Διάλογος για την ανάπτυξη και τις μεταρρυθμίσεις

, Το Βήμα της Κυριακής, 01/06/2008

Η ελληνική οικονομία αντιμετωπίζει σήμερα μια κρίση πολυεπίπεδη, με ασυνήθιστη ένταση και αβέβαιη έκβαση. Πριν από λίγες εβδομάδες ο διοικητής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας προέβη σε δραματικές επισημάνσεις για τις δυσκολίες προσαρμογής της Ελλάδας στις απαιτήσεις της ΟΝΕ, ενώ ανάλογες προειδοποιήσεις μάς απευθύνουν πλέον ανοιχτά και άλλοι διεθνείς οργανισμοί. Με αυτή την αφορμή θεωρούμε επιβεβλημένο να διατυπώσουμε δημόσια ορισμένες απόψεις συμβάλλοντας έτσι όσο μπορούμε στο να ξεκινήσει επειγόντως ένας ουσιαστικός διάλογος πάνω στα προβλήματα που ετέθησαν.

Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα βρίσκεται καθηλωμένη σε ένα επιδεινούμενο παραγωγικό αδιέξοδο: χάνει διαρκώς θέση στις διεθνείς αγορές, προσελκύει ελάχιστες παραγωγικές επενδύσεις και απουσιάζει από τις κοσμογονικές αλλαγές της γνώσης και της τεχνολογίας. Την ίδια στιγμή η ραγδαία αύξηση της κατανάλωσης και ο υπέρμετρος δανεισμός έχουν προκαλέσει ένα εκρηκτικό και πρωτοφανές έλλειμμα στο ισοζύγιο πληρωμών. Η υπερσυγκέντρωση των λιγοστών επενδύσεων στον τομέα της κατοικίας και οι μαζικές πωλήσεις ακίνητης περιουσίας σε ξένους δημιούργησαν μερικά εισοδήματα τα οποία όμως ούτε επαρκούν ούτε είναι επαναλήψιμα για τη διαρκή χρηματοδότηση της εισαγόμενης ευημερίας. Η διεθνής τραπεζική κρίση που έχει πρόσφατα ξεσπάσει συνθλίβει τις πιστωτικές δυνατότητες των πιο αδυνάμων, ενώ η ακρίβεια στα τρόφιμα και στα καύσιμα επιτείνει ακόμη περισσότερο τα αδιέξοδα του οικογενειακού προϋπολογισμού.

Αν δεν υπήρχε η ασπίδα του ευρώ, το νόμισμά μας θα είχε υποστεί απανωτές υποτιμήσεις οι οποίες θα έπλητταν κυρίως τους μισθωτούς και τα νοικοκυριά, όπως συνέβη και με την κατάρρευση της Αργεντινής πριν από λίγα χρόνια. Και άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου παρουσιάζουν εξωτερικά ελλείμματα και στέρηση ανταγωνιστικότητας, καμία όμως στην έκταση και στην ένταση της Ελλάδας. Κινδυνεύει να χαθεί έτσι οριστικά η δυναμική της ανάπτυξης που κατακτήσαμε με την ένταξη στην ΟΝΕ τα προηγούμενα χρόνια και μπορεί να δούμε την Ελλάδα να ξαναμπαίνει σε τροχιά μόνιμης απόκλισης από τις πιο ανεπτυγμένες χώρες.

Αν η κατάσταση αυτή δεν αλλάξει σύντομα, οι έλληνες πολίτες ίσως να μη χρειαστεί να μεταναστεύσουν ξανά στη Γερμανία για να βρουν δουλειά, όπως απειλητικά περιέγραψε πρόσφατα ο διεθνής Τύπος, σίγουρα όμως θα βλέπουν τη ζωή τους να δυσκολεύει, τα εισοδήματα να μην επαρκούν και τις ευκαιρίες ευημερίας να εξαφανίζονται. Δεν μας αξίζει μια τέτοια εξέλιξη. Η ευρωπαϊκή σύγκλιση, οι υποδομές, τα μεγάλα έργα, καθώς και οι σημαντικές μεταρρυθμίσεις που έγιναν τα προηγούμενα χρόνια, είχαν δημιουργήσει ευνοϊκές συνθήκες για να ξεφύγουμε από τον κλοιό της υστέρησης και να διαμορφώσουμε μια θετική προοπτική μέσα στην Ευρωπαϊκή Ενωση με περισσότερη ευημερία, απασχόληση και ασφάλεια.

Προϋπόθεση ήταν όμως η διαρκής κινητοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων, η έγκαιρη εφαρμογή των απαραίτητων διαρθρωτικών πολιτικών, ο εκσυγχρονισμός της διοίκησης, η σοβαρή και ουσιαστική αναβάθμιση της Παιδείας, η επιχειρηματικότητα του ανταγωνισμού και όχι της κρατικής εύνοιας για την αύξηση της απασχόλησης και της αμοιβής της. Αυτά και μόνο θα μπορούσαν να συμβάλουν στην παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, στην ενεργό συμμετοχή μας στον διεθνή καταμερισμό της παγκοσμιοποίησης και στην απρόσκοπτη παραμονή μας στο κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα. Διαφορετικά η επανάσταση στη λογική του «αυτόματου πιλότου» θα μας χαρίσει ίσως μερικά ακόμη χρόνια ψευδοευδαιμονίας, μεταγενέστερα όμως θα επωάσει ακόμη μεγαλύτερα αδιέξοδα.

Οπως και άλλες κοινωνίες που προοδεύουν, η Ελλάδα χρειάζεται σήμερα να οργανώσει τις δυνατότητές της με άξονα τη γνώση, την επιχειρηματικότητα και τις επενδύσεις και να πιστέψει σε αυτές. Οι μεταρρυθμίσεις και οι αλλαγές θα κριθούν από το αν ενισχύουν ή δυσκολεύουν την επίτευξη αυτού του στόχου. Για παράδειγμα:

* Είναι φανερή σήμερα η ανάγκη αναδιάρθρωσης του διοικητικού μοντέλου της χώρας προς την κατεύθυνση της απλοποίησης, της αποτελεσματικότητας και της ανάληψης ευθύνης. Οι αναχρονιστικές γραφειοκρατίες, τα αλλεπάλληλα επίπεδα διοίκησης και η έξαρση των κομματικών παρεμβάσεων έχουν δημιουργήσει ένα ανεξέλεγκτο και αντιπαραγωγικό σύστημα που αποθαρρύνει τις επενδύσεις, χωρίς όμως και να προστατεύει το περιβάλλον· έναν μηχανισμό ιδιαίτερα δαπανηρό που επιβαρύνει τον φορολογούμενο πολίτη χωρίς να τον εξυπηρετεί, που αδυνατεί να παρέμβει σε έκτακτες καταστάσεις, χωρίς όμως και να προνοεί για την πρόληψή τους, όπως τόσο δραματικά είδαμε να συμβαίνει στις περυσινές πυρκαϊές και στην τωρινή διατροφική κρίση.

* Τα δημόσια εκπαιδευτικά ιδρύματα, αντί να εφοδιάζουν τη νέα γενιά με γνώση, αξίες και επαγγελματικά προσόντα, χάνουν διαρκώς θέση στη διεθνή κατάταξη ποιότητας και μετατρέπονται όλο και περισσότερο σε πεδία τυφλών συγκρούσεων και παραταξιακών διευθετήσεων. Ετσι πλήττεται καίρια η αξιοπιστία των σπουδών και οι αυριανοί πτυχιούχοι θα αναγκαστούν να γίνουν υποτελείς της όποιας κομματικής εύνοιας για να μπορέσουν να βρουν μία θέση εργασίας.

* Πολλές επιχειρήσεις, αντί να επενδύουν, να καινοτομούν και να παράγουν ανταγωνιστικά προϊόντα, καταφεύγουν όλο και συχνότερα στην εμπορική κερδοσκοπία σε βάρος και του καταναλωτή και του παραγωγού. Η αδυναμία συγκρότησης ισχυρών ελληνικών επιχειρήσεων, η αθρόα μετανάστευση των επενδύσεων σε χώρες χαμηλού κόστους εργασίας χωρίς αναπλήρωση από άλλες εγχώριες παραγωγικές δραστηριότητες και η μαζική καταναλωτική ψύχωση στην προτίμηση εισαγομένων προϊόντων έχουν σταδιακά οδηγήσει στη δραματική επιδείνωση της διεθνούς θέσης της χώρας μας.

Ασφαλώς και δεν είναι μόνο αυτά τα προβλήματα που υπάρχουν σήμερα και αξίζουν προσοχής. Πολλά άλλα ζητήματα απασχολούν την ελληνική κοινωνία και διαμορφώνουν την καθημερινή «ατζέντα» των οργανωμένων διεκδικήσεων και της αγωνίας των πολιτών αλλά όμως και όσων ιδιοτελώς επιχειρούν μέσα στη γενικότερη σύγχυση και απαξίωση να επωφεληθούν από τη διαχείριση της ατομικής και συλλογικής ανασφάλειας. Ολα αυτά τα προβλήματα όχι μόνο δεν θα λυθούν αλλά θα οξυνθούν περισσότερο αν η ελληνική οικονομία δεν σταθεί στα πόδια της και συνεχίσει, όπως σήμερα, να στηρίζεται σε μια δανειακή ευημερία, διαρκώς διογκούμενη ώσπου να καταρρεύσει.

Για να αντιμετωπιστούν και τα μικρά και τα μεγαλύτερα προβλήματα χρειάζεται σήμερα ένας νέος προσανατολισμός ανάπτυξης και παραγωγής. Χρειάζεται να υπάρξει μια αποτελεσματική αντιμετώπιση όλων εκείνων των φαινομένων που αναπαράγουν τη στασιμότητα και την παραίτηση από τις δυνατότητες και τα πλεονεκτήματα που έχει η χώρα μας. Να ξεκινήσει μια προσπάθεια που να διασφαλίζει τη συμπόρευσή μας με την ευρωπαϊκή πρόοδο, να περιορίζει τον υπερδανεισμό και τα ελλείμματα και να αποτρέπει τις δυσοίωνες εκδοχές. Η προσπάθεια αυτή δεν θα τελεσφορήσει ούτε με τη βιαστική εκχώρηση στρατηγικών τομέων της οικονομίας υπό το κράτος δημοσιονομικού άγχους ούτε με την πεισματική υπεράσπιση παράλογων και ιδιοτελών προνομίων, ούτε φυσικά με τις αδιέξοδες συνταγές του νεοφιλελευθερισμού. Εξίσου ατελέσφορες θα είναι και οι γενικόλογες επικλήσεις αύξησης της παραγωγικότητας όταν αυτές δεν περιλαμβάνουν αμοιβαίες δεσμεύσεις και προαποφασισμένους κανόνες συμμετοχής των εργαζομένων στα προσδοκώμενα οφέλη.

Πέρα από κομματικές περιχαρακώσεις ή συντεχνιακές οχυρώσεις και χωρίς την απατηλή νοσταλγία του κρατισμού, χρειάζεται να απαντήσουμε θετικά στις προκλήσεις διαμορφώνοντας μια νέα κοινωνική συμφωνία με την απαραίτητη πολιτική αξιοπιστία. Μια συμφωνία η οποία θα περιέχει δεσμευτικούς στόχους για περισσότερες επιχειρηματικές και δημόσιες επενδύσεις, στοχευμένες μεταρρυθμίσεις για τη βελτίωση της Παιδείας, την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας αλλά και του ανταγωνισμού, περισσότερη και καλύτερα αμειβόμενη απασχόληση, δικαιότερο και πιο αποτελεσματικό κοινωνικό κράτος. Οχι μόνο να δημιουργεί ευκαιρίες ευημερίας αλλά και να οργανώνει τις δυνατότητες συμμετοχής σε αυτήν των πιο αδυνάμων. Η παραγωγική συμφωνία που επιτεύχθηκε με πολύ κόπο στη Γερμανία τα προηγούμενα χρόνια ανάμεσα στις επιχειρήσεις και στα συνδικάτα και οδήγησε σε μια στιβαρή οικονομική ανάπτυξη με νέες επενδύσεις, περισσότερη απασχόληση και υψηλότερες αμοιβές αποτελεί ένα χρήσιμο παράδειγμα.

Οπως δέκα χρόνια πριν η αταλάντευτη επιλογή της ένταξης στην ΟΝΕ διέσωσε τη χώρα από τριτοκοσμικές περιπέτειες, έτσι και σήμερα μόνο η υιοθέτηση ενός νέου προτύπου δυναμικής, ανταγωνιστικής και ισόρροπης ανάπτυξης μπορεί να διασφαλίσει την απρόσκοπτη πορεία της Ελλάδας μαζί με τις άλλες ευρωπαϊκές κοινωνίες και να ανακόψει την απόκλιση και την υστέρηση που διαφορετικά θα είναι η μοιραία - αλλά διόλου αναπόφευκτη - κατάληξη.

Το ανωτέρω κείμενο υπογράφουν με αλφαβητική σειρά οι εξής:

Ζαννιάς Γιώργος - Ζορμπά Μυρσίνη - Ιωακειμίδης Παναγιώτης, - Ιωαννίδης Σταύρος - Καλογήρου Γιάννης - Κοντογιαννόπουλος Βασίλης - Κουκιάδης Γιάννης - Λιαρόπουλος Λυκούργος - Μπίστης Νίκος - Πασχαλίδης Γιώργος - Πολεμαρχάκις Ηρακλής - Στουρνάρας Γιάννης - Τσακλόγλου Πάνος - Τσούκας Χαρίδημος - Χριστοδουλάκης Νίκος.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι