Η «φανέλα με το εννιά»

Γιάννης Παπαθεοδώρου, Αυγή της Κυριακής, 10/02/2008

«το πιθανότερο είναι, βέβαια, υπεροψίαν και μέθην

υπεροψίαν και μέθην θα είχεν ο Δαρείος»

Κ. Π. Καβάφης, Ο Δαρείος

«Με κάθε τρόπο πρέπει να ξεπερνούμε την “υπεροψία” του κόμματος

και να υποκαθιστούμε την υπεροψία με συγκεκριμένα γεγονότα»

Αντόνιο Γκράμσι, Για τον Μακιαβέλι

Πολλοί λένε πως το αποτέλεσμα των εσωκομματικών εκλογών για την εκλογή του νέου προέδρου του ΣΥΝ έχει ήδη κριθεί. Ίσως και να έχουν δίκιο, αν κρίνει κανείς από τους συσχετισμούς δυνάμεων αλλά και από την επικοινωνιακή εμβέλεια που απέκτησε, εντός και εκτός της Ιερουσαλήμ, το επιχείρημα της «ηλικιακής ανανέωσης». Δεν θα σταθώ στον αφελή βιολογισμό που συνοδεύει αυτό το ιδεολόγημα, ούτε στην ετερόκλιτη συναίνεση που ενώνει τις πιο αντιφατικές φωνές (από το «Κόκκινο ως το «Nitro»!) γύρω από τη φιλτάτη, την άσπρη μας νεότητα. Ευτυχώς, η καθ’ ημάς αριστερά και ο κόσμος της, απ’ ό,τι φαίνεται, διαθέτουν ακόμη αντανακλαστικά «αποδραματοποίησης» της δημοκρατικής λειτουργίας, χωρίς ευτελείς «προεδρομαχίες» και μυθολογίες «χαρισματικών ηγετών». Θα σταθώ, ωστόσο, σε αυτό που δεν έχει κριθεί ακόμη και σχετίζεται άμεσα με την πολιτική φυσιογνωμία και πρωτοβουλία του κόμματος, ιδίως σε μια κρίσιμη στιγμή σαν κι αυτή, όταν τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ παρουσιάζουν, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, ανοδικές τάσεις, και ανεβαίνουν περίπου στο εννιά τοις εκατό (9%). Όλα δείχνουν, λοιπόν, πως το πολιτικό σύστημα έχει μπει σε μια περίοδο συγκυριακής ή ακόμη και «οργανικής κρίσης». Τα δεδομένα είναι γνωστά : το ηθικολογικό μοντέλο διακυβέρνησης («σεμνά και ταπεινά») της ΝΔ έχει καταρρεύσει, η έλλειψη πολιτικής προσδοκίας από το ΠΑΣΟΚ έχει πλέον μεγιστοποιηθεί, και – το κυριότερο –κοινωνικές ομάδες, τάξεις και συνασπισμοί συμφερόντων που στήριζαν τον λεγόμενο «δικομματισμό» αποσπώνται αργά αλλά σταθερά από τα παραδοσιακά «κόμματα εξουσίας» αναζητώντας μια καινούργια πολιτική εστία ή έστω, μια πρόσκαιρη «πολιτική προσφυγιά».

Αν και η δημοσιογραφική ανάλυση του φαινομένου έχει εστιάσει, ως τώρα, ιδιαίτερα σε τούτο το τελευταίο χαρακτηριστικό, εξαγγέλλοντας, για ακόμη μια φορά, το «τέλος της μεταπολίτευσης» ή το «τέλος του δικομματισμού», θεωρώ πως αυτό που συμβαίνει δεν συνδέεται άμεσα ούτε με τη μεταπολίτευση ούτε με το δικομματισμό, αλλά με μια «κρίση ηγεμονίας», στην οποία τα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας «δεν αναγνωρίζονται πια σαν έκφρασή τους από την τάξη τους ή από τμήμα της τάξης τους». (Γκράμσι). Το «γιατί» είναι μια άλλη υπόθεση, που ξεφεύγει από τα όρια αυτού του άρθρου. Πάντως, η αντιπαράθεση αυτή μεταξύ «εκπροσωπούμενων και εκπροσωπούντων», διαχέεται σε ολόκληρο τον κρατικό μηχανισμό και στους ιδεολογικούς μηχανισμούς του (ΜΜΕ, δικαστική εξουσία, θεσμούς ελέγχου κλπ.) επιταχύνοντας, έτσι, την «κρίση εξουσίας» (πχ. «υπόθεση Ζαχόπουλου») και την αποδιοργάνωση του κεντρικού πολιτικού συστήματος (τα «κόμματα εξουσίας»). «Μεγάλη αναταραχή, θαυμάσια κατάσταση» ; Σίγουρα, ναι! ∙ αρκεί να συμφωνήσουμε πως, για την ανανεωτική και ριζοσπαστική αριστερά, υπάρχει ο κίνδυνος να γίνει μέρος του προβλήματος, αντί για μέρος της λύσης του προβλήματος. Η διαφαινόμενη αμηχανία της διαχείρισης των καλών ποσοστών –αν πιστέψουμε τις δημοσκοπήσεις, ο μέσος όρος «κλειδώνει» περίπου στο εννιά τοις εκατό (9%) -είναι ένα πρώτο δείγμα αυτού του συμπτώματος. Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να φόρεσε, λοιπόν, τη «φανέλα με το εννιά» αλλά του λείπει ακόμα το «μεγάλο γήπεδο», η «έδρα» που θα δώσει τους καλούς και πετυχημένους αγώνες. Ξέρω πως οι ποδοσφαιρικές μεταφορές δεν έχουν μεγάλη αξία σε ό, τι αφορά την πολιτική ζωή, αλλά καμιά φορά, διατηρούν την περιγραφική τους αναλογία. Ας συγχωρεθεί, λοιπόν, ετούτη η ρητορική σκοπιμότητα προκειμένου να συζητήσουμε ορισμένα καίρια, κατά τη γνώμη μου, προβλήματα που συνδέονται με την «ιδεολογική δουλειά» του κόμματος (ΣΥΝ) και της εκλογικής του συμμαχίας (ΣΥΡΙΖΑ).

Αυτή η «φανέλα με το εννιά» που έφερε, αίφνης, λοιπόν, τον ΣΥΡΙΖΑ στη θέση του τρίτου κοινοβουλευτικού κόμματος, τον υποχρεώνει πλέον όχι μόνο να παίξει έναν καινούργιο ρόλο στην αξιωματική αντιπολίτευση αλλά κυρίως να παίξει ένα καινούργιο ρόλο μέσα στο ίδιο το πολιτικό σύστημα. Απέναντι σε αυτή τη νέα πρόκληση που έχει βάθος χρόνου, ο ΣΥΝ (το επιτελείο του, τουλάχιστον) φαίνεται να απαντάει, ως τώρα, με μια σπασμωδική στρατηγική και με έναν «μυστικιστικό ενθουσιασμό» ∙ με «υπεροψίαν και μέθην» Ενώ, μόλις χτες, έπλεκε το εγκώμιο της αντισυστημικής αριστεράς, σήμερα ξαφνικά υιοθετεί τον λόγο των «προγραμματικών συγκλίσεων», της «νέας πρότασης εξουσίας». Ενώ, από τη μια μεριά, καταλαμβάνει μια κεντρική θέση μέσα στην αντιπολίτευση, από την άλλη μεριά, δηλώνει πως το «ασφαλιστικό θα λυθεί στους δρόμους». Ενώ καλείται να υπερασπιστεί την ιστορικότητα και την αυτονομία του, διατείνεται, με περισσή ελαφρότητα, πως η σημερινή «νεολαία» του κόμματος το ’68 ήταν αγέννητη, και το ’89 «ήταν στο μαιευτήριο». Ενώ καταγγέλλει την «καπιταλιστική αποδόμηση», υιοθετεί, επιλεκτικά έστω, την life-style κουλτούρα της. Ενώ διευρύνει το πολιτικό του ακροατήριο, οχυρώνεται πίσω από αγοραφοβικά αντανακλαστικά για πιθανές συμμαχίες. Ενώ η κοινωνία του ζητάει να πρωταγωνιστήσει σε μια πολιτική επιχείρηση μεγάλης κλίμακας, ο ΣΥΝ οχυρώνεται πίσω από τα εύκολα προτάγματα της «πολιτισμικής αριστεράς», του δικαιωματισμού, του ακτιβισμού και της συναισθηματικής ηθικολογίας. Τα στοιχεία αυτά, ωστόσο, μπορεί να ταίριαζαν παλιότερα σε ένα κόμμα που ζούσε με την αυτάρκεια του περιθωρίου αλλά, με κανένα τρόπο, δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις σημερινές συνθήκες ενός κόμματος που κερδίζει μια νέα πολιτική και κοινωνική ορατότητα. Γιατί, τα καλά ποσοστά είναι η τυπική μόνο ένδειξη μιας βαθύτερης πολιτικής διεργασίας. Με άλλα λόγια, η πραγματική δυναμική του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ δεν θα κριθεί πλέον από την «γεωμετρική πρόοδο» των καλών ποσοστών αλλά από την αποτελεσματικότητα του στη συγκρότηση και στην πολιτική διεύθυνση μιας εναλλακτικής ηγεμονίας.

Είναι προφανές, πως μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, δεν έχει κανένα νόημα να συζητάμε για τον νέο αρχηγό αυτόν καθ’ αυτόν (η υπερ-πολιτικοποίηση του αρχηγικού κέντρου, άλλωστε, είναι συνώνυμη με την αποπολιτικοποίηση της κομματικής βάσης, μας θύμιζε στον τελευταίο Πολίτη ο Άγγελος Ελεφάντης), ούτε για τη νίκη του «αριστερού ρεύματος» έναντι των «ανανεωτικών», ούτε για τη διαφορά που χωρίζει μια αντίληψη «διαμαρτυρίας» από μια αντίληψη «κυβερνητισμού», ούτε καν για τις «επικίνδυνες σχέσεις» με το ΚΚΕ και το ΠΑΣΟΚ. Στην παρούσα φάση, όλα αυτά τα εσωτερικά γεγονότα της μικρής κλίμακας, μπορούν να αποκτήσουν κάποια αξία μόνο αν συστοιχηθούν με τα εξωτερικά γεγονότα της «μεγάλης πολιτικής». Η πιο σημαντική πρόκληση για ένα κόμμα που ενδυναμώνεται από την «κρίση της ηγεμονίας», όταν γύρω του, δηλαδή, η παραδοσιακή τάξη των πολιτικών φαινομένων και των γεγονότων αλλάζει, είναι να γίνει κοινωνικά ζωτικό και ιστορικά αναγκαίο, ή αλλιώς να αποκτήσει την ικανότητα «να αντιδρά στο πνεύμα της συνήθειας, ενάντια στις τάσεις να απολιθωθεί, και να γίνει αναχρονιστικό» (Γκράμσι). Αν έχει νόημα, επομένως, να συζητάμε για κάτι ετούτη την περίοδο που ο ΣΥΡΙΖΑ φόρεσε τη «φανέλα με το εννιά», τότε αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι ένα : η μετατροπή του ΣΥΝ σε μαζικό κόμμα της νέας κοινωνικής αριστεράς. Αυτό προϋποθέτει μια νέα οργανωτική συμμετοχή από τα μέλη του και τους ψηφοφόρους του, μια νέα συντροφική σχέση μεταξύ τους, και κυρίως μια νέα πολιτική επινοητικότητα με ριζοσπαστικό και μεταρρυθμιστικό πρόσημο.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι εύλογο : υπάρχουν σήμερα αυτές οι προϋποθέσεις για μια τέτοια «φυγή προς τα εμπρός» ; Νομίζω πως ναι, αν ο ΣΥΝ εγκαταλείψει την πρόσκαιρη «υπεροψία» του και στραφεί σε μια «διπλή προοπτική» που να συνδυάζει την ριζοσπαστική κοινωνική δράση με τη μεταρρυθμιστική κοινοβουλευτική παρέμβαση. Αυτή η «διπλή προοπτική» βεβαίως δεν μπορεί να εκβάλει σε ένα χοντροκομμένο πολιτικό ρεαλισμό της άμεσης και επικαιρικής πραγματικότητας αλλά σε ένα στρατηγικό πολιτικό σχεδιασμό που θα παρεμβαίνει στην ίδια την κρίση της ηγεμονίας, αναλύοντας προσεκτικά τα στοιχεία της, τις διακυμάνσεις της, τους συσχετισμούς της, το κοινωνικό περιεχόμενο των δυνάμεων που απελευθερώνονται από άλλα κόμματα και συμπορεύονται με την ανανεωτική και ριζοσπαστική αριστερά. Η επόμενη μέρα του συνεδρίου καλό θα ήταν μην βρει τον ΣΥΝ μόνο με τη «φανέλα με το εννιά», αλλά με δυνατή ομάδα, καλό προπονητή, μεγάλο γήπεδο και πολύ κόσμο στις κερκίδες.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι