Πορεία προς τα πίσω ή πολιτική διεύθυνση της ΟΝΕ;

Μιχάλης Παπαγιαννάκης, Αυγή, 30/11/2003

Η πρόσφατη κρίση με αφορμή το Σύμφωνο Σταθερότητας αντιμετωπίστηκε από τα περισσότερα ΜΜΕ, αλλά και από πολιτικές δυνάμεις, περιλαμβανομένων και αριστερών, με περισσή γενικολογία, άσχετες παρατηρήσεις, μπόλικη άγνοια των πραγματικών δεδομένων και διακυβευμάτων. Όμως η γενικολογία και η υπερβολή ποτέ δεν ήταν καλοί σύμβουλοι για την κατάστρωση μιας πολιτικής, πέρα από την εναγώνια επιδίωξη καταγγελτικης ταυτότητας. Το Σύμφωνο Σταθερότητας καθαυτό, οι πρόσφατες παραβιάσεις του και ο τελικός "συμβιβασμός" επιδέχονται πολλή και σκληρή κριτική, αλλά όχι για οποιονδήποτε λόγο, ενώ για να μπορεί να συζητηθεί και να ανοίγει δρόμο για εναλλακτικές προτάσεις πρέπει να είναι σαφές από ποια σκοπιά γίνεται και με ποιες στοχεύσεις.

Το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης (αυτός είναι ο πλήρης τίτλος του) αποτελεί στοιχείο της Συνθήκης της Ε.Ε. και αναγκαίο, ως λέγεται, συμπλήρωμα της ΟΝΕ και του ευρώ. Στην ουσία προβλέπει ότι καμιά χώρα του ευρώ δεν μπορεί να έχει δημόσια ελλείμματα ανώτερα από το 3% του ΑΕΠ και ότι, αν έχει, τότε δέχεται συστάσεις για να προχωρήσει στη μείωσή τους και αν δεν το κάνει τότε υφίσταται κυρώσεις που καταλήγουν σε "πρόστιμο", το οποίο μπορεί να φτάσει το 0,5% του ΑΕΠ. Αυτή η ρύθμιση κατηγορήθηκε ως γενεσιουργός αντικοινωνικής πολιτικής (μείωση κοινωνικών δαπανών κ.λπ.). Φυσικά μπορεί να είναι το πρόσχημα ή η αφορμή για τέτοια πολιτική. Αλλά όχι "νομοτελειακά", που λένε κάποιοι. Η Δανία έχει μια από τις υγιέστερες δημοσιονομικές πολιτικές με ελάχιστα ελλείμματα αλλά έχει και το περίπου καλύτερο κοινωνικό κράτος στην Ε.Ε. αν όχι στον κόσμο. Πώς γίνεται αυτό; Μα πολύ απλά, το χρηματοδοτεί με μεγαλύτερα και καλύτερα κατανεμημένα δημόσια έσοδα. Ένα έλλειμμα μειώνεται είτε με μείωση των δαπανών (και εδώ υπάρχει επίσης πολιτική επιλογή: ποιες δαπάνες;) είτε με αύξηση των εσόδων (από ποιους και πώς, είναι επίσης θέμα πολιτικών επιλογών) είτε και με τα δυο. Η δημοσιονομική σταθερότητα δεν αντιμάχεται εξ ορισμού την κοινωνική πολιτική, άσε που η δημοσιονομική αστάθεια υπονομεύει έντονα και μακροχρόνια το εισόδημα, ιδίως των ασθενεστέρων. Πού είναι λοιπόν το πρόβλημα; Μα στο ότι το Σύμφωνο Σταθερότητας είναι ένα τεχνητός τυφλοσούρτης: όποιος είναι πέρα από την μπάρα του 3% είναι "κακός, όποιος είναι από την εδώ μεριά είναι "καλός" ! Και γιατί 3% και όχι 4% ή 2,5% ή όποιο άλλο όριο; Σε αυτό το παιχνίδι της μπερλίνας δεν υπάρχει θεωρητική απάντηση. Ορίστηκε έτσι εμπειρικά. Αλλά κάτι έπρεπε να υπάρχει, γιατί αλλιώς αν ο καθένας έλυνε τα οικονομικά και κοινωνικά του προβλήματα με την εύκολη λύση των δημόσιων ελλειμμάτων, σε συνθήκες κοινού νομίσματος, θα τα έλυνε εις βάρος των άλλων μελών της ζώνης, τουλάχιστον εκείνων που δεν θα προχωρούσαν στην ίδια "λύση". Και αν όλοι κατέληγαν να την εφαρμόσουν, το ευρώ θα έχανε αξία και αξιοπιστία, με σοβαρότατες συνέπειες και για το ευρώ και για την οικονομία όλων και του καθενός και για... την κοινωνική πολιτική. Ωστόσο αυτό το "κάτι" που αποφασίστηκε, δηλαδή το Σύμφωνο Σταθερότητας, έχει το τεράστιο ελάττωμα να είναι μηχανικό, αυτόματο, απολιτικό. Το "λογικό" θα ήταν μια πολιτική εξουσία που θα αποφάσιζε, όχι με ένα προκαθορισμένο 3% αλλά με ανάλυση της συγκυρίας, αν και πότε και πώς η οικονομία και το νόμισμα χρειάζονται ή συμβιβάζονται με δημόσιο έλλειμμα ή όχι, και βεβαίως από κοινού, για όλα τα μέλη της ζώνης, με κοινή αντίληψη για την ανάπτυξη και την κοινωνική πολιτική.

Όμως μια τέτοια εξουσία δεν υπάρχει και δεν μπορεί να ασκείται με "τεχνικό" τρόπο. Πρόκειται για μια κατεξοχήν πολιτική εξουσία, που μάλιστα δεν μπορεί καν να είναι μερική, είναι απολύτως αναπόφευκτο σε δημοκρατικό πλαίσιο να είναι ενταγμένη στην όλη πολιτική εξουσία και δημοκρατικά νομιμοποιημένη. Και αυτό αποτελεί και καίριο και κύριο αίτημα του αριστερού ευρωπαϊσμού, γιατί η πρωτοκαθεδρία της πολιτικής λειτουργίας επιτρέπει και την παρέμβαση του πολιτικού αγώνα για αλλαγή συσχετισμών και πολιτικής. Έτσι κι αλλιώς, η σημερινή αντίφαση αναδεικνύεται ανάγλυφα: αφού δεν προχώρησε όπως θα έπρεπε η πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης που θα επέτρεπε και θα νομιμοποιούσε τέτοιες εξουσίες και επειδή η ανάγκη κοινής δημοσιονομικής πολιτικής επιβάλλεται από το ευρω τι να κάνουμε; Αναθέτουμε τα καθήκοντα αυτά σε ένα αυτόματο πιλότο, το Σύμφωνο Σταθερότητας! Φυσικά η πολιτική λειτουργία δεν ανέχεται τέτοια ερζάτς και τελικά εκδικείται: Η Γαλλία και η Γερμανία, που σημειωτέον ενθέρμως είχαν υποστηρίξει το Σύμφωνο, το παραβιάζουν σήμερα με επιχειρήματα πολιτικά!

Και τώρα τί γίνεται; Να πούμε καταρχήν ότι η Κομισιόν και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα έχουν δίκιο: υπάρχει η Συνθήκη και ο νόμος, και πρέπει να γίνουν σεβαστά. Αν δεν μας αρέσουν τα όσα προβλέπουν, να τα αλλάξουμε. Αλλά προς ποια κατεύθυνση; Και εδώ όλοι οφείλουμε να έχουμε απαντήσεις. Κάτι γενικόλογα και αμήχανα του τύπου να καταργηθεί το Σύμφωνο Σταθερότητας χωρίς να αφήνουν να εννοηθεί τίποτε άλλο ή αφήνοντας να εννοηθούν απίθανα και καταστροφικά της ενοποίησης σενάρια είναι δείγματα στρεψοδικίας ή περιθωριακής πολιτικής συμπεριφοράς. Το "ηλίθιο", κατά τον Πρόντι, Σύμφωνο (ηλίθιο γιατί εκ κατασκευής δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει πολιτική κρίση και πολιτική επιλογή) πρέπει να αντικατασταθεί από πολιτικό μηχανισμό που θα ασκεί διαχείριση και διεύθυνση και στρατηγικό σχεδιασμό ως προς τα δημοσιονομικά, την οικονομική πολιτική, τη νομισματική πολιτική. Το υπό συζήτηση Σύνταγμα θα ήταν μια καλή ευκαιρία να γίνουν βήματα προς αυτήν την κατεύθυνση, για όλους ή μόνο για τα μέλη της Ευρωζώνης. Αν η κριτική στο Σύμφωνο δεν γίνεται από αυτήν τη σκοπιά είναι άσκοπη, άχρηστη ή και επικίνδυνη για την πορεία της ευρωπαϊκής πολιτικής ενοποίησης, και τότε καλύτερα να μείνουμε με το Σύμφωνο Σταθερότητας έως την επόμενη κρίση...

H ΑΥΓΗ 30/11/2003

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι