Η αναγνώριση: πραγματικό ή φαντασιακό πρόβλημα;

Σωτήρης Βαλντέν, Ελευθεροτυπία, 13/11/2004

Η αναγνώριση της γείτονος από τις ΗΠΑ με το συνταγματικό της όνομα υπήρξε για τους περισσότερους Ελληνες μια δυσάρεστη έκπληξη. Αυτό που προέχει τώρα είναι να μην παρασυρθεί η χώρα σε αδιέξοδες και σπασμωδικές αντιδράσεις. Παράλληλα είναι ευκαιρία να προβληματιστούμε για τα αίτια της χρεοκοπίας της «μακεδονικής» μας πολιτικής και να συναγάγουμε ορισμένα συμπεράσματα.

Η αναγνώριση δεν διακυβεύει το πραγματικό εθνικό μας συμφέρον.

Η διεθνής αναγνώριση της γείτονος ως «Δημοκρατίας της Μακεδονίας» αποτελεί πρόβλημα για την Ελλάδα όχι διότι διακυβεύεται κάποιο ουσιώδες πραγματικό εθνικό συμφέρον, αλλά διότι είμαστε όμηροι της άφρονος πολιτικής που ακολουθήθηκε την περίοδο 1991-94.

Ορθά εναντιωνόμαστε στη μονοπώληση από τα Σκόπια του όρου Μακεδονία: γεωγραφικά και ιστορικά «ανήκει» σε τρεις τουλάχιστον εθνότητες της περιοχής. Ομως ας μην υπερβάλλουμε στο πρόβλημα: πρώτον, διότι φυσικά δεν πρόκειται εμείς να πάψουμε να χρησιμοποιούμε τον όρο, δεύτερον, γιατί υπάρχουν και άλλα τέτοια παραδείγματα (Λουξεμβούργο, ΗΠΑ. κ.λπ.) που δεν δημιουργούν πρόβλημα και τρίτον, γιατί το επιχείρημα της άλλης πλευράς ότι ο όρος «Δημοκρατία της Μακεδονίας» είναι περιοριστικός σε σχέση με το «Μακεδονία» δεν στερείται βάσης (κατ’ αναλογία λ.χ. του «Irish Republic» και «Eire»).

Το εθνικό συμφέρον από τη διατήρηση της ΠΓΔ Μακεδονίας υπερέχει κατά πολύ από το όποιο συμφέρον να υπάρξει ένα όνομα της αρεσκείας μας. Βασικός στόχος της πολιτικής μας πρέπει να είναι η διατήρηση της ενότητας του γειτονικού κράτους, που είναι συνυφασμένη και με τον ευρωπαϊκό του δρόμο. Τυχόν χρησιμοποίηση ακραίων μέσων πίεσης για το όνομα, όπως στο παρελθόν, θα λειτουργούσε αποσταθεροποιητικά σε μια ήδη πολύ εύθραυστη κατάσταση και πρέπει άρα να αποκλειστεί.

Τα κίνητρα της Ουάσιγκτον

Στα μάτια όλων, πλην της Ελλάδας, η αναγνώριση του συνταγματικού ονόματος φαίνεται μια λογική κίνηση που συμβάλλει στη σταθεροποίηση της περιοχής, αφού ενισχύει τους Σλαβομακεδόνες χωρίς να ενοχλεί τους αντιπάλους τους. Η ενίσχυση αυτή είχε ιδιαίτερη σημασία στη σημερινή συγκυρία, όπου οι εθνικιστές στη γείτονα είχαν βαλθεί με το δημοψήφισμα να τινάξουν στον αέρα την ασταθή ισορροπία που επιβλήθηκε με μύριους κόπους από τη διεθνή κοινότητα.

Ο ισχυρισμός από μέρους μας ότι η αναγνώριση αποσταθεροποιεί την περιοχή καταφανώς δεν ευσταθεί, εκτός αν εννοούμε ότι εμείς θα αποσταθεροποιήσουμε την περιοχή. Κάτι τέτοιο όμως θα μας επανέφερε εκεί όπου ξεκινήσαμε προ δεκαετίας: να είμαστε μέρος του βαλκανικού προβλήματος, αντί για μέρος της λύσης του.

Η στιγμή που επέλεξε η Ουάσιγκτον σχετίζεται με το δημοψήφισμα στη γείτονα, αλλά και με το ότι δεν μπορούσε να προχωρήσει νωρίτερα λόγω της επιρροής του ελληνικού λόμπι στα προεκλογικά των ΗΠΑ. Μετά τις εκλογές, οι ΗΠΑ έχουν «τα χέρια λυμένα». Οι άνθρωποι του Μπους θα χαίρονται ασφαλώς που η χώρα τους μπορεί να κινηθεί την ώρα που η Ε.Ε. έχει παραλύσει δέσμια της αρχής της ομοφωνίας. Θα ήταν όμως τουλάχιστον κουτό η Ευρώπη να επέλεγε να συγκρουστεί με το «μονομερισμό» του Μπους σε ένα θέμα (ίσως το μόνο) όπου όλοι κατά βάθος συμφωνούν με αυτόν, σπρώχνοντας επιπλέον και τα Σκόπια στην αγκαλιά της Ουάσιγκτον σε αντιευρωπαϊκή βάση. Θα ήταν δε διπλά κουτό αυτό να αποτελέσει το δικό μας στόχο.

Τις πταίει;

Σε μια δημοκρατία είναι φυσικό κυβέρνηση και αντιπολίτευση να επιρρίπτουν η μία στην άλλη την ευθύνη για κάθε αρνητική εξέλιξη. Ωστόσο, μια αντικειμενική θεώρηση οδηγεί στις εξής παρατηρήσεις:

Το πρόβλημα που σήμερα αντιμετωπίζουμε δημιουργήθηκε το 1991-94 με συναίνεση των δύο μεγάλων κομμάτων (και σύμπλευση στην πρώτη φάση και του ΣΥΝ). Το δημιούργησε η κυβέρνηση Μητσοτάκη, όμηρος του Αντ. Σαμαρά και πιεζόμενη από το ΠΑΣΟΚ που τότε πλειοδοτούσε. Η κυβέρνηση Αν. Παπανδρέου επέκρινε τον Μητσοτάκη για υποχωρήσεις, απέκλεισε εκ νέου τη συμβιβαστική λύση και σκλήρυνε τη στάση μας, με αποκορύφωμα την επιβολή του περίφημου εμπάργκο. Την εποχή εκείνη εφημερίδες του ΠΑΣΟΚ κατήγγελλαν τους διαφωνούντες ως «πεμπτοφαλαγγίτες». Την «ενδιάμεση συμφωνία» την επέβαλαν (ευτυχώς) οι Αμερικανοί, και μάλιστα με ελάχιστα κομψό τρόπο. Συνεπώς, πράγματι «ουδείς είναι άμοιρος ευθυνών».

Η κυβέρνηση κατηγορεί σήμερα το ΠΑΣΟΚ ότι αδράνησε επί χρόνια. Αυτό δεν είναι ακριβές. Οι κυβερνήσεις Σημίτη αναθεώρησαν στην πράξη την προηγούμενη πολιτική, ανέπτυξαν εποικοδομητικά τις σχέσεις προς αμοιβαίο όφελος και επιδίωξαν επιτυχώς την προώθηση των διμερών μας προβλημάτων διά μέσου της Ε.Ε. Παράλληλα κινήθηκαν και για την επίλυση του προβλήματος του ονόματος, κατά περιόδους πολύ δραστήρια (π.χ. διαπραγματεύσεις με Γκεοργκίεβσκι 2000-01, εντολή προς Σολάνα στο άτυπο συμβούλιο εξωτερικών το Σεπτέμβριο 2002). Η δραστηριότητα αυτή δεν καρποφόρησε απλούστατα γιατί ο (κοινός) στόχος δεν ήταν ρεαλιστικός, πράγμα που φάνηκε εντονότερα την περίοδο της εμφύλιας σύγκρουσης στη γείτονα. Το ότι η Ελλάδα δεν προσπάθησε να εκβιάσει μια λύση για το όνομα σε κρίσιμες στιγμές, τινάζοντας στον αέρα τις προσπάθειες της διεθνούς κοινότητας για σταθεροποίηση, δείχνει απλώς ότι είχε στοιχειώδη συνείδηση του εθνικού της συμφέροντος. Η Ν.Δ. δεν επέκρινε τη στάση αυτή, και ορθά.

Η παρούσα κυβέρνηση δεν μπορούσε ασφαλώς να αποτρέψει την κίνηση των ΗΠΑ. Την αμερικανική απόφαση επέβαλαν η συγκυρία, αλλά και το γεγονός ότι η διαδικασία μέσω του ΟΗΕ καρκινοβατούσε επί χρόνια, με αποτέλεσμα να εξαντλείται η υπομονή των τρίτων. Βέβαια, η προηγούμενη κυβέρνηση, με την έντονη κινητικότητά της στα Βαλκάνια και το γενικότερο διεθνές κύρος που απολάμβανε, είχε κατορθώσει να παρεμποδίσει την εξέλιξη αυτή που κατά καιρούς φημολογούνταν ότι επέκειτο. Εξάλλου, μετά την εξαπάτηση της διεθνούς κοινότητας στο σχέδιο Ανάν με ελλαδική συνενοχή, η Ελλάδα δεν έχει την αξιοπιστία που θα της επέτρεπε να διεκδικήσει πίστωση χρόνου από τους εταίρους σε άλλα θέματα. Πρόκειται για μία ακόμη έκφραση της ζημίας που προκάλεσε η στάση της κυβέρνησης Καραμανλή στο Κυπριακό.

Το δέον γενέσθαι

Ας θυμηθούμε κατ’ αρχάς ότι μπροστά μας δεν έχουμε κάποια εθνική καταστροφή. Η αναγνώριση αποτελεί περισσότερο φαντασιακό παρά πραγματικό πρόβλημα για την Ελλάδα. Προέχουν συνεπώς η αυτοσυγκράτηση και η συνεργασία για να μην εμπλακούμε σε ένα σπιράλ κλιμακούμενου εθνικισμού που τόσο μας έβλαψε στο πρόσφατο ακόμη παρελθόν. Οι οιωνοί είναι μάλλον καλοί, καθώς ο πρωθυπουργός (όχι όμως και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος) και ο Γ. Παπανδρέου έχουν μέχρι στιγμής επιδείξει μετριοπάθεια. Ομως οι πειρασμοί θα παραμείνουν ισχυροί κατά την επόμενη περίοδο. Πειρασμοί για «φυγή προς τα εμπρός» από την κυβέρνηση και για ανέξοδη δημαγωγία από την αντιπολίτευση. Πολλώ μάλλον που οι γνωστές ακραίες φωνές θα κινητοποιηθούν διακομματικά και υπερκομματικά, καλώντας σε «επαναστάσεις» και «αντιιμπεριαλιστικούς αγώνες». Η γρήγορη απεμπλοκή μας από μια αδιέξοδη κινητοποίηση για το Μακεδονικό είναι ιδιαίτερα σημαντική στη συγκυρία των επικείμενων αποφάσεων για την Τουρκία. Η Ελλάδα, με μειωμένη τη διαπραγματευτική της δύναμη από την υπόθεση Ανάν, υποχρεώνεται να παραμερίσει το κεκτημένο του Ελσίνκι στα ελληνοτουρκικά. Ηδη κινδυνεύει να προσθέσει ένα άγονο θέμα που θα μας περιθωριοποιήσει.

Ως προς το ίδιο το «όνομα», είναι, νομίζω, καιρός να ομολογήσουμε στους εαυτούς μας και δημόσια τη χρεοκοπία της πολιτικής που εν αγαστή συμπνοία υιοθετήσαμε προ δωδεκαετίας και ουδέποτε έκτοτε τολμήσαμε να αποκηρύξουμε.

Να κατανοήσουμε ότι η αναγνώριση του συνταγματικού ονόματος της γείτονος αποτελεί εθνική μας ήττα μόνο αν εμείς επιμείνουμε να τη δούμε έτσι. Το να ξέρει μια χώρα να διορθώνει τα λάθη της και να ξεχωρίζει τα πραγματικά από τα φαντασιακά της συμφέροντα είναι δείγμα ισχύος, όχι αδυναμίας.

Η διαδικασία ένταξης της γείτονος στην Ε.Ε. παρέχει και σήμερα τη δυνατότητα να εξεύρουμε μια αμοιβαία αποδεκτή λύση για το όνομα και τα σχετικά με αυτό προβλήματα. Αρκεί να προσεγγίσουμε το όλο θέμα με ρεαλισμό, αποφορτισμένοι από το ντοπάρισμα του παρελθόντος και με όρους εποικοδομητικούς, χωρίς απειλές και φοβέρες, στο πλαίσιο της πολιτικής στήριξης της σταθερότητας στην περιοχή και του ευρωπαϊκού της δρόμου. Υπάρχει ευτυχώς μπροστά μας χρόνος ικανός. Αν τον αξιοποιήσουμε ορθά, το «σοκ» της απόφασης της Ουάσιγκτον μπορεί να αποβεί τελικά σε καλό μας. Ισως δε κάποτε να εκσυγχρονιστούμε τόσο, ώστε να μη χρειαζόμαστε τρίτους -και μάλιστα «καουμπόηδες»- για να καταλάβουμε το συμφέρον μας.

* Ειδικός σε βαλκανικά θέματα, επιστημονικός συνεργάτης στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιου των Βρυξελλών. Οι απόψεις που διατυπώνονται είναι αυστηρά προσωπικές.

Θέμα επικαιρότητας:
FYROM

Σύνολο: 49 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι