρέπει να αποσιωπώνται οι κίνδυνοι, να ωραιοποιείται η πραγματικότητα, να συγκαλύπτονται οι αντιδημοκρατικές εκτροπές της κυβέρνησης.

Αλλά πίσω από το υποτιθέμενο ενδιαφέρον για το κύρος της χώρας κρύβεται η ιδιοτελής επιδίωξη να μη χαλάσει το πάρτι όσων κερδίζουν και ευημερούν απομυζώντας ένα υπερχρεωμένο κράτος και συντηρώντας ένα μη βιώσιμο μοντέλο. Κάνει εντύπωση που η επιχειρηματολογία αυτή επιστρέφει αυτούσια, τόσο σύντομα, καθώς αυτή ακριβώς ήταν η λογική που έφερε τη χώρα στα πρόθυρα της χρεοκοπίας και στο ξεδιάντροπο «μαζί τα φάγαμε».

Στον «πατριωτισμό της συγκάλυψης» πρέπει να αντιπαραθέσουμε έναν αυθεντικό πατριωτισμό της επίγνωσης, της ευθύνης και της εναλλακτικής προοδευτικής στρατηγικής. Μια στρατηγική που στοχεύει ακριβώς στην αλλαγή του κυρίαρχου υποδείγματος, την ενίσχυση της δημοκρατίας αντί του αυταρχισμού, στην καταπολέμηση των ανισοτήτων, στο δημοκρατικό και αποτελεσματικό κράτος στη θέση του ανεξέλεγκτου «επιτελικού κράτους».

Το άλλοθι της πολιτικής σταθερότητας

Μια δεύτερη γραμμή άμυνας του κ. Μητσοτάκη είναι η πολιτική αστάθεια που, όπως υποστηρίζει, θα προκαλούσε η πρόωρη προσφυγή στις κάλπες. Η πολιτική σταθερότητα αποτελεί πράγματι συλλογικό αγαθό όταν η χώρα κινείται σε σωστή κατεύθυνση. Ομως η απομόνωση της κυβέρνησης στο εσωτερικό και η κατακραυγή από το εξωτερικό δείχνουν ότι συμβαίνει το αντίθετο.

Και αυτό όταν ο κύκλος των εξελίξεων σχετικά με τις υποκλοπές δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί και στην εικόνα δεν έχει μπει ακόμη ενεργά ο κοινωνικός και λαϊκός παράγων που υφίσταται ήδη τις σκληρές συνέπειες του πληθωρισμού και της ακρίβειας. Αν σε κάτι συμφωνούν οι δημοσκοπήσεις, αυτό είναι ότι διανύουμε μια φάση συσσώρευσης κοινωνικής δυσαρέσκειας και οργής. Κανείς δεν γνωρίζει πότε και πώς θα εκδηλωθεί η τελευταία. Ομως όταν η οργή συσσωρεύεται και η Ελλάδα γίνεται, με αποκλειστική ευθύνη του κ. Μητσοτάκη, «ειδική περίπτωση», η παράταση αυτής της «σταθερότητας» αυξάνει την αστάθεια και τους κινδύνους για τη χώρα.

Το πραγματικό δίλημμα

Αν θέλουμε να αντλήσουμε ένα μάθημα από το πρόσφατο παρελθόν, το πραγματικό δίλημμα είναι αν εμείς ως κοινωνία, ως λαός και ως πολιτικές δυνάμεις θα αντιμετωπίσουμε με δική μας πρωτοβουλία έγκαιρα, αποτελεσματικά και με δικαιοσύνη τα προβλήματα και τις απειλές. Αν δεν αποκτήσουμε έγκαιρα επίγνωση των προβλημάτων ή δεν συνειδητοποιήσουμε την ανάγκη για δράση και αφήσουμε την πρωτοβουλία ορφανή, τότε σε κάποια απότομη στροφή της συγκυρίας, θα χαθεί ο έλεγχος όπως έγινε στο παρελθόν. Και τότε κάποιοι άλλοι, με μοχλό το δημόσιο χρέος και πάλι, θα επιβάλουν ξανά «ειδική θεραπεία», με τα γνωστά θύματα.

Σʼ αυτή τη ρευστή συγκυρία ορισμένοι προεξοφλούν έναν ακόμη πιο σφιχτό εναγκαλισμό του κ. Μητσοτάκη με την Ακροδεξιά, ίσως και αλλαγή του εκλογικού νόμου προκειμένου να διασωθεί. Αλλά γιατί οι δημοκρατικοί πολίτες θα νομιμοποιήσουν αντιδημοκρατικά τεχνάσματα και ακροδεξιές λογικές; Γι’ αυτό έχουν αρχίσει συζητήσεις μεταξύ άλλων για κεντροδεξιό συνασπισμό χωρίς τον κ. Μητσοτάκη. Αλλά τι το καινούργιο θα έφερνε ένας τέτοιος συνασπισμός; Τι άλλο θα μπορούσε να κάνει από το να λειτουργήσει σαν βραχύβιο ανάχωμα στην προοπτική μιας κυβέρνησης με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ; Ποιο κόμμα ή ποιοι παράγοντες θα θυσιάζονταν για έναν τόσο άχαρο και θνησιγενή σκοπό;

Η χώρα έχει ανάγκη από μια νέα αρχή. Να ανακαλύψει ξανά τον δημοκρατικό, δημιουργικό και αλληλέγγυο εαυτό της. Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από διαφορετικές δοσολογίες δεξιάς πελατειακής πολιτικής. Εχει ανάγκη από νέο υπόδειγμα ανάπτυξης και διακυβέρνησης που να αναιρεί τους παράγοντες που καθιστούν τη δημοκρατία ευάλωτη και τη χώρα ανίκανη να αξιοποιεί τις δυνατότητές της.

Σε αυτές τις συνθήκες ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία αναδεικνύεται στο μεγάλο κόμμα της Αριστεράς, στον σταθερό πυλώνα της δημοκρατίας, κορμό μιας ευρείας κοινωνικής και πολιτικής συμμαχίας για μια προοδευτική διακυβέρνηση αλλά και σε βασικό εγγυητή της δημοκρατικής και θεσμικής ανασυγκρότησης της χώρας. Και πρέπει να κάνει ό,τι εξαρτάται από τον ίδιο για να ανταποκριθεί στις μεγάλες ευθύνες που απορρέουν από τον ρόλο αυτό. Να κάνει ακόμη πιο ενιαίο τον λόγο του και να εντείνει ακόμη περισσότερο τις προσπάθειές του να δώσει αξιόπιστη προοπτική και ελπίδα στην κοινωνία.

*Βουλευτής, πρώην υπουργός και αντιπρόεδρος της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ 2015-2019

Θέμα επικαιρότητας:
Πρωθυπουργός

Σύνολο: 8 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι