Πώς η χούντα παγίδευσε τον Μακάριο

ΤΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΤΟ 1974

Μακάριος Δρουσιώτης, Ελευθεροτυπία, 14/07/2008

Στις αρχές Ιουλίου 1974 κορυφώθηκε η κρίση στις σχέσεις Μακάριου - χούντας. Ο πρόεδρος της Κύπρου, με επιστολή του στον πρόεδρο της Ελλάδας Φαίδωνα Γκιζίκη, ζητούσε την άμεση ανάκληση όλων των Ελλήνων αξιωματικών της Εθνικής Φρουράς, οι οποίοι υποβοηθούσαν τη δράση της οργάνωσης ΕΟΚΑ Β.

Το σχέδιο ΑΣΠΙΣ δεν ενεργοποιήθηκε ποτέ, διότι η χούντα παραπλάνησε τον Μακάριο

Πολλοί -ακόμη και ο Βάσος Λυσσαρίδης σε πρόσφατη συνέντευξή του- θεωρούν την επιστολή αυτή του Μακάριου το μοιραίο του λάθος. Ωστόσο, η ιστορική έρευνα κατέδειξε ότι η απόφαση για πραγματοποίηση του πραξικοπήματος, στις 8 το πρωί της 15ης Ιουλίου, είχε προηγηθεί της επιστολής.

Ο Μακάριος ρωτήθηκε αρκετές φορές μετά το πραξικόπημα γιατί δεν έλαβε τα απαραίτητα μέτρα πριν αποστείλει την επιστολή του στον Γκιζίκη. Η απάντησή του ήταν πως πίστωνε τους Ελληνες αξιωματικούς με περισσότερο πατριωτισμό. Στην πραγματικότητα δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι είχε αποπλανηθεί. Διότι η χούντα εφάρμοσε ένα ευφυέστατο σχέδιο αποπλάνησής του και ο Μακάριος έπεσε στην παγίδα της.

Η πραγματικότητα ήταν ότι η κυβέρνηση της Κύπρου φοβόταν το πραξικόπημα, ειδικά μετά την επικράτηση της χούντας του Ιωαννίδη. Μάλιστα, στα τέλη του 1973 η κυπριακή κυβέρνηση κατάρτισε σχέδιο επιχειρήσεων για την αντιμετώπιση του πραξικοπήματος, υπό την επωνυμία ΑΣΠΙΣ 3.

Τον Ιούλιο του 1974, όταν κλιμακώθηκε η κρίση στις σχέσεις Αθηνών - Λευκωσίας, ο Μακάριος έστειλε στην Τσεχοσλοβακία σε ειδική αποστολή τον συνεργάτη του, διευθυντή της ΚΥΠ, Γεώργιο Τομπάζο, ο οποίος εξασφάλισε ποσότητα 1.000 τσεχικών αυτόματων όπλων με τα πυρομαχικά τους, για να εξοπλίσει τις δυνάμεις που είχαν οργανωθεί για την αντίσταση κατά του πραξικοπήματος.

Τα όπλα αγοράστηκαν από την κυβέρνηση της Κύπρου και παραδόθηκαν άμεσα. Στις 9 Ιουλίου 1974, έξι μέρες πριν από το πραξικόπημα, προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο Λευκωσίας ένα εμπορικό αεροσκάφος των τσεχικών αερογραμμών με το πολεμικό υλικό. Το φορτίο παραλήφθηκε με άκρα μυστικότητα, αλλά αντί να μοιραστεί στις ομάδες πολιτών που είχαν συγκροτηθεί με βάση το σχέδιο ΑΣΠΙΣ, μεταφέρθηκε και αποθηκεύτηκε στο υπόγειο του αρχιεπισκοπικού μεγάρου. Εκεί τα εντόπισαν και τα οικειοποιήθηκαν οι πραξικοπηματίες όταν κατέλαβαν το κτίριο.

Γιατί ο Μακάριος αποθήκευσε τα όπλα και γιατί δεν τέθηκε σε εφαρμογή το σχέδιο ΑΣΠΙΣ; Η απάντηση είναι πολύ απλή. Ο Μακάριος δεν περίμενε εκείνο το μοιραίο πρωί πραξικόπημα, όχι διότι πίστωνε τους χουντικούς αξιωματικούς με περισσότερο πατριωτισμό, αλλά επειδή η χούντα τού έδεσε τα μάτια:

Η ελληνική κυβέρνηση διαβίβασε, στις 6 Ιουλίου, μέσω του πρέσβη της στη Λευκωσία Ευστάθιου Λαγάκου, πρόσκληση στον Μακάριο να επισκεφθεί την Αθήνα για συνομιλίες. Ενημερώνοντας τηλεφωνικά τον υπουργό Εξωτερικών της Κύπρου Ιωάννη Χριστοφίδη, ο Λαγάκος του είπε ότι είχε προτείνει «επίσκεψιν του Μακαριωτάτου εις Αθήνας διά συζήτησιν του όλου θέματος και ο Μακαριώτατος απεδέχθη μεν την πρόσκλησιν, αλλά έθεσεν ως προϋπόθεσιν την αποδοχήν των όσων έχει αποφασίσει», δηλαδή την εξυγίανση της Εθνικής Φρουράς.

Η φορτωτική του οπλισμού που έφτασε στην Κύπρο στις 9 Ιουλίου 1974, έξι μέρες πριν από το πραξικόπημα.

Αποστολή Κωνσταντόπουλου

Την επόμενη μέρα, ο πρωθυπουργός του καθεστώτος Ανδρουτσόπουλος έστειλε στην Κύπρο, ως προσωπικό του απεσταλμένο, τον εκδότη της εφημερίδας «Ελεύθερος Κόσμος» Σάββα Κωνσταντόπουλο, με οδηγίες να διαμεσολαβήσει προς τον Μακάριο με σκοπό την εκτόνωση της κρίσης. Ο Ανδρουτσόπουλος ήταν στην ουσία ένα ανδρείκελο, που ούτε την εξουσία είχε ούτε την πυγμή να αναλάβει οποιαδήποτε πρωτοβουλία που θα συγκρουόταν με τα σχέδια του Ιωαννίδη.

Ο Ανδρουτσόπουλος γράφει στα απομνημονεύματά του ότι οι οδηγίες του προς τον Κωνσταντόπουλο ήταν να τονίσει στον Μακάριο «ότι εν όψει των μεγάλων εθνικών κινδύνων οφείλει να συνομιλήσει με την Ελλάδα ως Ελλην με την Μητέρα Πατρίδα, και να αποδεχθή προς τούτο πρόσκλησιν της Ελληνικής Κυβερνήσεως, όπως επισκεφθή τας Αθήνας».

Ο Μακάριος δέχτηκε αμέσως τον Κωνσταντόπουλο και το βράδυ του παρέθεσε δείπνο στο προεδρικό. Μετά το δείπνο, συζήτησε μαζί του το πρόβλημα των σχέσεών του με την Αθήνα. Ο Μακάριος ανέλυσε το ιστορικό της κρίσης, δίνοντας έμφαση στην ανάμιξη Ελλήνων αξιωματικών στην ΕΟΚΑ Β. Δήλωνε έτοιμος για συνδιαλλαγή, αλλά έθετε ως βασική προϋπόθεση τη διάλυση της ΕΟΚΑ Β και την κάθαρση στην Εθνική Φρουρά.

Ο ρόλος του Α. Αζίνα

Σ’ αυτό το παρασκήνιο ήταν αναμειγμένος και ο Ανδρέας Αζίνας, διοικητής συνεργατικής αναπτύξεως και προσωπικός φίλος του Κωνσταντόπουλου. Ο Αζίνας, όπως παραδέχεται ο ίδιος, διατηρούσε δεσμούς τόσο με το καθεστώς Παπαδόπουλου όσο και με τον Ιωαννίδη. Ο Αζίνας αναφέρει ότι ο Κωνσταντόπουλος πρότεινε στον Μακάριο μια συμβιβαστική πρόταση, σύμφωνα με την οποία θα αποσυρόταν η αξίωση για άμεση ανάκληση όλων των Ελλαδιτών αξιωματικών. Αντί αυτού, θα ανακαλούνταν σε πρώτη φάση ορισμένοι αξιωματικοί, ενώ σταδιακά θα αντικαθίσταντο όλοι με αξιωματικούς που θα τύγχαναν της έγκρισης του Μακάριου. Ο Μακάριος, κατά τον Αζίνα, αποδέχτηκε την πρόταση και ανέμενε την απάντηση των Αθηνών.

Στις 8 Ιουλίου, ο Αζίνας συνόδευσε τον Κωνσταντόπουλο στο αεροδρόμιο Λευκωσίας, από όπου αναχώρησε για την Αθήνα. Ο Κωνσταντόπουλος πήγε από το αεροδρόμιο κατ’ ευθείαν στο γραφείο του Ανδρουτσόπουλου και τον ενημέρωσε για τη συνομιλία του με τον Μακάριο. Ο Ανδρουτσόπουλος γράφει στα απομνημονεύματά του ότι ο Κωνσταντόπουλος επέστρεψε από την Κύπρο πλήρως απογοητευμένος και ότι σε απάντηση ερώτησής του για τις σκέψεις του Μακάριου, του είπε: «Ο Μακάριος έχει τελειώσει. Εχει παύσει να σκέπτεται οτιδήποτε άλλο εκτός του ρόλου του ως ηγέτου των Πανελλήνων μετά την πτώσιν της Κυβερνήσεως των Αθηνών. (...) Ο Μακάριος έχει κλειδώσει τον νουν του και πετάξει τα κλειδιά».

Ο Μακάριος, ωστόσο, έκρινε ως θετική τη συνεργασία που είχε με τον Κωνσταντόπουλο. Σύμφωνα με ενημέρωση που έκανε ο υπουργός Εξωτερικών Ιωάννης Χριστοφίδης στον πρέσβη Ευστάθιο Λαγάκο, «όπως αντελήφθη ο Μακαριώτατος, ο Κωνσταντόπουλος συνεφώνησε τελικώς μαζί του κι αυτό είναι καλό σημάδι διότι μαζί και με τις δικές του απόψεις που θα μεταφέρη ίσως εκτονωθή η κατάστασις».

Το τιμολόγιο πληρωμής του οπλισμού που αγόρασε ο Μακάριος από την Τσεχοσλοβακία για να εξοπλίσει τις ομάδες αντίστασης στο πραξικόπημα

Πρόταση Χριστοφίδη

Ο υπουργός Εξωτερικών Ιωάννης Χριστοφίδης ανέλαβε προσωπική πρωτοβουλία για εξομάλυνση των σχέσεων Αθηνών - Λευκωσίας. Το ζήτημα συζητήθηκε σε συνεδρία του υπουργικού συμβουλίου, στις 11 Ιουλίου, στην οποία κλήθηκε και ο πρόεδρος της Βουλής Γλαύκος Κληρίδης. Το υπουργικό ενέκρινε συμβιβαστική φόρμουλα που ετοίμασε ο Ιωάννης Χριστοφίδης, η οποία θα υποβαλλόταν στην ελληνική κυβέρνηση.

Ο Χριστοφίδης επισκέφθηκε στην οικία του τον Λαγάκο και του ανακοίνωσε τα ακόλουθα:

«Εν τη προσπαθεία μου όπως αποσοβηθή ρήξις με Εθνικόν Κέντρον και συγχρόνως αποφευχθή ποιοτική αποδυνάμωσις Εθνικής Φρουράς, εισηγήθην σήμερον εις Υπουργικόν Συμβούλιον, παρουσία Αρχιεπισκόπου και Προέδρου Βουλής κ. Κληρίδη, όπως, εάν Αθήναι καταβάλουν επειγόντως πάσαν αποτελεσματικήν προσπάθειαν ίνα διαλυθή ΕΟΚΑ Β».

Εάν η Αθήνα συμφωνούσε, τότε η κυπριακή κυβέρνηση θα επανεξέταζε τη στάση της σε σχέση με το αίτημά της για την ανάκληση όλων των εξ Ελλάδος αξιωματικών.

Ο Χριστοφίδης είπε στον Λαγάκο ότι το υπουργικό συμβούλιο «ουδεμίαν αμφιβολίαν έχει ότι Αθήναι δύνανται προβούν εις διάλυσιν ΕΟΚΑ Β, πάντως δε λάβουν αποτελεσματικά εν τη πράξει μέτρα προς κατεύθυνσιν ταύτην, συμπεριλαμβανομένης και διακοπής πάσης οικονομικής ενισχύσεως εξ Αθηνών, όπερ Κυπριακή Κυβέρνησις είναι εις θέσιν διαπιστώση».

Το μήνυμα του Χριστοφίδη διαβιβάστηκε στην Αθήνα και οι πρώτες αντιδράσεις, όπως τις μετέφερε τηλεφωνικώς ο Κωνσταντόπουλος προς τον Μακάριο, ήταν θετικές. Οπως αναφέρει σε συνέντευξή του ο Ανδρέας Αζίνας, του τηλεφώνησε ο Κωνσταντόπουλος και τον διαβεβαίωσε ότι η εκτόνωση της κρίσης ήταν ζήτημα χρόνου. «Ετσι, στις 11 Ιουλίου έφυγα ξέγνοιαστος και πήγα στο Λονδίνο, συνοδεύοντας τον πεθερό μου, ο οποίος θα έκανε εγχείρηση καρδίας». Αργότερα, ο Ανδρέας Αζίνας αναθεώρησε την εκδοχή του. Σε νέα συνέντευξή του είπε πως ο πεθερός του πήγε στο Λονδίνο για ιατρικές εξετάσεις, διότι υποπτευόταν ότι είχε... καρκίνο στο παχύ έντερο.

Οι αντιφατικές εκδοχές που δίνει ο Αζίνας για τον λόγο της επίσκεψής του στο Λονδίνο, καθώς και το γεγονός ότι πήρε μαζί του όλη του την οικογένεια, δημιουργούν την εύλογη υποψία ότι είχε προειδοποιηθεί για το επικείμενο πραξικόπημα. Αντιθέτως, ο Μακάριος έδωσε πίστη στις διαβεβαιώσεις του Κωνσταντόπουλου ότι κάτι θετικό βρισκόταν σε εξέλιξη.

Η σύσκεψη - παγίδα

Το Σάββατο, 13 Ιουλίου, η χούντα συγκάλεσε σύσκεψη στην Αθήνα για να συζητηθούν οι σχέσεις της με τη Λευκωσία. Στη σύσκεψη συμμετείχαν ο αρχηγός Ενόπλων Δυνάμεων στρατηγός Μπονάνος, ο αρχηγός Στρατού Γαλατσάνος, Αεροπορίας Παπανικολάου και Ναυτικού Αραπάκης, ο αντιστράτηγος Ντενίσης, ο διοικητής της ΕΛΔΥΚ συνταγματάρχης Νικολαΐδης, ο διευθυντής του Β’ Γραφείου της Εθνικής Φρουράς συνταγμάταρχης Μπούρλος, ο διοικητής του κλιμακίου της ΚΥΠ στην Κύπρο αντισυνταγματάρχης Ζιωτόπουλος, ο πρώην διοικητής της ΕΛΔΥΚ ταξίαρχος Κονδύλης, άλλοι αξιωματικοί, ο πρέσβης Λαγάκος, ο υπουργός Εξωτερικών (μετά την παραίτηση Τετενέ) Κυπραίος και άλλοι. Η σύσκεψη έληξε προτού ολοκληρωθεί η συζήτηση και ανακοινώθηκε πως θα συνεχιζόταν τη Δευτέρα 15 Ιουλίου.

Την Κυριακή, 14 Ιουλίου, ενώ βρισκόταν στην εξοχική του κατοικία στον Τρόοδο, ο Μακάριος δέχτηκε τηλεφώνημα από τον επιχειρηματία Κώστα Μαγκλή, ο οποίος είχε επιστρέψει εσπευσμένα από την Αθήνα στην Κύπρο, για να του μεταφέρει πληροφορία που του διαβιβάστηκε μέσω του Ευάγγελου Αβέρωφ ότι θα γινόταν πραξικόπημα. Ο Μακάριος δεν βιάστηκε να τον συναντήσει και του έκλεισε ραντεβού για τη Δευτέρα το πρωί, όταν θα επέστρεφε στη Λευκωσία. «Ακόμη κι αν μου έλεγε ο Μαγκλής ότι θα γινόταν πραξικόπημα, πάλι θα τον έβλεπα τη Δευτέρα», είπε αργότερα.

Ο Μακάριος είχε πέσει στην παγίδα της χούντας και ήταν με την εντύπωση ότι η σύσκεψη στην Αθήνα ήταν συνέχεια των διαβουλεύσεων που γίνονταν παρασκηνιακά για εκτόνωση της κρίσης και ότι δεν αναμενόταν οποιαδήποτε άλλη εξέλιξη πριν από τη σύσκεψη της Δευτέρας. Μάλιστα ο Μακάριος είχε προσκληθεί στην Αθήνα για να πάρει μέρος στις διαβουλεύσεις για ξεπέρασμα της κρίσης. «Δεν ανέμενα πραξικόπημα ακριβώς εκείνη τη μέρα. Ο Ελληνας πρεσβευτής με πληροφόρησε ότι επρόκειτο να γίνει σύσκεψη στις Αθήνες τη Δευτέρα (15 Ιουλίου). Νόμιζα ότι μετά την πραγματοποίηση της σύσκεψης της Δευτέρας, θα μπορούσα να πάρω οποιαδήποτε προφυλακτικά μέτρα ήταν αναγκαία», είπε ο Μακάριος στον Αμερικανό δημοσιογράφο Λόρενς Στερν. «Είπα στον πρεσβευτή ότι δεν έβλεπα κανένα λόγο να μεταβώ στις Αθήνες και να συζητήσω εκείνα τα θέματα. "Διερωτώμαι", συλλογίστηκε χαμογελώντας αινιγματικά, "τι θα μπορούσε να είχε συμβεί, αν αποδεχόμουν την ευγενική εκείνη πρόσκληση"». Την απορία του Μακάριου έλυσε έπειτα από πολλά χρόνια ο υπαρχηγός Ενόπλων Δυνάμεων Οθωνας Κυριακόπουλος, ο οποίος είχε ενεργό συμμετοχή στο παρασκήνιο την περίοδο της χούντας Β’. Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Κυριακόπουλο, εάν ο Μακάριος πήγαινε στην Αθήνα, θα συλλαμβανόταν και θα αποστελλόταν στο Αγιον Ορος.

Εκτός από τις καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις που του έδινε ο Κωνσταντόπουλος, ο Μακάριος πήρε την πληροφορία ότι ο υπουργός Εξωτερικών της Σοβιετικής Ενωσης Γκρομίκο είχε κάνει διάβημα στην Ουάσιγκτον, την Αγκυρα και την Αθήνα, προειδοποιώντας τους πως η Σοβιετική Ενωση θα αντιδρούσε. Ακόμη, έφτασε κοντά του η πληροφορία ότι οι ΗΠΑ είχαν κινηθεί προς τον Ιωαννίδη και του συνέστησαν να μην ανατρέψει τον Μακάριο.

Οταν, λοιπόν, την Κυριακή 14 Ιουλίου διαβιβάστηκαν στον Μακάριο με επιμονή οι πληροφορίες ότι θα γινόταν πραξικόπημα, η απάντησή του ήταν πως αυτές «ήταν μπαγιάτικες». Ο Μακάριος αντιμετώπισε με καλή πίστη τη διαμεσολάβηση του Κωνσταντόπουλου, επειδή σε ανάλογη κρίση, τον Φεβρουάριο του 1972, η κρίση αποκλιμακώθηκε με τον ίδιο τρόπο και με τον ίδιο μεσολαβητή. Αυτή τη φορά η χούντα λογάριαζε διαφορετικά... *

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι