Το δέντρο και το δάσος

Πέρα από τη διαχείριση της κρίσης χρειάζεται σχεδιασμός για την ανάπτυξη

Ελίζα Παπαδάκη, Τα Νέα, 14/11/2013

Για πολλοστή φορά ζούμε και αυτό το φθινόπωρο την ανησυχία και την αβεβαιότητα μιας ακόμη επιθεώρησης της οικονομίας και των ακολουθούμενων πολιτικών από την τρόικα. Ξανά κατακλυζόμαστε από πληροφορίες γύρω από διαφωνίες ανάμεσα στους εκπροσώπους της κυβέρνησης και εκείνους της Ευρωπαϊκής Ενωσης και του ΔΝΤ στις εκτιμήσεις τους για τα δημοσιονομικά, ασφαλιστικά, τα γενικότερα οικονομικά δεδομένα, για πρόσθετα μέτρα προς εφαρμογή. Και πάλι προβάλλεται το ενδεχόμενο αδιέξοδο: τώρα ονομάζεται «χρηματοδοτικό κενό», αναφέρεται στην ευρωπαϊκή στήριξη για την εξυπηρέτηση του ελληνικού χρέους από το καλοκαίρι του 2014, όταν θα έχει πια εξαντληθεί το δεύτερο μεγάλο δάνειο προς τη χώρα μας, με την προϋπόθεση όμως ότι στο μεταξύ η Ελλάδα θα έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει (το πρωτογενές πλεόνασμα κατ’ αρχήν, αλλά και τα λοιπά του Μνημονίου), διαπίστωση που χρειάζεται να επικυρωθεί από την τρόικα.

Με βάση την έως τώρα εμπειρία θα αναμέναμε και οι τωρινές συνομιλίες να καταλήξουν σε κάποια συμφωνία. Τούτη τη στιγμή ωστόσο κανείς στην Αθήνα - ή τις Βρυξέλλες - δεν είναι σε θέση να πει πότε θα συμβεί αυτό, ούτε ποια επιπλέον βάρη ενδεχομένως συνεπάγεται, πώς θα επηρεάσει τις διαγραφόμενες προοπτικές για ισχνή οικονομική ανάκαμψη από τον επόμενο χρόνο. Επιπλέον οι πολιτικές συνθήκες δεν φαίνονται ευνοϊκές. Στην Ευρώπη ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαδικασία έρευνας που άνοιξε χθες η Επιτροπή για τα υπέρμετρα εμπορικά πλεονάσματα της Γερμανίας, στον βαθμό που θα συνέβαλε σε μια νέα, συνολικά πιο αναπτυξιακή οικονομική ισορροπία στους 28. Η μετατόπισή της από τον εξαγωγικό πρωταθλητισμό στην ενίσχυση της εσωτερικής ζήτησης αποτελεί επίμονη εισήγηση σοβαρών οικονομολόγων που πρώτη φορά απασχολεί επίσημα την ΕΕ. Ταυτόχρονα όμως οι αυστηρές υποδείξεις στη Γαλλία (μείωση ελλείμματος και δημοσίων δαπανών, μεταρρύθμιση αγοράς εργασίας κ.λπ.) θυμίζουν, τηρουμένων βέβαια των αναλογιών, αυτές που δεχόμαστε εμείς. Πέρα άλλωστε από κάποιες αξιόλογες κριτικές ευρωβουλευτών για την ασφυκτική λιτότητα και την πολιτεία της τρόικας, ισχυρές συνηγορίες υπέρ της στήριξης της Ελλάδας και των άλλων ασθενέστερων χωρών αυτόν τον καιρό δεν ακούγονται.

Εσωτερικά η πολιτική αντιπαράθεση, όταν δεν οξύνεται με άγονες, γενικές καταγγελίες, επικεντρώνεται στο ένα ή το άλλο μέτρο, που πλήττει τη μία την άλλη ομάδα συμφερόντων (χαρακτηριστικά ο φόρος στα ακίνητα), με την κυβέρνηση μόνιμα να αγωνιά πώς θα εξασφαλίσει την απαιτούμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία και αντίστοιχα να κόβει και να ράβει. Κάθε επώδυνο μέτρο το παρουσιάζει εξάλλου σαν υπαγόρευση της τρόικας που η ίδια μοχθεί να απαλύνει. Ουδέποτε εισάγονται στη συζήτηση για να εξεταστούν συνολικά οι διαθέσιμες επιλογές, ώστε οι βουλευτές να συνεκτιμούν τις συνέπειες και πέρα από τη στενή εκλογική τους περιφέρεια και ανάλογα να αποφασίζουν: στα δημοσιονομικά για τη διάρθρωση των φόρων και τον περιορισμό των δαπανών, στα εργασιακά για τη στήριξη της παραγωγής και της απασχόλησης, στο κοινωνικό κράτος για την προστασία των ασθενέστερων.

Το κεντρικό πολιτικό μας πρόβλημα είναι πώς θα περάσουμε από τις ανεπάρκειες στη διαχείριση της ντε φάκτο χρεοκοπίας, στη διαμόρφωση πολιτικών με πραγματική προοπτική εξόδου από την κρίση, που να οδηγούν σε βιώσιμη ανάπτυξη. Γίνεται ολοένα πιο κρίσιμο, όσο σωρεύονται οι καταστροφές παραγωγικού δυναμικού, απασχόλησης και πλούτου που προκάλεσε η αναγκαστική οικονομική προσαρμογή με τρομερές κοινωνικές συνέπειες. Τεκμηριωμένα έχει υποστηριχθεί ότι με ορθό πολιτικό σχεδιασμό οι καταστροφές θα ήταν μικρότερες, οι συνέπειες πιο ήπιες. Ομως τώρα πλέον, με το τεράστιο κόστος που επιβλήθηκε άνισα, η προσαρμογή των μεγεθών στο μεγαλύτερό της μέρος συντελέστηκε. Δημιουργούνται νέες δυνατότητες. Είναι ανόητο και επικίνδυνο να εξακολουθούμε να παίζουμε το ίδιο έργο.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι