Μετεκλογικά

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 26/09/2015

Το χειρότερο δυνατό αποτέλεσμα μιας εκλογικής αναμέτρησης θα ήταν το κυβερνών κόμμα να χάσει την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων χωρίς να την κερδίσει κάποιο άλλο. Αυτό θα άνοιγε στην καρδιά της πολιτικής μια χαίνουσα άβυσσο, από την οποία θα ξεπρόβαλλε, αργά ή γρήγορα, ό,τι χειρότερο μπορούμε να φανταστούμε.

Στην Ελλάδα δεν έχουμε φτάσει μέχρι εκεί. Τους πολιτικούς μπορεί να τους αντιμετωπίζουμε με μεγαλύτερη δυσπιστία, κυνισμό ή χλεύη -έτσι προέκυψε η Ενωση Κεντρώων και κυρίως η αποχή- αλλά ο λαός εμπιστεύτηκε τον Αλέξη Τσίπρα, ή μάλλον δεν εμπιστεύτηκε τους αντιπάλους του.

Ηταν η επικοινωνιακή πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ; Ηταν τα νιάτα και η χαρισματική φυσιογνωμία του; Ηταν η μάλλον άδικη στην έκτασή της καταδίκη όλων των προηγούμενων;

Ή μήπως το αριστερό μοτίβο του λαβωμένου που σηκώνεται ξανά, σε συνδυασμό με την τάση του Ελληνα να θαυμάζει τον τσαμπουκά προς τους «κακούς» που είναι πάντα οι ξένοι;

Δεν ξέρω αν όλα αυτά ισχύουν και σε ποιο βαθμό. Είμαι σίγουρος πάντως ότι οι ψηφοφόροι διαισθάνθηκαν την απειλή της αβύσσου που λέγαμε. Γιατί αν ο Τσίπρας αποδειχθεί σαν όλους τους προκατόχους του, δεν μας σώζει τίποτα.

Η προεκλογική εκστρατεία, ως συνήθως, ήταν ο θρίαμβος της σκοπιμότητας επί της κοινής λογικής και μας χάρισε πολλά διαμάντια από τα οποία επιλέγω τα εξής δύο: ο Πάνος Καμμένος κατηγόρησε τη Νέα Δημοκρατία επειδή ενέδωσε στην Ακροδεξιά, ενώ η πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Φώφη Γεννηματά ζήτησε να μπει τέλος στον δικομματισμό!

Εμένα, όμως, όλα αυτά μου υπέβαλαν μια απορία, με οδήγησαν σε μια διαπίστωση και γέννησαν μέσα μου μιαν ελπίδα. Ας τα πάρουμε με τη σειρά.

Η απορία αναφέρεται στην ευκολία με την οποία ο τετραπέρατος ελληνικός λαός αποδέχθηκε διάφορες τερατώδεις δικαιολογίες του ΣΥΡΙΖΑ για να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα.

Σαν κάποιον που τον πιάνει η γυναίκα του γυμνό στο κρεβάτι με τη φιλενάδα της και της λέει το κλασικό: «Δεν είναι αυτό που νομίζεις» κι εκείνη τον πιστεύει! Θέλω να πω ότι η χώρα δεν βρέθηκε ξαφνικά στο χείλος του γκρεμού -μόνη της πήγε, ακολουθώντας την ολέθρια διαπραγματευτική τακτική Βαρουφάκη (50% πιθανότητες να ενδώσουν αμέσως, 50% να ενδώσουν αργότερα) και στο παρά ένα οι άσπλαχνοι νεοφιλελεύθεροι επέλεξαν να μη μας δώσουν την τελική σπρωξιά.

Οχι γιατί μας λυπήθηκαν, αλλά επειδή η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δέχτηκε να υπογράψει ένα τρίτο Μνημόνιο, πολύ χειρότερο από τα προηγούμενα. Αν αυτό σημαίνει ότι σταθήκαμε όρθιοι και ματαιώσαμε τα σχέδια όσων βυσσοδομούν εναντίον μας, τότε έχουμε χάσει εντελώς το νόημα των λέξεων.

Η διαπίστωση έχει να κάνει με την πασίδηλη ανικανότητα του λεγόμενου κεντροαριστερού χώρου να αποκτήσει μια στοιχειώδη συνοχή, πολιτικό βάθος και βαρύνουσα παρουσία.

Και το λέω παρά το γεγονός ότι αυτό θα ήθελα να συμβεί. Οι λόγοι είναι πολλοί και το θέμα σηκώνει μεγάλη συζήτηση.

Στον νου έρχεται η «καινούργια γέννα» του Παλαμά, «π’ όλο την περιμένουμε κι όλο κινάει για να ’ρθει/ κι όλο συντρίμι χάνεται στο γύρισμα των κύκλων».

Δυστυχώς, όσο μιλάμε με λέξεις-συνθήματα, π.χ. η «μεγάλη δημοκρατική παράταξη», το «μεταρρυθμιστικό κέντρο» και κυρίως η «σοσιαλδημοκρατία», έτσι γενικώς και αορίστως, ώστε να σημαίνει οτιδήποτε για οποιονδήποτε, δεν βλέπω να γίνεται απολύτως τίποτα.

Μέσα από ποια χαραμάδα λοιπόν θα περάσει η ελπίδα; Αν καταπιέσουμε την ενστικτώδη τάση να θεωρούμε τον αντίπαλό μας «κακό» εκ φύσεως και συνεπώς ανίκανο να κάνει κάτι θετικό, σίγουρα θα παραδεχθούμε ότι στον ΣΥΡΙΖΑ έχουν αλλάξει κάμποσα πράγματα, κι όλα προς την ορθή κατεύθυνση.

Οι δραχμιστές αριστεροί σήκωσαν δικό τους μπαϊράκι, αλλά διαπίστωσαν ότι έξω από τη γυάλα των κομματικών οργάνων ο πραγματικός κόσμος είναι πολύ διαφορετικός, ο παράφορα ερωτευμένος με τον εαυτό του Γιάνης αποφάσισε να λικνιστεί στις πασαρέλες του εξωτερικού, ενώ η νέα Βουλή θα στερηθεί τις παρεμβάσεις της απελθούσης ΠτΒ.

Η οποία, σημειωτέον, συνεχίζει να προεδρεύει στην επιτροπή που η ίδια συγκρότησε με το έτσι θέλω, ενώ βλέπει την εξουσία να ανοίγει πανιά. Σαν τον Κυναίγειρο και το περσικό πλοίο στη μάχη του Μαραθώνα ένα πράμα.

Ολα θα κριθούν από τον ΣΥΡΙΖΑ, όχι του χθες, ούτε του σήμερα, αλλά του αύριο. Αδυνατώ να τον περιγράψω.

Πιστεύω ωστόσο ότι υπάρχουν κάποιες πιθανότητες, έστω λίγες, να αποτελέσει τον απολύτως απαραίτητο κορμό μιας Αριστεράς που θα εγκαταλείψει τον λαϊκισμό, τον βολονταρισμό, την επιθετική χυδαιότητα με την οποία αντέδρασε στις επικρίσεις, γιατί έχει ο καιρός γυρίσματα: μέχρι προσφάτως, αυτά που σήμερα ανακάλυψε ο ΣΥΡΙΖΑ τα έλεγαν οι γερμανοτσολιάδες.

Κυρίως δε μια Αριστερά απαλλαγμένη από τον ναρκισσισμό τού από χέρι ηθικού πλεονεκτήματος. Και κάτι άλλο, πολύ σημαντικό: για να μη διολισθήσει στον κατήφορο της σημερινής σοσιαλδημοκρατίας, σίγουρα θα βοηθήσει το αριστερό DNA, ως αντίδοτο σε μια λογική που θεωρεί τις μεταρρυθμίσεις «φυσιολογικές», άρα μη συζητήσιμες, απαλείφοντας έτσι τη διάκριση ανάμεσα στα μέτρα που επιβάλλει η νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία και εκείνα που θα έπρεπε η ίδια η Αριστερά να είχε προτείνει.

Δέχομαι ότι η διάκριση δεν είναι απλή ή εύκολη. Μερικές φορές, όμως, στην πολιτική, οι πιο ουσιαστικές διαχωριστικές γραμμές είναι και οι πιο λεπτές.

Θέμα επικαιρότητας:
Μετεκλογικά, 2015

Σύνολο: 13 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι