Έχει αγώνες αύριο

Πάσχος Μανδραβέλης, Απογευματινή, 02/06/2004

Τελικά, πήραμε τους Ολυμπιακούς Αγώνες μόνο για χάρη του κ. Γιώργου Χαρβαλιά; Ο καλός συνάδελφος, αρθρογράφος της εφημερίδας «Έθνος», πρέπει να είναι ο μόνος Έλληνας, ο οποίος και σήμερα παραδέχεται ότι ήταν υπέρ της διοργάνωσης όταν την αναλάβαμε. Όλοι οι υπόλοιποι –δημόσια ή ιδιωτικά– ψιθυρίζουν: «Α! Εγώ, ξέρετε, ήμουν πάντα εναντίον της ανάληψης των Ολυμπιακών Αγώνων!». Το ερώτημα, βέβαια, είναι: αφού όλοι ήμασταν κατά της ανάληψης γιατί λέγαμε τόσο χοντρά ψέματα στους δημοσκόπους; Πώς προέκυπτε το άνω των 90% ποσοστό υπέρ της διοργάνωσης; Εξ όσων ενθυμούμαι, μόνο ο «Συνασπισμός» και ο αρθρογράφος της εφημερίδας «Καθημερινή», κ. Αντώνης Καρκαγιάννης, είχαν δημοσίως ταχθεί εναντίον. Όλοι οι υπόλοιποι διαφωνούσαμε ιδιωτικώς;

Η κωμωδία της «ανέκαθεν εναντίωσης» αναδεικνύει, για μια ακόμη φορά, το έλλειμμα διαλόγου που υπάρχει σ’ αυτή τη χώρα. Δεν συζητήσαμε στα σοβαρά, ούτε σε βάθος, τι σημαίνει μια τέτοιου τύπου διοργάνωση για τη χώρα. Δεν αναφερθήκαμε ενδελεχώς στις θυσίες που απαιτούνται, στο οικονομικό ρίσκο που θα πάρουμε, στο τι θα σημάνει το «2004» στην περιφερειακή ανάπτυξη της χώρας και όλα εκείνα που υποχρεούμαστε να κάνουμε για να «διοργανώσουμε τους καλύτερους Ολυμπιακούς της ιστορίας». Δεν συζητήσαμε καν τα θετικά της διοργάνωσης: την παγκόσμια προβολή της χώρας, τις υποδομές που θα μείνουν, τη μεταφορά τεχνογνωσίας, την πραγματική εκπαίδευση εκατοντάδων μάνατζερ-στελεχών και χίλια δυο άλλα. Η ανάληψη των «Ολυμπιακών Αγώνων» θεωρήθηκε τότε εθνική υπόθεση και έχουμε το κακό χούι σ’ αυτή τη χώρα να μην συζητούμε ποτέ τις εθνικές υποθέσεις. Ή, έστω, εκείνες που βαφτίζονται ως τέτοιες.

Η απουσία του ενδελεχούς διαλόγου δημιουργεί σταλινικού τύπου ποσοστά προς την μία ή την άλλη άποψη. (Ειλικρινά: αν γινόταν σήμερα δημοσκόπηση τα ποσοστά θα ήταν αντίστροφα από εκείνα του 1995). Έχει όμως κι άλλες επιπτώσεις. Αν γινόταν η συζήτηση. όλος ο ελληνικός λαός θα γνώριζε τι τον περιμένει. Το πλέον πιθανό θα ήταν να επιμείνουμε, αλλά η ανάληψη της Ολυμπιάδας θα συνοδευόταν από αίσθημα ευθύνης. Διά του διαλόγου θα αναδεικνυόταν –για παράδειγμα– ότι η Αθήνα θα έπρεπε να σκαφτεί απ’ άκρου εις άκρον, ότι θα υπάρξει ταλαιπωρία των οδηγών. Όλοι θα το γνώριζαν και ουδείς θα εδικαιούτο να γκρινιάζει. Θα αναδεικνυόταν επίσης ότι οι επαγγελματίες (από τους ταξιτζήδες μέχρι τους μαγαζάτορες) θα πρέπει να αλλάξουν πρότυπα συμπεριφοράς και θα άλλαζαν. Θα μετείχαμε συνειδητά σ’ αυτό το παγκόσμιο πανηγύρι αντί να μεμψιμοιρούμε. Θα ξέραμε τα «πλην» και θα αναμέναμε τα «συν».

Αυτό που πληρώνουμε, λοιπόν, σήμερα είναι η απουσία διαλόγου τότε. Πήραμε τους αγώνες, «μες στην τρελή εθνική χαρά», και μετά εμφανιστήκαμε να μην ξέρουμε τι θα τους κάνουμε. Ο διάλογος δεν είναι μια τυπολατρική άσκηση Δημοκρατίας. Έχει θετικά αποτελέσματα γιατί, ασχέτως της άποψης που θα επικρατήσει τελικά, φωτίζει πολλές πτυχές κάθε ζητήματος και μας εξαναγκάζει να προετοιμαζόμαστε καλύτερα για την περαίωσή του.

Το ζήτημα είναι βέβαια ότι απέχουμε 72 μέρες από την τελετή έναρξης. Έτσι, δεν έχει νόημα να κάνουμε, δύο μήνες πριν από τους Αγώνες, αυτό που δεν κάναμε πριν δέκα χρόνια. Δεν έχει καμιά αξία η ομφαλοσκόπηση, «αν και εφόσον έπρεπε να αναλάβουμε τη διοργάνωση». Την αναλάβαμε, δεν μας την επέβαλαν. Με θούριους και κορναρίσματα, εξ όσων θυμάμαι.

Ας σοβαρευτούμε, λοιπόν, γιατί έχουμε αγώνες αύριο...

Θέμα επικαιρότητας:
Αθήνα 2004

Σύνολο: 25 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι