Ολόκληρη συνεταιρικά ή μισή με πλήρη κυριαρχία

ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ

Κώστας Μπέης, Ελευθεροτυπία, 14/04/2004

Οταν, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι λεγόμενοι Τέσσερις Μεγάλοι σχεδίαζαν την επανίδρυση του γερμανικού κράτους και πρότειναν διάφορες εναλλακτικές λύσεις, ο μετέπειτα καγκελάριος Κόνραντ Αντενάουερ δεν είχε διστάσει: «besser halb und ganz statt ganz aber halb», πάει να πει: καλύτερα στη μισή εδαφική της έκταση με πλήρη κυριαρχία, παρά ολόκληρη συνεταιρικά. Μπροστά στο ίδιο δίλημμα καλεί το δημοψήφισμα του ΟΗΕ τους Κυπρίους, σε δέκα μέρες: Μισή ελληνική Κύπρος με πλήρη κυριαρχικά δικαιώματα ή ολόκληρη, στο πλαίσιο συγκυβέρνησης με τους Τουρκοκυπρίους;

Εξ αρχής η πικρή εμπειρία από το παρελθόν πείθει ότι συνιστά είτε πολιτική αφέλεια είτε ασύστολη δημαγωγία η προσδοκία κάποιου μελλοντικού ευνοϊκότερου σχεδίου λύσης. Επικαλούμενος την οκταετή εμπειρία του στην πρώτη γραμμή των εργασιών του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης οριοθέτησε με σαφήνεια την πικρή πραγματικότητα:

(α) οι εταίροι μας στην Ευρωπαϊκή Ενωση δεν θέλουν ν’ ασχολούνται με το Κυπριακό, ενώ εξάλλου

(β) ο γεωπολιτικός ρόλος της Τουρκίας θα είναι στο μέλλον ακόμη πιο σημαντικός, τόσο για την Ε.Ε. όσο και για τις ΗΠΑ.

Μ’ αυτές τις ανεπίδεκτες έλλογης αντίκρουσης παραδοχές, ο Κ. Σημίτης έθεσε το δάκτυλο εις τον τύπον των ήλων: «Η επιλογή είναι ανάμεσα σε δύο κράτη ή σε ένα κράτος στο νησί».

Σ’ αυτό το δίλημμα, ο Στέφανος Μάνος απάντησε ευθαρσώς: καλύτερα δύο χωριστά κράτη, που δεν θα έχουν αφορμές για εσωτερικές τριβές ή -έστω- θα έχουν λιγότερες αφορμές για τέτοιες τριβές, από ό,τι αν οι δύο συγκάτοικες εθνότητες θα συγκροτήσουν ομοσπονδιακό κράτος.

Εξίσου όμως απερίφραστη είναι και η θέση του Κ. Σημίτη: Το Σχέδιο Ανάν περιέχει και αρνητικές ρυθμίσεις. Και είναι βέβαιον πως η λύση Ανάν θ’ αποτύχει, αν οι ηγέτες των δύο κοινοτήτων θα διατελούν και στο μέλλον σε αντιπαλότητα και αντιπαράθεση. Ομως -λέει- σε κάθε κοινωνία και σε κάθε εποχή προβλήματα υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν, έτσι ώστε το πρόβλημα να μην επικεντρώνεται στο ερώτημα πώς θα επιτευχθεί μια κοινωνική συμβίωση δίχως προβλήματα, αλλά πώς καλόπιστα θα επιδιώκεται το ξεπέρασμά των.

Ασφαλώς δικαιούμαστε ν’ αναμένουμε αυτήν την καλόπιστη προσπάθεια των πολιτικών ηγετών και των δύο εθνοτήτων, καθώς και της συντριπτικής πλειοψηφίας των δύο λαών, έτσι ώστε όντως να ξεπερνιούνται στο μέλλον οι τριβές, τις οποίες δεν αποκλείει το σχέδιο Ανάν. Ομως μ’ αυτήν την αισιόδοξη παραδοχή δεν έκλεισε ο προβληματισμός. Μένουν μετέωρα κάποια κρίσιμα ερωτήματα:

(α) Μπορούμε ν’ αναμένουμε αυτήν την καλόπιστη προσπάθεια από τους ακραίους εθνικιστές και των δύο εθνοτήτων; Από τους Γκρίζους Λύκους και από τους οραματιστές της Ενωσης;

(β) Μπορούμε ν’ αναμένουμε ότι αυτές τις τριβές δεν θα τις καλλιεργήσουν, από τη μια μεριά το τουρκικό στρατιωτικό-διπλωματικό κατεστημένο, που αντιπολιτεύεται τον Ερντογάν και συνεχώς αναζητεί τρόπους για να επιβεβαιώνει το ακατάλυτο της κυριαρχίας του και από την άλλη μεριά η δολιότητα της βρετανικής διπλωματίας, που ακριβώς με τέτοιες τριβές τρέφεται και συντηρεί τον ρόλο της ως μεγάλης δύναμης στις διεθνείς σχέσεις;

(γ) Καλά δεν ζουν οι Ελληνοκύπριοι; Αριστες προοπτικές δεν έχουν για το μέλλον μέσα στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ενωσης; Τι θέλουν τώρα να μπλέξουν ξανά με τον φθόνο, που αναπόφευκτα και για πολλά χρόνια θα ερεθίζει και θα εκτρέφει η δική τους ευημερία, σε αντιπαράθεση προς τη φτώχεια του λαού του τουρκοκυπριακού συνιστώντος κράτους;

Ηαναζήτηση τεκμηριωμένων απαντήσεων στα προαναφερόμενα ερωτήματα ή, με πιο απλά λόγια, η προσφυγή στη λογική και αντιστοίχως η αποφυγή των συναισθηματικών αντιδράσεων, δεν μπορεί παρά να επιβάλλει τη φρόνιμη επιλογή της ησυχίας μέσα στο δικό μας μικρό σπιτάκι, αυτό που μόνοι μας διαφεντεύουμε, παρά η συγκατοίκηση σε διώροφο κατά συγκυριότητα και συγκατοίκηση με το σόι και πολύ περισσότερο με ξένους απαιτητικούς συγκατοίκους, απ’ τους οποίους αρκετοί μόνο να παίρνουν θα θέλουν κι όχι να δίνουν, ακόμη κι αν θα μπορούσαν.

Ισως αναρωτηθεί ο καλοπροαίρετος αναγνώστης: Τα ξεστομίζεις αυτά εσύ, εκ πεποιθήσεως και ένθερμος θιασώτης της φιλίας και της συνεργασίας των δύο λαών ανάμεσα στις δύο ακτές του Αιγαίου;

Η έντιμη απάντηση σ’ αυτό το εύλογο ερώτημα κινείται σε δύο παράλληλα επίπεδα:

-πρώτον, ότι δεν είμαι εγώ εκείνος που τα υποστηρίζει, αλλά τα διδάγματα της πείρας από το οδυνηρό παρελθόν είναι που παρακινούν σε περίσκεψη. Και

- δεύτερον, ότι αυτή η έλλογη επίγνωση των δυσκολιών δεν αρκεί για να δοθεί η τελική απάντηση στο δίλημμα του δημοψηφίσματος.

Γιατί; Επειδή -καλώς ή κακώς- και πάλι κατά τα διδάγματα της πείρας, τον τελικό λόγο δεν έχει η λογική, αλλά η φλόγα των συναισθηματικών αντιδράσεων.

Η ανθρωπότητα δεν πρόκοψε διά μέσου των αιώνων, χουζουρεύοντας στην ησυχία και στη θαλπωρή των κεκτημένων. Από τη φύση του ο άνθρωπος φλέγεται από τον πόθο του καλύτερου και του περισσότερου. Κάθε άνθρωπος. Κι αν όχι πολύ περισσότερο, πάντως εξίσου και ο Ελληνας. Ξανοίχτηκε στις θάλασσες, στις περιπέτειες, βίωσε πολλά ναυάγια, αλλά και πλήθος από συναρπαστικές συγκινήσεις. Πάντα ο ακατανίκητος πόθος του τον έσπρωχνε να θέλει να ξεπεράσει τον φράχτη και να ξανοιχτεί στην περιπέτεια προς άλλους άγνωστους κόσμους.

Ασφαλώς, η τουρκική Κύπρος δεν είναι άγνωστη. Κι ούτε ελκυστική στη σημερινή μιζέρια της. Ομως είναι βέβαιον πως στα αμέσως επόμενα χρόνια θ’ αναδειχθεί σε πόλο έλξης επενδύσεων και διακίνησης μεγάλων κεφαλαίων ανάμεσα στον αραβικό και στον ευρωπαϊκό κόσμο. Πώς είναι δυνατόν να λείψουν από αυτήν την πρόκληση οι Ελληνοκύπριοι; Και πολύ περισσότερο, με δεδομένο ότι ήδη το ένα τρίτο των προσφύγων, δηλαδή περίπου 90.000 Ελληνοκύπριοι, θα δικαιούνται να επιστρέψουν στα χώματα των πατέρων των και να μετάσχουν ενεργά στις ραγδαίες επιχειρηματικές δραστηριότητες που αναμένονται;

Με επίγνωση του ότι το «όχι» στο δημοψήφισμα σημαίνει διχοτόμηση και ανάδειξη του τουρκοκυπριακού τομέα σε διεθνώς αναγνωρισμένο κράτος, πώς είναι δυνατόν η ψυχή του Ελληνοκυπρίου ν’ αφήσει τη διαχείριση της πολιτισμικής κληρονομιάς τριών χιλιάδων χρόνων κυπριακού Ελληνισμού να μείνει στην αποκλειστική διαχείριση ενός λαού που έχει άλλες, σεβαστές μεν, πλην ξένες προς τις ελληνικές, ρίζες πολιτισμού;

Ο παλμός, λοιπόν, της καρδιάς είναι που σηματοδοτεί το έγκαιρο «ναι», αντί για την οδυνηρή αργοπορημένη μεταμέλεια.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι