Το νεοφιλελεύθερο Κατηγορώ των δαπανών

Γιώργος Σιακαντάρης, Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 05/12/2014

Στα τέλη του 19ου προς τις αρχές του 20ου αιώνα ένα κατηγορώ τάραξε τα νερά της εποχής. Το κατηγορώ του Εμίλ Ζολά κατά του αντισημιτισμού και του εθνικισμού αφύπνισε τις κοιμισμένες, στην αγκαλιά της Μπελ Επόκ, συνειδήσεις των πνευματικών ανθρώπων. Στα τέλη όμως του 20ου και στις αρχές του 21ου στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ κυριαρχεί ένα άλλο κατηγορώ, αυτό του Νεοφιλελευθερισμού. Σύμφωνα με αυτό, γι’ όλα τα δεινά ένας είναι ο ένοχος, οι δημόσιες δαπάνες. Σ’ αυτό δεν πρωταγωνιστούν οι πνευματικοί άνθρωποι, αλλά οι περίφημες αγορές και στα καθ’ ημάς η τρόικα.

Ο δυτικός κόσμος την εποχή της ανόδου του ναζισμού βρίσκονταν, σύμφωνα με τον Έριχ Φρόμ, μπροστά στον φόβο έναντι της ελευθερίας, σήμερα βρίσκεται μπροστά στο φόβο των δημόσιων δαπανών και επενδύσεων. Αυτός ο φόβος εδράζεται στη θεωρία του υπερφορτωμένου κράτους, σύμφωνα με την οποία οι κατακτήσεις του νεωτερικού κόσμου, όπως η δημόσια υγεία, η παιδεία, η κοινωνική ασφάλιση, αλλά και οι συλλογικές συμβάσεις, ο κοινωνικός συμβιβασμός μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου, όλα πρέπει να θυσιαστούν στο βωμό της μείωσης των δαπανών.

Ως συνέχεια αυτής της αντίληψης ο σημερινός Νεοφιλελευθερισμός, μια καθόλου ανόητη άλλα έντονα ταξική ιδεολογία, επιδιώκει ένα ανεξέλεγκτο χρηματοπιστωτικό σύστημα το οποίο δίνει δάνεια σε άτομα, τα οποία δεν μπορούν να εγγυηθούν την επιστροφή τους. Αυτό το σύστημα ενδιαφέρεται για την περιστολή των κρατικών δαπανών, αλλά ζει από την αύξηση του ιδιωτικού χρέους. Εδώ κυρίαρχη σημασία έχουν οι μέτοχοι, το «κλίμα εμπιστοσύνης», τα άυλα παράγωγα και όχι τα θεμελιώδη μεγέθη του παραγωγικού συστήματος.

Όταν σήμερα μιλούν για αγορές δεν εννοούν τις «καθαρές» αγορές της Σχολής του Σικάγου, αλλά εκείνες τις πανίσχυρες εταιρείες που στην ουσία περιφρονούν τόσο το κράτος όσο και τις ίδιες τις αγορές. Αυτός που αναλαμβάνει το «χρέος» για να υλοποιηθεί αυτή η πολιτική, είναι οι απλοί πολίτες ως δανειολήπτες. Η λογική του Σόιμπλε ποτέ δεν θα παραδεχτεί ότι αυτό που κατέρρευσε, είναι αυτό που ο Κόλιν Κράουτς ονομάζει «ιδιωτικοποιημένο κεϊνσιανισμό» των γιγάντιων εταιριών και των τραπεζών. Ένα σύστημα δηλαδή που μετέφερε στην πλάτη των ιδιωτών τις μειωμένες κρατικές δαπάνες. Ένα σύστημα στο οποίο αντί τα συμφέροντα των μετόχων να είναι ο τελευταίος κρίκος για τη διαμόρφωση της τιμής των μετοχών, αυτά γίνονται ο άξονας γύρω από τον οποίο αυτές διαμορφώνονται.

Η ελληνική περίπτωση διαφέρει, γιατί αυτή αφορά όχι τόσο τις υψηλές, αλλά τις άνισα διανεμόμενες δημόσιες δαπάνες αφενός και τα χαμηλά και άνισα αντλούμενα έσοδα αφετέρου. Το 2007, έναν χρόνο πριν ξεσπάσει η παγκόσμια και η ελληνική κρίση, οι δαπάνες του ελληνικού κράτους ανέρχονταν στο 40,2% του ΑΕΠ, ενώ ο μέσος όρος στην ευρωζώνη ήταν 45,1%. Ενώ μάλιστα οι κοινωνικές δαπάνες σ’ Ελλάδα και Ευρώπη κινούνταν μεταξύ 22% έως 27%, στην Ελλάδα η μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων ήταν πολύ κάτω από τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους. Οι κοινωνικές δαπάνες ήταν αναποτελεσματικές γιατί το όποιο κράτος πρόνοιας ήταν στημένο έτσι ώστε να διευκολύνει τα πελατειακά δίκτυα ή τους ίδιους τους απασχολούμενους σ’ αυτό. Σε κάποιες ΔΕΚΟ, πελατειακά δίκτυα και απασχολούμενοι ήσαν το ίδιο πράγμα.

Την ίδια περίοδο τα δημόσια έσοδα κινήθηκαν από το υψηλό του 43% του ΑΕΠ το 2000 στο χαμηλό 37% του ΑΕΠ το 2009, ενώ ο μέσος όρος των εσόδων στην Ευρωζώνη των 17 κυμαίνονταν μεταξύ 44-46% του ΑΕΠ. Επιπλέον στην Ελλάδα αυτά τα έσοδα προέρχονταν από τη φορολογία της μισθωτής εργασίας, ενώ οι φόροι των ελεύθερων επαγγελματιών ήταν πολύ χαμηλότεροι από όλες τις άλλες χώρες του ΟΟΣΑ.

Τελικά σ’ Ευρώπη και Ελλάδα η πίστη στη διαρκή άνοδο του χρηματοπιστωτικού συστήματος φόρτωσε τις τράπεζες με χρηματοοικονομικά προϊόντα που στη σύνθεσή τους εμπεριέχονταν τόσο υγιείς επιχειρηματικές δράσεις, όσο και φούσκες. Το σύστημα πουλούσε «κινδύνους» λίγο ψηλότερα απ’ ότι τους αγόραζε και νόμιζε ότι κάτι τέτοιο θα είναι αιώνιο. Η αλαζονεία των κατηγόρων των δημοσίων δαπανών δεν τους διευκόλυνε να προβλέψουν ότι και σ’ αυτή την περίπτωση υπήρχε μουντζούρης, η Λίμαν Μπράδερς και οι τράπεζες στεγαστικών δανείων. Η πτώση των χρηματοοικονομικών προϊόντων παράσυρε και την αξία των πραγματικών. Έτσι οι τράπεζες ακόμη και να πάρουν σήμερα στα χέρια τους τις κατοικίες των χρεοκοπημένων δανειοληπτών, αυτές θα έχουν πολύ χαμηλότερη αξία από την αξία υποθήκευσής τους. Τις ζημιές αναλαμβάνει το «υπερφορτωμένο» κράτος, που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ανάλαφρο.

Η αποτυχία μιας ιδεολογίας, που υποστήριζε την πειθαρχία των κρατών και την ασυδοσία των χρηματοοικονομικών συστημάτων, είναι δεδομένη. Αλλά, όπως βλέπουμε, στις πιέσεις της τρόικα κατά της κυβέρνησης, αυτοί ακόμη επιμένουν. Και επιμένουν γιατί δεν υπάρχει το αντίβαρο εκείνου του ευρωπαϊκού πολιτικού υποκειμένου που στη θέση του ιδιωτικού κεϊνσιανισμού θα τοποθετήσει τον ευρωπαϊκό.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι