Διερευνητικές συνομιλίες με στόχο την τελική επίλυση

Αλέξης Ηρακλείδης, Τα Νέα, 22/08/2020

Η παρούσα ελληνοτουρκική κρίση μάλλον θα καταγραφεί ως η τέταρτη μεγάλη κρίση μετά από αυτές του 1976, του 1987 και του 1996. Οσο οι ελληνοτουρκικές διαφορές δεν επιλύονται, οι κρίσεις θα συνεχίζονται και στο τέλος ίσως δεν θα αποφευχθεί μια ένοπλη σύγκρουση που θα έχει τεράστιο κόστος ειδικά για την Ελλάδα. Ηδη η μη επίλυση των διαφορών του Αιγαίου (το 2004 με ελληνική υπαιτιότητα, λόγω Πέτρου Μολυβιάτη, τον οποίο, δυστυχώς, εισάκουσε ο Κώστας Καραμανλής) οδηγεί σήμερα σε μία κρίση στην Ανατολική Μεσογείου.

Ωστόσο όταν η κρίση αυτή εκτονωθεί θα έρθει η στιγμή για διαπραγματεύσεις, αλλά, ας ελπίζουμε, αυτή τη φορά χωρίς ελληνικές ή τουρκικές παλινωδίες, με τελική συνολική επίλυση ειδικά στο Αιγαίο.

Σε ό,τι αφορά την ακολουθητέα διαδικασία για επίλυση των διαφορών του Αιγαίου υπάρχουν δύο οδοί: οι διαπραγματεύσεις και το Διεθνές Δικαστήριο (ή ένα διεθνές διαιτητικό δικαστήριο). Υπάρχει και η λιγότερη γνωστή μέθοδος της συνδιαλλαγής που μπορεί να ισχύσει μόνη της ή σε συνδυασμό με διαπραγματεύσεις που οδηγούν σε συμφωνία.

Σε σχέση με την υφαλοκρηπίδα και λόγω πολυπλοκότητας, η δικαστική οδός είναι ίσως αναπόφευκτη, και έχει χρησιμοποιηθεί αρκετές φορές. Στα άλλα ζητήματα, ειδικά σε σχέση με την αιγιαλίτιδα ζώνη, τον εναέριο χώρο, τη στρατιωτικοποίηση και το FIR (εναέρια κυκλοφορία), οι διαπραγματεύσεις είναι η προσφυέστερη οδός. Αλλωστε πρώτα πρέπει να έχει επιλυθεί το ζήτημα της αιγιαλίτιδας ζώνης (με διαπραγματεύσεις) για να γνωρίζουν οι διεθνείς δικαστές από πού αρχίζει η προς οριοθέτηση υφαλοκρηπίδα. Οι δε διαπραγματεύσεις έχουν το επιπλέον προσόν ότι επιτρέπουν και διάφορα quid pro quo, δηλαδή ανταλλαγές, π.χ. υποχώρηση της Τουρκίας σε σχέση με τις «γκρίζες ζώνες» ή τη στρατιωτικοποίηση, με υποχώρηση της Ελλάδας σε σχέση με το FIR ή τον εθνικό εναέριο χώρο και ούτω καθεξής.

Το γενικό συμπέρασμα από όλες τις νηφάλιες αναλύσεις για τα αίτια της μη επίλυσης της διένεξη του Αιγαίου είναι ότι, παρά τα σημαντικά θέματα που διακυβεύονται, υπάρχουν προφανείς και λογικές λύσεις και μάλιστα χωρίς υπέρμετρες θυσίες και δυσβάστακτους συμβιβασμούς ούτε για την Ελλάδα, ούτε για την Τουρκία. Ομως η επίλυση της διένεξης του Αιγαίου δεν καθίσταται δυνατή εδώ και σχεδόν 50 χρόνια λόγω της παντελούς έλλειψης αμοιβαίας εμπιστοσύνης για τις προθέσεις της άλλης πλευράς και λόγω της αμοιβαίας δαιμονοποίησης που στο εκατέρωθεν εθνικό αφήγημα θεωρείται ο ιστορικός εχθρός.

Ας σκιαγραφήσουμε λοιπόν τις πιο πιθανές λογικές λύσεις «θετικού αθροίσματος», με δύο νικητές.

Σε ένα διεθνές δικαστήριο, μία απόφαση για την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου είναι απολύτως βέβαιο ότι θα κινηθεί μεταξύ 20-30% της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου στην Τουρκία και 80-70% στην Ελλάδα, με κύριο δεδομένο ότι οι ακτογραμμές των δύο χωρών, ηπειρωτικά και νησιωτικά στο Αιγαίο, είναι τέσσερα προς ένα. Αυτό υποστηρίζουν όλες οι σοβαρές μελέτες που έχουν γίνει από ξένους ειδικούς στο δίκαιο της θάλασσας. Ωστόσο ενδέχεται στο Αιγαίο να μην υπάρχουν καν εκμεταλλεύσιμα κοιτάσματα πετρελαίου, κάτι που, κατά τη γνώμη μου, θα ήταν ευχής έργον, μια και η κύρια πηγή πλούτου για τις δύο χώρες (και ειδικά για την Ελλάδα) στο πέλαγος αυτό είναι οι καθαρές θάλασσες και το καθαρό περιβάλλον, που συνεπάγεται και τον εκτεταμένο τουρισμό, και όχι να γεμίσει το Αιγαίο με γεωτρύπανα άντλησης πετρελαίου ή να κινδυνεύει με μόλυνση η θάλασσα από κάποιο ατύχημα στις δεξαμενές πετρελαίου, ατύχημα που είναι βέβαιο ότι κάποια στιγμή θα συμβεί.

Το ζήτημα της αιγιαλίτιδας ζώνης για να βρει τη λύση του πρέπει αναγκαστικά να κινηθεί εκτός μαξιμαλιστικών στόχων και από τις δύο πλευρές. Εδώ θα πρέπει να τονιστεί ότι η ελληνική κυριαρχία επί των χωρικών υδάτων στα 6 ναυτικά μίλια δεν αμφισβητείται από την Τουρκία. Η Ελλάδα έχει μεν τυπικά το νομικό δικαίωμα της επέκτασης έως τα 12 ναυτικά μίλια και αυτό παρά το γεγονός ότι η Τουρκία δεν έχει προσχωρήσει στη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας. Αλλο πράγμα όμως είναι ένα νομικό δικαίωμα και άλλο το κατά πόσον το νομικό αυτό δικαίωμα συμβάλλει στην πολιτική της εκτόνωσης της έντασης και στην προσέγγιση μεταξύ των δύο γειτονικών χωρών που είναι και το κύριο τελικό ζητούμενο. Η επέκταση δεν βλάπτει μόνο τα τουρκικά εθνικά συμφέροντα, αλλά και τη διεθνή ναυσιπλοΐα (όλα τα κράτη των οποίων τα πλοία πλέουν στο Αιγαίο), σε μία θαλάσσια οδό που αποτελεί σημαντικό διεθνή ναυτικό δίαυλο από τη Μαύρη Θάλασσα στη λοιπή Μεσόγειο και, διά του Σουέζ, στον Ινδικό Ωκεανό.

Κατόπιν αυτών, οι λογικές και δίκαιες λύσεις στο Αιγαίο στο θέμα της αιγιαλίτιδα ζώνης είναι (α) η διατήρηση του υπάρχοντος καθεστώτος των 6 ναυτικών μιλίων· (β) 10 ή 12 μίλια στην ελληνική ηπειρωτική χώρα αλλά όχι στα νησιά, εξυπακούεται κατόπιν συνεννόησης με τη γείτονα χώρα· και (γ) διάφορες λύσεις «εναλλασσόμενης δαντέλας», δηλαδή διαφορετικών ορίων, στο μέτρο που το εύρος αυτό δεν κλείνει το Αιγαίο. Το τελευταίο σενάριο συζητήθηκε το 2003 στις διερευνητικές συνομιλίες, με τις δύο πλευρές να έχουν φτάσει πολύ κοντά σε συμφωνία, αλλά όταν χάθηκε εκείνη η μοναδική ευκαιρία (που η Ελλάδα δεν «τσέπωσε»), η Τουρκία, στη συνέχεια, σκλήρυνε τη θέση της και τώρα εμμένει στα 6 ναυτικά μίλια (ας ελπίζουμε για λόγους διαπραγματευτικούς).

Ως προς τον ελληνικό εθνικό εναέριο χώρο που στην περίπτωση της Ελλάδας είναι κατάφωρα παράνομος με βάση το διεθνές δίκαιο (θα έπρεπε να είναι 6 μίλια όπως η αιγιαλίτιδα ζώνη), θα πρέπει προφανώς να εναρμονισθεί με την όποια αιγιαλίτιδα ζώνη αποφασιστεί από τις δύο πλευρές.

Οταν τα τρία κυριότερα θέματα του Αιγαίου λυθούν, η στρατιωτικοποίηση, η εναέρια κυκλοφορία και οι «γκρίζες ζώνες» θα απολέσουν τη σημασία τους και μπορεί να μη χρειαστεί καν να επιλυθούν με αμοιβαίες υποχωρήσεις.

Θέμα επικαιρότητας:
Εξωτερική Πολιτική

Σύνολο: 29 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι