Τo ηθικό μας χασμουρητό και ένα ολέθριο ραντεβού

Γιάννης Βούλγαρης, Ημερησία, 16/02/2008

Το πολιτικό σκηνικό χαρακτηρίζεται από μια όλο και πιο ανησυχητική αντίθεση. Από τη μια, το κομματικό σύστημα κλυδωνίζεται, γεγονός που θα μπορούσε να σπάσει τις ευκολίες του κατεστημένου δικομματικού ανταγωνισμού, είτε ανανεώνοντάς τον είτε ανατρέποντάς τον. Από την άλλη, ο προγραμματικός λόγος που παράγεται στη μεταβατική φάση που έχουμε εισέλθει, είναι απελπιστικά φτωχός και εν πολλοίς οπισθοδρομικός. Ίσως είναι φυσικό και αναμενόμενο. Οι αλλαγές προχωρούν άτακτα και συχνά «ανορθολογικά». Αλλά από την άλλη, το απόλυτο διαζύγιο κομματικού ανταγωνισμού και πολιτικού - προγραμματικού λόγου ευνοεί τελικά τις δυνάμεις της «σταθερότητας» και της συντήρησης του υπάρχοντος. Πόσο μάλλον αν όπως πιστεύω, η «ζαχοπουλειάδα» δεν έχει ιδιαίτερο πολιτικό βάθος, όσο κι αν είναι μιντιακή και γαργαλιστική.

Σε κάθε περίπτωση η κίνηση είναι καλύτερη από τη στασιμότητα στη σημερινή ρηχή και εύκολη πολιτική. Γιατί πράγματι η πολιτική έχει καταντήσει πολύ «εύκολη» τα τελευταία χρόνια. Οι συμπεριφορές των πρωταγωνιστών είναι απελπιστικά προβλέψιμες, ρηχές και στερεότυπες. Η κομματική τακτική δεδομένη και αναμενόμενη. Το φαινόμενο δεν είναι μόνο ελληνικό. Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες εκδηλώνεται μια τάση σύγκλισης των κομμάτων εξουσίας και καταφυγής της κοινωνικής δυσαρέσκειας προς την νέα ακροδεξιά ή προς τους σχηματισμούς της άκρας αριστεράς. Στην Ελλάδα εκδηλώνεται ίσως με χρονική καθυστέρηση γιατί είναι ακόμα πρόσφατη η «κατάκτηση» της ομαλής κυβερνητικής εναλλαγής και γιατί η πρόσφατη ιστορία μας παρήγαγε σταθερά μια «έκτακτη πολιτική ατζέντα», πιο απαιτητική από την τρέχουσα διαχείριση. Τελευταίο παράδειγμα, η αγωνιώδης προσπάθεια να ενταχθούμε στην ΟΝΕ και το ευρώ. Η «εύκολη πολιτική» παγιδεύει πρωτίστως τα δύο κόμματα εξουσίας. Οδήγησε σε μια τελείως απροετοίμαστη και ανεπαρκή κυβέρνηση, έδωσε ψεύτικες ελπίδες γρήγορης και άκοπης ανάκαμψης στην αξιωματική αντιπολίτευση, με αποτέλεσμα το ΠΑΣΟΚ να αποτελεί σήμερα τον «αδύναμο κρίκο» του όλου συστήματος.

Το δύσκολο όμως για τη χώρα πρόβλημα είναι ότι η «εύκολη πολιτική» συναντάται με την «ρηχή ανάπτυξη». Εννοώ ότι η ελληνική οικονομία και κοινωνία εμφανίζουν ανησυχητική δυσκολία να ανταποκριθούν δυναμικά στο νέο ανταγωνιστικό περιβάλλον που διαμόρφωσε το ευρώ. Τείνει να κινηθεί σε ένα μάλλον συμπιεσμένο ενδιάμεσο επίπεδο όπου υφίσταται τον ανταγωνισμό και από τις χώρες χαμηλού κόστους εργασίας και από τις πλούσιες χώρες, με αποτέλεσμα να υποβαθμίζεται στον διεθνή καταμερισμό εργασίας.

Μόνο ένα περιορισμένο τμήμα των παραγωγικών δυνάμεων και των επιχειρήσεων στέκεται με δυναμισμό και αξιώσεις στη διεθνή αγορά, τόσο που δεν μπορεί να παίξει τον ρόλο της ατμομηχανής. Έτσι, το υπόλοιπο κινείται στο πλαίσιο μιας παθητικής προσαρμογής ιδιαίτερα επιζήμιας για την ποιότητα της απασχόλησης, το περιβαλλοντικό κόστος και την κοινωνική συνοχή. Ειδικά ως προς την τελευταία, πληθαίνουν τα δείγματα μιας έρπουσας διάσπασης της εθνικής κοινωνίας. Τα πλουσιότερα στρώματα κινούνται όλο και περισσότερο σε έναν υπερεθνικό ορίζοντα (ακόμα και όταν τσαλαβουτάνε στην εθνική λάσπη), τα μεσοστρώματα διαμελίζονται από τις αντίρροπες τάσεις που εξαπολύει η παγκοσμιοποίηση και τα χαμηλότερα πιέζονται από όλες τις μεριές.

Σε αυτό το σημείο η ρηχή ανάπτυξη και η εύκολη πολιτική συναντώνται σε έναν φαύλο προς το παρόν κύκλο. Η περιορισμένη έκταση των δυναμικών τμημάτων της οικονομίας που δρουν με αξιώσεις στη διεθνή αγορά και ο γενικότερος τύπος ανάπτυξης δεν γεννά μια ισχυρή απαίτηση εκσυγχρονισμού, εξορθολογισμού και μεταρρύθμισης των δημόσιων πολιτικών και των θεσμών από τους οποίους εξαρτάται η ανταγωνιστικότητα του συνολικού εθνικού συστήματος. Ετσι, το πολιτικό σύστημα και τα κόμματα έχουν την «άνεση» μιας μακρόχρονης στασιμότητας μέχρι το μαχαίρι να φτάσει στο κόκαλο.

Αρκεί να σημειώσουμε το βάλτωμα των μεταρρυθμίσεων στην εκπαίδευση, το βαθύ εθνικό χασμουρητό που προκαλεί η συζήτηση για την έρευνα ή την ανεμελιά με την οποία έχουμε αναθέσει την προστασία του περιβάλλοντος στον υπουργό δημοσίων έργων. Σαν να έχει γίνει ένας σιωπηλός καταμερισμός. Από τη μια, η πλούσια και ανταγωνιστική Ελλάδα να μην έχει ανάγκη το Κράτος (δηλαδή να το αναπληρώνει εκτός επικράτειας) και από την άλλη, η μικρομεσαία Ελλάδα να έχει ανάγκη ένα χαζό, πελατειακό και διεφθαρμένο Κράτος έτσι ώστε να αρπάζει τις δυνατότητες που της προσφέρει η σύγχυση των ορίων ιδιωτικού - δημόσιου. Γι αυτό και ο «κοινός νους» χαρακτηρίζεται σήμερα από το περίεργο κράμα μιας απλοϊκής φιλελεύθερης αντίληψης για την παγκοσμιοποίηση και μιας λαϊκιστικής δημαγωγικής προδιάθεσης για την εγχώρια πολιτική.

Είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι το διαζύγιο κομματικών ζυμώσεων και πολιτικού - προγραμματικού λόγου που παρατηρήσαμε είναι έκφραση αυτών των διχασμών. Η διαμαρτυρία είναι ο μόνος διαθέσιμος πολιτικός λόγος. Εν αναμονή ίσως μιας περαιτέρω επιδείνωσης που θα ενεργοποιήσει αντίρροπες δυνάμεις ανάτασης που αυτή τη στιγμή δεν φαίνονται.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι