Η Καμπούλ, η Καμπέρα και εμείς

Παύλος Τσίμας, KReport, 18/09/2021

Οι δραματικές σκηνές πανικού στο αεροδρόμιο της Καμπούλ, που θύμιζαν Σαϊγκόν, η τραγικά κακοσχεδιασμένη επιχείρηση εξόδου των αμερικανικών δυνάμεων από το Αφγανιστάν, η εγκατάλειψη ανθρώπων που είχαν εκτεθεί συνεργαζόμενοι με τους δυτικούς και η φυγή των διεφθαρμένων συμμοριών
που υποτίθεται ότι θα κυβερνούσαν ένα νέο, σε μεγαλύτερη αρμονία με τις δυτικές αξίες, Αφγανιστάν- όλα αυτά ήταν ένα Αυγουστιάτικο σοκ, πιο ισχυρό κι από τις πυρκαγιές που έκαιγαν Αττική και Εύβοια. Και όλοι, λίγο-πολύ, γοητευθήκαμε από τις θεωρίες που έδιναν μιαν εύληπτη εξήγηση στο δράμα:

Την παρακμή της αμερικανικής ισχύος, το τέλος της αμερικανικής αυτοκρατορίας, την αναδίπλωση των ΗΠΑ στον εαυτό τους, την έλευση του μετά-αμερικανικού αιώνα.
Οι πιο ψύχραιμοι αναλυτές προειδοποιούσαν να μην παρασυρόμαστε από τις εντυπώσεις. Η αλήθεια για την αμερικανική στρατιωτική ισχύ και τις στρατηγικές φιλοδοξίες της Ουάσιγκτον- έγραφε, για παράδειγμα, ο Ανταμ Τουζ στο New Statesman- δεν βρίσκεται στις εικόνες από την Καμπούλ, μα στουςπροϋπολογισμούς του Πενταγώνου. Και η αλήθεια αυτή, σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, είναι απλή. Ο κυνισμός της εξόδου από το Αφγανιστάν δεν συνιστά το τέλος της φιλοδοξίας των ΗΠΑ να ηγεμονεύουν στρατιωτικά στον κόσμο, αλλά τον αναπροσανατολισμό της. Η Ουάσιγκτον στρέφεται προς τον Ειρηνικό, η Κίνα είναι η νέα μεγάλη προτεραιότητα. Και αυτό δεν είναι νέο. Το νέο δόγμα είχε αναγγελθεί πριν δέκα χρόνια, το 2011, από την Χίλαρυ Κλίντον ως υπουργό εξωτερικών. Και υπηρετείται έκτοτε, με διαφορετικό ύφος, στιλ και επίπεδο πολιτικής επιδεξιότητας από ηγεσίες τόσο διαφορετικές, όσο ο Ομπάμα, ο Τραμπ ή ο Μπάιντεν.

Δικαιολογώντας την απόφασή του να εγκαταλείψει το Αφγανιστάν, ο Πρόεδρος Μπάιντεν είπε πως οι Αμερικανοί στρατιώτες δεν μπήκαν στο Αφγανιστάν για να «χτίσουν έθνος» εκεί. Το είχε πει και ο Τζωρτζ Μπους πριν 20 χρόνια. Ωστόσο η Ουάσιγκτον γνώριζε καλά πως η χώρα αυτή, σε διαρκείς καταστροφικούς πολέμους από τα τέλη της δεκαετίας του 70, ήταν ένα ερείπιο που χρειαζόταν ανασυγκρότηση. Απλώς, σύμφωνα με την λογική του κυρίαρχου τότε αντιπροέδρου Τσένυ, το έργο της ανασυγκρότησης θα το αναλάμβανε, με το αζημίωτο, η ιδιωτική πρωτοβουλία, οι αμερικανοί contractors στους οποίους ο στρατός θα άνοιγε δρόμο. Όταν το σχέδιο απέτυχε, το δίλημμα για την Ουάσιγκτον ήταν: έξοδος ή δέσμευση για χρηματοδότηση μιας επιχείρησης ανασυγκρότησης στην κεντρική Ασία. Δοκίμασε το δεύτερο (ξόδεψε περίπου 500 δις μεταξύ 2010-2014), επέλεξε το πρώτο. Τέλος της αφγανικής ιστορίας.

Η αμερικανική αξιοπιστία ετρώθη. Αλλά η στρατηγική δεν άλλαξε. Οι προϋπολογισμοί του Πενταγώνου την καθρεφτίζουν. Το 2001 οι στρατιωτικές δαπάνες των ΗΠΑ ήταν $311 δις. Το 2010 ήταν υπερδιπλάσιες- 690 δις. Για το 2022, ο Πρόεδρος Μπάιντεν έχει ζητήσει $753 δις. Το πρόγραμμα των F-35, για παράδειγμα, είναι το πιο ακριβό εξοπλιστικό πρόγραμμα στην ιστορία, με συνολικό κόστος 1,7 τρις. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να ενισχύσει την στρατιωτική της υπεροχή και μάλιστα- σύμφωνα με μια ανάλυση- να αποσυνδέσει, υπέρ-επενδύοντας σε νέες τεχνολογίες, την στρατιωτική από την οικονομική ισχύ, η οποία μετακινείται προς ανατολάς. Προς τα εκεί μετακινείται και το αμερικανικό ενδιαφέρον, με έναν τρόπο βίαιο, άγαρμπο, που παλιοί σύμμαχοι, αιφνιδιασμένοι διπλά, μία με το Αφγανιστάν κι άλλη μία τώρα με την αναγγελία της τριμερούς συμφωνίας AUKU, εκλαμβάνουν ως «άδειασμα».

Από εδώ ξεκινά μια σειρά από υπαρξιακής σημασίας ερωτήματα- που μας αφορούν κι εμάς. Το πρώτο αφορά στην ευρωπαϊκή αντίδραση. Η πίεση που ασκεί ο Μακρόν, καιρό τώρα, για την στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης, για μια αναβαθμισμένη αμυντική συνεργασία συναντά ακόμη επιφυλάξεις, δυσπιστία ή και άρνηση. Θα αλλάξει αυτό; Μπορεί η Ευρώπη να αναλάβει την ιδιοκτησία της ασφάλειάς της, να ξεβολευτεί από την ευρω-ατλαντική ευκολία και να αναλάβει τα βάρη που συνεπάγεται μια αμιγώς ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας; Και τι ευκαιρίες θα έδινε στην Ελλάδα η συμμετοχή της σε μια κίνηση προς αυτήν τηνκατεύθυνση;

Το δεύτερο αφορά στην προσαρμογή της Τουρκίας στο νέο στρατηγικό περιβάλλον. Η Άγκυρα διάβασε, στα χρόνια Τραμπ, τις γεωπολιτικές αλλαγές ως ευκαιρία να προβάλει επιθετικά, στρατιωτικά, φιλοδοξίες περιφερειακής δύναμης με δυσανάλογο αποτύπωμα ισχύος από την Αφρική και την αραβική χερσόνησο ως τον Καύκασο. Άνοιξε υπερβολικά πολλά μέτωπα, διέρρηξε σχέσεις, υπερέβη τα όρια του παραδοσιακού της ρεαλισμού- και απέναντι στην Ελλάδα. Αναδιπλώθηκε, μετά την εκλογή Μπάιντεν, επιχείρησε να κλείσει μέτωπα, ο ίδιος ο Ερντογάν απέσυρε την δημόσια εικόνα του επίδοξου ηγέτη των πιστών στον αραβικό κόσμο, οι τόνοι και απέναντι στην Ελλάδα συγκρατήθηκαν. Θα συνεχίσει σε αυτή τη γραμμή ή θα διαβάσει με νέο τρόπο τις εξελίξεις, από Καμπούλ ως Καμπέρα, θα επιδιώξει μια νέα σχέση με τις ΗΠΑ και θα διεκδικήσει ξανά ευκαιρίες για προβολή άμετρης ισχύος;

Το τρίτο αφορά στην Ελλάδα. Είναι φανερό πως σε έναν κόσμο που αλλάζει, ό,τι θεωρούσαμε δεδομένο, αυτονόητο στην χάραξη μιας στρατηγικής για την ασφάλεια, αλλάζει. Ως τώρα, η Ελλάδα, όπως και κάθε ευρωπαϊκή χώρα που αντιμετωπίζει πρόβλημα εξωτερικής απειλής, έκανε πάντα την «αμερικανική επιλογή». Την μόνη διαθέσιμη, στʼ αλήθεια. Την έκανε, εμφατικά μάλιστα, και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Μα τι ακριβώς σημαίνει η αμερικανική επιλογή ασφάλειας, στο νέο διεθνές περιβάλλον για μια χώρα σαν την Ελλάδα; Και πόσο ρεαλιστική είναι τώρα πια;
Προς το παρόν, οι ερωτήσεις είναι περισσότερες από τις απαντήσεις που διαθέτουμε.-

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι