Ασίστ στον αντίπαλο;

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 27/07/2019

Οπως συμβαίνει πάντα αμέσως μετά τις εκλογές, η νέα κυβέρνηση εκπέμπει αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία εκ του ασφαλούς εφόσον μετά έρχονται τα δύσκολα, ενώ η πρώην κυβέρνηση και νυν αντιπολίτευση προσπαθεί να ανασυντάξει τις δυνάμεις της καταγγέλλοντας πράγματα που η ίδια θα έκανε αν είχε παραμείνει στην εξουσία. Το έργο το έχουμε δει πολλές φορές και δεν αξίζει να το πάρουμε στα σοβαρά.

Στην Ελλάδα όμως συνέβαινε και κάτι άλλο: η απερχόμενη κυβέρνηση ναρκοθετούσε το έδαφος όπου επρόκειτο να κινηθεί η επόμενη. Αν κάτι τέτοιο ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, ειλικρινά δεν το γνωρίζω. Θα έλεγα όμως με αρκετή σιγουριά ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δημιούργησε ένα κλίμα το οποίο αντίθετα θα διευκολύνει τη Νέα Δημοκρατία.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα το πώς αντιμετώπισε την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά. Για διάφορους λόγους (Ηθελε να διατηρήσει το αριστερό προφίλ του ενώ αναγκαζόταν να εφαρμόσει δεξιές πολιτικές; Εκρινε ότι ο κατευνασμός θα οδηγούσε στην εξομάλυνση; Για να εξευμενίσει κάποιους ακραίους στις τάξεις του;) ο ΣΥΡΙΖΑ επέδειξε μια ανοχή που κρίνεται υπερβολική από τους περισσότερους πολίτες.

Πιο συγκεκριμένα, μολονότι ορισμένες «δράσεις» του «Ρουβίκωνα» (π.χ. τα φέιγ βολάν) ήταν όντως ακτιβιστικές ό,τι και να έλεγε τότε η Νέα Δημοκρατία, το να μπαίνεις σε συμβολαιογραφείο και να το κάνεις θερινό με βαριοπούλες συνιστά ποινικό αδίκημα καραμπινάτο. Ομως οι δράστες, που τους είδαμε στην τηλεόραση, κατά πάσα πιθανότητα κυκλοφορούν ελεύθεροι. Κι αν έχω πιάσει σωστά το κλίμα που καλλιεργεί τελευταία ο ΣΥΡΙΖΑ, η δίωξή τους θα σήμαινε «καταστολή», δηλαδή την εφαρμογή του νόμου όταν τον παραβαίνουν οι αριστεροί. Οταν πρόκειται για άλλους, για ακροδεξιούς ή για βιαστές λ.χ., η καταστολή τους αποτελεί υποχρέωση της πολιτείας.

Δεν θα έλεγα ότι υπάρχει σαφής και συγκροτημένη άποψη των αριστερών γιʼ αυτή τη στάση απέναντι στους αντιεξουσιαστές ή τη «17 Νοέμβρη» παλιότερα. Υπάρχει όμως μια διάχυτη αλλά μη αποσαφηνισμένη αίσθηση συνάφειας, η οποία συντηρείται για τους εξής δύο λόγους: Ο πρώτος είναι ότι η αριστερή βία θεωρείται λιγότερο κατακριτέα από τη δεξιά βία. Οι αριστεροί δεν επιδοκιμάζουν τους μπαχαλάκηδες που βάζουν φωτιά στα τρόλεϊ και μετά βρίσκουν καταφύγιο στο πανεπιστημιακό άσυλο, ούτε επιδοκίμασαν, κατά μείζονα λόγο, τους φόνους της «17 Νοέμβρη»· απλώς αυτό που τους καταλογίζουν είναι ένα είδος υπερβάλλοντος ζήλου.

Ο δεύτερος και πιο σημαντικός λόγος έχει να κάνει με την πολιτική κουλτούρα του Συνασπισμού και μετέπειτα του ΣΥΡΙΖΑ όταν ήταν ένα μικρό κόμμα του 4%. Εκείνον τον παλιό καλό(;) καιρό, η έμφαση και οι εσωτερικές διαφωνίες περιστρέφονταν κυρίως γύρω από το ποιος ήταν περισσότερο ή λιγότερο αριστερός και δεν αφορούσαν συγκεκριμένες πολιτικές προτάσεις, οι οποίες, αν υπήρχαν, δεν επρόκειτο ποτέ να εφαρμοστούν για να υποστούν τη βάσανο της κριτικής.

Ετσι εξηγείται η τάση πολλών αριστερών να αποφεύγουν τις εφικτές λύσεις, που ως γνωστόν δεν είναι τέλειες, και να επιδίδονται σε «χειρονομίες» συμβολικής σημασίας, οι οποίες πιστοποιούν την αριστεροσύνη τους. Πάνω απ’ όλα αυτό τους νοιάζει, αν κρίνουμε από τις προεκλογικές εξαγγελίες και το μοιραίο πρώτο εξάμηνο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, όταν η επίδειξη αριστεροσύνης προσέκρουσε στην πραγματικότητα. Αλλο να τσακώνεσαι στην Κουμουνδούρου για το ποιος είναι περισσότερο αριστερός κι άλλο να τα βάζεις με εκείνους που έχουν τέσσερις άσους από χέρι.

Κάτι ανάλογο ενδέχεται να συμβαίνει και με τη σύμβαση για το Ελληνικό. Λεπτομέρειες δεν γνωρίζω, αλλά εάν πράγματι η διαδικασία ήταν διαβλητή ή η σύμβαση χαριστική, το γεγονός πρέπει να καταγγελθεί ανοιχτά και μεγαλόφωνα. Αυτό όμως που μου βάζει ψύλλους στ’ αφτιά είναι οι ενστάσεις που επικαλούνται ένα δάσος τόσο καλά καμουφλαρισμένο που κανείς επί δεκαετίες δεν το πρόσεξε.

Κι επειδή όλοι ξέρουμε τι κάνει νιάου-νιάου στα κεραμίδια, οι αντιρρήσεις μάλλον εντάσσονται σε μια γενικότερη ιδεολογική δυσανεξία των αριστερών για τις ιδιωτικές επενδύσεις. Διότι οι επενδυτές δεν θα βάλουν τα λεφτά για τη σωτηρία της ψυχής τους αλλά για να αποκομίσουν κέρδος.

Αν όμως κάποιος δεν αρκείται στην επίδειξη αριστεροσύνης αλλά αποδέχεται και το κόστος των επιλογών του, οφείλει να διευκρινίσει ποιοι μη ιδιώτες θα χρηματοδοτήσουν το έργο ή να μας πείσει ότι είναι προτιμότερο να ζήσουμε χωρίς επενδύσεις. Είναι μια άποψη.

Αυτό εννοούσα με τη φράση «ασίστ στον αντίπαλο». Μετά από μια δεκαετή οικονομική κρίση που τάραξε συθέμελα την Ελλάδα, οι άνθρωποι έχουν πάψει να εντυπωσιάζονται από τέτοιου είδους αριστερές πόζες που τρέφουν τον αγωνιστικό ναρκισσισμό κάποιων πολύ, μα πολύ αριστερών. Οπαδός του ΚΙΝ.ΑΛΛ. δεν είμαι, αλλά οφείλω να ομολογήσω ότι συμφωνώ με τη διάγνωση ότι ο μεγαλύτερος χορηγός του Μητσοτάκη ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι