(Επαν)εκδημοκρατισμός του κράτους για υπεράσπιση του κράτους δικαίου

Βασίλης Χ. Καρύδης, Ελευθεροτυπία, 12/07/2004

Το τελευταίο διάστημα δικαιολογημένα εμφανίζεται όλο και περισσότερο στο δημόσιο διάλογο η διλημματική διατύπωση: «ασφάλεια ή ελευθερία;», «αποτελεσματικότητα ή ατομικά δικαιώματα;», «σκοπιμότητα ή νομιμότητα;». Η γνωστή ανέξοδη απάντηση αντικαθιστά το διαζευτικό «ή» με το συμπλεκτικό «και», θεωρώντας ότι έτσι επιτυγχάνεται η επιζητούμενη χρυσή τομή μεταξύ του δικαιώματος στην ασφάλεια και της ασφάλειας των δικαιωμάτων κάθε πολίτη, και κατά συνέπεια είναι όλοι ευτυχείς. Συνήθως όμως πρόκειται για ρητορική σύνθεση, καθώς τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μετά την 11η Σεπτεμβρίου, η «διακινδύνευση» και η «ασφάλεια» αποτελούν τις νέες θεότητες της παγκοσμιοποίησης. Το φαινόμενο όμως δεν γεννήθηκε τότε, όπως συχνά παρεξηγείται. Η «λατρεία της ασφάλειας» εγκαταστάθηκε σταδιακά στη συλλογική κοινωνική συνείδηση κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, πρώτα στις ΗΠΑ και στη συνέχεια στην Ευρώπη, με πιο πρόθυμη χώρα τη Βρετανία.

Τότε καθιερώθηκε ο όρος «κοινωνία της διακινδύνευσης», όπου κάθε πολίτης είναι εκτεθειμένος σε πολλαπλούς κινδύνους και αισθάνεται ως θύμα σε αναμονή. Αυτή η «κουλτούρα του φόβου» συνδέεται στενά με μια συνολική συντηρητική πρόσληψη της κοινωνικής ζωής. Ο δημόσιος χώρος βιώνεται ως τοπίο ανασφαλές, ο άγνωστος συμπολίτης αντιμετωπίζεται ως εν δυνάμει απειλή, ούτε όμως ο γνωστός βρίσκεται υπεράνω υποψίας, η καθημερινή δραστηριότητα -από τον περίπατο μέχρι τη βραδινή έξοδο ή και το ταξίδι- περιγράφεται ως πηγή κινδύνων. Πολλά σχολεία στις ΗΠΑ θυμίζουν περισσότερο φυλακές ασφαλείας σε μικρογραφία. Σε ύψη-ρεκόρ έφθασαν οι πωλήσεις καμουφλαρισμένων συσκευών που καταγράφουν τις baby-sitters κατά την απουσία των γονιών. Στη Βρετανία, έχουν διωχθεί γονείς επειδή φωτογράφησαν τα παιδιά τους γυμνά.

Μέσω της κουλτούρας του φόβου συγκροτείται και η «κουλτούρα του ελέγχου». Η συλλογική κοινωνική συνείδηση εθίζεται στην αντίληψη ενός Πανοπτισμού που προστατεύει από τη διάχυτη απειλή. Η ένταση της καταστολής γίνεται αποδεκτή, αν όχι επιθυμητή, αναγκαιότητα. Στη Βρετανία και τη Γαλλία, επιβάλλονται μέτρα απαγόρευσης κυκλοφορίας των εφήβων. Το μέτρο της ηλεκτρονικής επιτήρησης επεκτείνεται συνεχώς, χωρίς να υποκαθιστά τον εγκλεισμό, που επίσης χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο εις βάρος των κοινωνικά αποκλεισμένων. Η αντιτρομοκρατική νομοθεσία εκμηδενίζει τον πολιτικό χαρακτήρα κάθε αντιεξουσιαστικής δράσης και σε πολλές περιπτώσεις ποινικοποιεί το φρόνημα. Η συζήτηση διεξάγεται με όρους πολέμου: κατά του εγκλήματος, κατά της τρομοκρατίας, κατά της λαθρομετανάστευσης, κατά της παιδοφιλίας κ.ο.κ. Η καχυποψία όλων έναντι όλων δηλητηριάζει τον κοινωνικό ιστό και υπονομεύει τη συνοχή και αλληλεγγύη. Σ’ αυτό το ψυχολογικό βάθρο εδράζεται η σύγχρονη «βιομηχανία της ασφάλειας» -από τους ταχύτερα αναπτυσσόμενους οικονομικούς κλάδους- που στη συγκυρία των Ολυμπιακών Αγώνων κόστισε στην Ελλάδα ένα μυθώδες ποσό χωρίς ουσιαστικά ενστάσεις και διαμαρτυρίες. Οι δύο συγγενείς κουλτούρες -του φόβου και του ελέγχου- είχαν πλήρως προετοιμάσει την κοινή γνώμη.

Στη σημερινή μετανεωτερική κοινωνία της διακινδύνευσης, η ανασφάλεια τροφοδοτείται από τη δομική κοινωνική πολυδιάσπαση και χρησιμοποιείται για τη «συναινετική» παραίτηση των πολιτών από εγγυητικές δικλίδες ασφαλείας - κατακτήσεις του Διαφωτισμού έναντι της κρατικής αυθαιρεσίας. Κατά τρόπο ειρωνικό, οι φιλελεύθερες, σύγχρονες δημοκρατίες χρειάζονται περισσότερο κράτος στο πεδίο της καταστολής τη στιγμή που προωθούν πολιτικές λιγότερου κράτους στο πεδίο της οικονομίας και της κοινωνικής πολιτικής. Η απελευθέρωση του κεφαλαίου και η αποδυνάμωση των εθνικών κρατών έχει ανάγκη από «Γκουλάγκ δυτικού τύπου»,1 όπως ο φημολογούμενος προληπτικός εγκλεισμός των περιθωριακών της Αθήνας κατά τη διάρκεια των Αγώνων. Οπως χαρακτηριστικά γράφει ο Γ. Πανούσης: «Η "συναίνεση χωρίς συναίνεση" επιβάλλεται μόνο μέσω της πειθαρχίας και του ελέγχου. Η παγκοσμιότητα της καταστολής, οι παγκόσμιοι ηλεκτρονικοί χωροφύλακες και προστάτες καλούνται ως "συνοδευτικές υπηρεσίες" να επιβάλλουν όχι μόνο την τάξη, αλλά και τους νέους κανόνες ζωής» (σ. 16).2

Αυτό που κατά συνέπεια συμβαίνει, δεν είναι κάποια προσωρινή αγκύλωση των θεσμών ή συγκυριακή παρέκκλιση από θεμελιώδεις αρχές του ιστορικού νομικού μας πολιτισμού, αλλά για διαδικασία μετάλλαξης της φιλοσοφικής του δομής, αναγκαία για την αναπαραγωγή της νέας παγκοσμιοποιημένης διακυβέρνησης. Το, σύμφωνα με τον Βακάν, «ποινικό κράτος»3 (ένα κράτος εχθροπραξιών -warfare-, που έχει υποκαταστήσει το κράτος πρόνοιας - welfare), καλλιεργεί συστηματικά τις κουλτούρες του φόβου και του ελέγχου. Αυτή η πολιτική θα είναι επιτυχής όσο οι σύγχρονες ανθρώπινες κοινότητες θα έχουν ως μόνο κοινό -κατ’ ευφημισμό ενοποιητικό- στοιχείο, το φόβο της διακινδύνευσης και του εγκλήματος.

Η υπεράσπιση του κράτους δικαίου θα αποδειχθεί μάταιη επιχείρηση εάν δεν συνδεθεί με τον (επαν)εκδημοκρατισμό του κράτους, την εκ νέου ανάδειξη μιας συνειδητής κοινωνίας των πολιτών και τη σταθερή πολιτική επιδίωξη της ουσιαστικής κοινωνικής ισότητας.

*Επ. Καθηγητής Εγκληματολογίας Τμήμα Νομικής ΔΠΘ

1. Ν. Christie, «Crime Control as Industry», 1994

2. Χ. Δημόπουλος, «Η Παγκοσμιοποίηση του Εγκλήματος», 2003

3. L. Wacquant, «Οι Φυλακές της Μιζέριας», 2001

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι