Ο αντιιμπεριαλισμός της άκρας δεξιάς και οι εξ αριστερών συμπτώσεις

Γεράσιμος Γεωργάτος, Αυγή της Κυριακής, 02/03/2008

Σε δηλώσεις του για το ζήτημα του Κοσόβου ο πρόεδρος του ΛΑΟΣ, κ. Καρατζαφέρης, τάχθηκε κατά της ανακήρυξης της ανεξαρτησίας του καταγγέλλοντάς την ως σχέδιο του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και της Ευρωπαϊκής Ένωσης που θέλουν να δημιουργήσουν ένα ακόμα προτεκτοράτο στην περιοχή των Βαλκανίων. Σε ομιλία του μάλιστα στην Κεντρική Επιτροπή του ΛΑΟΣ, στη Θεσσαλονίκη, στις 26/2/08, ανέφερε επί λέξει: «… είμαστε αναφορά για όλον εκείνο τον κόσμο που πολεμάει την παγκοσμιοποίηση και τη νέα τάξη πραγμάτων, είμαστε ο συνδετικός κρίκος όλων εκείνων των δυνάμεων που θέλουν να αντισταθούν στον αμερικανισμό, στον επεκτατισμό, στον ιμπεριαλισμό και στον καπιταλισμό. Είμαστε συνδεδεμένοι σε ευθεία γραμμή με την επαναστατική κυβέρνηση του Ιράν και με τους αγωνιστές των χωρών της λατινικής Αμερικής που αντιστέκονται στον αμερικάνικο επεκτατισμό …».

Για κάθε δημοκράτη και αριστερό πολίτη δημιουργούνται ευλόγως ερωτηματικά από τέτοιες αριστερόηχες τοποθετήσεις ενός εκφραστή της άκρας δεξιάς. Η συνήθης εύκολη και πρόχειρη απάντηση είναι πως πρόκειται για ακροδεξιό λαϊκισμό που θολώνει τα νερά προς άγρα ψήφων. Όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Έχουν αξιοσημείωτο ιστορικό βάθος και πανευρωπαϊκή διάσταση.

Ο εγχώριος κλώνος του Λεπέν αποτελεί μέρος και συνέχεια ενός υπερσυντηρητικού ρεύματος, διακριτού ήδη από τον 19ο αιώνα. Από τη δεκαετία του 1870 και μετά, συντηρητικοί συγγραφείς στην αυτοκρατορική Γερμανία εξέφρασαν το φόβο ότι η «γερμανική ψυχή» θα καταστρεφόταν από την «αμερικανοποίηση», από τη λατρεία του χρήματος, τον υλισμό την εκμηχάνιση και τη μαζική κοινωνία. Όλα τα δεινά της βιομηχανικής κοινωνίας προέρχονταν από τον αναπτυσσόμενο υπερατλαντικό κολοσσό, κληρονόμο του Διαφωτισμού και κολοφώνα του πολιτικού φιλελευθερισμού. Κατά το μεσοπόλεμο, συντηρητικοί επίσης διανοούμενοι (Σπένγκλερ και Χάιντεγκερ), επιδόθηκαν σε παθιασμένη ιδεολογική καταγγελία της Αμερικής ως συμβόλου της δημοκρατίας, του ατομικισμού και του ορθού λόγου που ευθύνονταν για την παρακμή της Δύσης. Και βέβαια, όπου θριαμβεύει ο καπιταλισμός, οι Εβραίοι και το εβραϊκό πνεύμα παίζουν οπωσδήποτε κυρίαρχο ρόλο. Έτσι, εδραιώθηκε και το μεταφυσικό συμπέρασμα ότι ο αμερικανισμός είναι κυρίως μια αποκρυστάλλωση του εβραϊκού πνεύματος που έπρεπε φυσικά να ξεριζωθεί από την Ευρώπη και τον κόσμο, με τα γνωστά επακόλουθα.

Στα μεταπολεμικά χρόνια, στο αποκορύφωμα του ψυχρού πολέμου, στο Βιετνάμ, στην κρίση με τους ευρωπυραύλους τη δεκαετία του 80, συνεχίστηκε η φοβική καταδίκη της Αμερικής ως τεχνολογικού και οικονομικού δαίμονα από τις ομάδες και τους φορείς της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς. Επιπλέον, σημαντικοί μεταδομιστές και μετανεωτερικοί διανοητές (Φουκώ, Ντεριντά, Λυοτάρ, Μπωντριγιάρ) έβαλαν ευθέως κατά των ιδεών του Διαφωτισμού, της νεωτερικότητας, του ορθού λόγου και του ανθρωπισμού. Δυστυχώς, εξαιτίας των ιστορικών συνθηκών (διπολικός κόσμος, αντιπαράθεση ΗΠΑ – ΕΣΣΔ), αλλά και εξαιτίας θεωρητικών και πρακτικών στρεβλώσεων (Σταλινισμός), ο άκρατος και άκριτος αντιαμερικανισμός και η απόρριψη του πολιτικού φιλελευθερισμού έγιναν κοινός τόπος και στην ευρωπαϊκή πολιτική αριστερά. Πέρα από την απολύτως εύλογη κριτική και αντιπαράθεση στην αμερικάνικη εξωτερική πολιτική, στους επεκτατισμούς και τις πολεμικές συρράξεις, αναπτύχθηκε ένα πνεύμα συνολικού αντιαμερικανισμού και αντιδυτικισμού. Η Αμερική και κατ` επέκταση τα «ελεγχόμενα και υποτελή» σε αυτήν ευρωπαϊκά κράτη θεωρήθηκαν ως οι κατ` εξοχή χώρες της αστικής ταξικής ηγεμονίας και αφού τα πολιτικά επιτεύγματα της αστικής τάξης (πολιτική δημοκρατία – πολυκομματισμός, κοινοβουλευτισμός, ατομικά δικαιώματα, κλπ), αποτελούν στην ουσία μια μορφή ταξικής κυριαρχίας, θεωρούνται εκ προοιμίου αμφισβητήσιμα. Και αυτό, ενώ ακόμα και ο Μαρξ θεωρούσε το σοσιαλισμό ως διεύρυνση και ολοκλήρωση των αστικών ιδανικών που η ίδια η αστική τάξη δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει. Στο σοσιαλισμό η «πραγματική» ισότητα θα αντικαθιστούσε, για παράδειγμα, την τυπική αστική ισότητα και δεν θα ήταν απλά μια αφηρημένη άρνησή της.

Εκκινώντας λοιπόν από διαφορετικές αφετηρίες και με διαφορετικές ιστορικές διαδρομές, η άκρα δεξιά συμπίπτει με την αριστερά ως προς τον άκριτο αντιιμπεριαλισμό και ως προς την απόρριψη του πολιτικού φιλελευθερισμού και του κοσμοπολιτισμού που αποτελούν απελευθερωτικά επιτεύγματα και προτάγματα της αστικής τάξης. Και παρά τα κοσμοϊστορικά γεγονότα του 1989, το μοτίβο της σύμπτωσης συνεχίζεται, όπως καταμαρτυρούν οι παραλλήλου πνεύματος τοποθετήσεις ΚΚΕ και ΛΑΟΣ επί διαφόρων ζητημάτων, όπως το σχολικό εγχειρίδιο της ιστορίας και οι πρόσφατες τοποθετήσεις και η στάση τους στο ζήτημα του Κοσόβου, με το ΚΚΕ να επιμένει «πατριωτικά» και στο ζήτημα της ονομασίας των Σκοπίων. Σε ομιλία της στην Αθήνα, στις 25/2/08, η κα Παπαρήγα ανέφερε επί λέξει ότι «ζητήσαμε να μην αναγνωριστεί το προτεκτοράτο του Κοσυφοπεδίου …. Όσον αφορά το όνομα της ΠΓΔΜ, ζητήσαμε ο όρος Μακεδονία ή σχετικό παράγωγο να εκφράζει μόνο γεωγραφική έννοια … Η απάντηση στον εθνικισμό δεν είναι βέβαια ο κοσμοπολιτισμός που εκφράζει τα συμφέροντα του κεφαλαίου …». Εν ολίγοις, το ΚΚΕ απορρίπτοντας τον κοσμοπολιτισμό του Διαφωτισμού, βγάζει τον εθνικισμό από την πόρτα και τον ξαναμπάζει απ` το παράθυρο.

Μεγαλύτερη όμως απογοήτευση προκαλούν οι τοποθετήσεις και η στάση της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής αριστεράς που δεν διαφοροποιείται από τη συνολική εθνική ομοψυχία. Ηγεσία και στελέχη του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ έσπευσαν να καλέσουν την κυβέρνηση να μην αναγνωρίσει το μονομερώς ανεξαρτητοποιούμενο νατοϊκό προτεκτοράτο του Κοσόβου, σε ευθυγράμμιση με το σερβικό εθνικισμό και τα ρωσικά γεωπολιτικά ενδιαφέροντα, αντί για την αναγνώριση μέσα από τις διαδικασίες του ΟΗΕ, με σεβασμό των αρχών του διεθνούς δικαίου και των δικαιωμάτων των μειονοτήτων. Όσο για την ΠΓΔΜ, υπήρξε πλήρης ταύτιση με το ΚΚΕ και τη σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό, αντί για την τολμηρή και ριζοσπαστική θέση για χρήση της συνταγματικής τους ονομασίας, όπως υποστήριξε και η νεολαία του ΣΥΝ και όπως συμβαίνει με 120 τουλάχιστον κράτη του πλανήτη και με πολλούς από τους εταίρους μας στην Ε.Ε. Συνέχεια της συντηρητικής διολίσθησης αποτέλεσε, με αφορμή την αποχώρηση του Κάστρο, όχι η αιτιολόγηση αλλά η δικαιολόγηση του ολοκληρωτικού κουβανικού καθεστώτος με το αλήστου μνήμης επιχείρημα της περικύκλωσης από τον ιμπεριαλιστικό εχθρό, το οποίο χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα για να δικαιολογήσει το σταλινικό ολοκληρωτισμό και τα εγκλήματα του «υπαρκτού» κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου.

Για μια αριστερά που επαίρεται για τις παρακαταθήκες του Γκράμσι, του Μπερλιγκουέρ και του Πουλαντζά και για την οποία οι αξίες του Διαφωτισμού και ο πολιτικός φιλελευθερισμός αποτελούν οργανικό στοιχείο της πορείας και του οράματος του σοσιαλισμού με δημοκρατία και ελευθερία, τέτοιου είδους τοποθετήσεις ακυρώνουν την ίδια την ταυτότητά της. Όπως η Αριστερά στη Γερμανία, η οποία σημειώνει διαδοχικές επιτυχίες και στο συνέδριό της δια στόματος Λόταρ Μπίσκι αποκήρυξε επισήμως τον «υπαρκτό» και καταδίκασε κάθε μορφή ολοκληρωτισμού, έτσι και η δική μας αριστερά, αν θέλει δικαίως να αποκαλείται ανανεωτική και ριζοσπαστική, θα πρέπει να έλθει σε ουσιαστική ρήξη με τον εθνικισμό και με τρόπους σκέψεις και μεθόδους κληρονομημένες από το παρελθόν, διαφορετικά, το νέο που ευαγγελίζεται θα μοιάζει όλο και πιο πολύ με το παλιό.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι