Στα πρόθυρα της ύφεσης η αμερικανική οικονομία

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 06/01/2008

Με ένα άλμα 2 δολαρίων και πλέον στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου μπήκε το 2008. Την Τετάρτη έφθασε για πρώτη φορά τα 100 δολάρια το βαρέλι στη Νέα Υόρκη. Αφορμή ήταν οι ταραχές στη Νιγηρία, αλλά όλες οι προβλέψεις αναμένουν περαιτέρω άνοδο. Ταυτόχρονα η τιμή του χρυσού έσπασε το ιστορικό της ρεκόρ πριν από 28 χρόνια (850 δολάρια η ουγγιά), ανεβαίνοντας την ίδια μέρα στα 859,30 δολάρια. Μπροστά στο φόβο αύξησης του παγκόσμιου πληθωρισμού και πτώσης των χρηματιστηρίων, ανήσυχοι επενδυτές αναζητούν καταφύγιο στο κίτρινο μέταλλο.

Το πετρέλαιο αναμενόταν από καιρό να φθάσει τα 100 δολάρια ("Το ερώτημα δεν είναι αν αλλά πότε" τιτλοφορούσαν δέκα μέρες νωρίτερα σχετικό άρθρο τους οι Financial Times.) Μαζί με το ψυχολογικό αυτό όριο την Τετάρτη το πετρέλαιο έπιασε σχεδόν και το ιστορικό ρεκόρ του Απριλίου του 1980, όταν σε σημερινά δολάρια (πληθωρισμένα) το βαρέλι είχε φτάσει να κοστίζει 102,8 δολάρια μετά την Ιρανική επανάσταση. Αν όμως τις δεκαετίες του 70 και του 80 οι απότομες ανατιμήσεις του πετρελαίου που βύθισαν τις δυτικές οικονομίες στο στασιμοπληθωρισμό προκαλούνταν από διακοπές στην προσφορά συνδεόμενες με πολιτικές εξελίξεις στις πετρελαιοπαραγωγούς χώρες, η τωρινή ανοδική τάση των τιμών οφείλεται στην έντονη αύξηση της ζήτησης στις αναπτυσσόμενες, αλλά και σε ανεπτυγμένες οικονομίες και είναι συνεχής. Αν και η ανατίμηση έφθασε 57% μέσα στο 2007, έως τώρα φάνηκε να επιτρέπει στις πλούσιες χώρες να προσαρμόζονται βαθμιαία. Όχι όμως στις φτωχές χώρες της Αφρικής, που σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη της ΙΕΑ, της Διεθνούς Υπηρεσίας Ενέργειας απειλούνται με νέα κρίση υπερχρέωσης και χειρότερη φτώχεια: θα πληρώνουν φέτος για την αγορά πετρελαίου 3% του ΑΕΠ τους παραπάνω από το 2004, περισσότερο από το σύνολο της βοήθειας που έλαβαν αυτό το διάστημα.

Αλλά το νέο άλμα του πετρελαίου συνέπεσε με μια σειρά άλλες αρνητικές ενδείξεις για την αμερικανική οικονομία προκαλώντας την Τετάρτη μια πτώση 1,7% στην Ουόλ Στριτ. Τους αναλυτές απασχολεί έτσι γενικότερα το ερώτημα αν φέτος η πορεία των μετοχών θα είναι πτωτική. Το 2007 ο δείκτης Global 1200 που καταρτίζει η Standard & Poors με βάση τις κυριότερες αξίες 29 Χρηματιστηρίων ανά τον κόσμο ανέβηκε 7,74%, σημαντικά λιγότερο από το 19% του 2006. Πέρα από το πετρέλαιο, οι φόβοι αντιστροφής φέτος σε πτώση σχετίζονται με τη χρηματοοικονομική κρίση που ξέσπασε το καλοκαίρι στα αμερικανικά ενυπόθηκα στεγαστικά δάνεια και επεκτάθηκε στις αγορές κεφαλαίων και στην Ευρώπη χωρίς να διαφαίνεται κάποια διέξοδος. "Βρισκόμαστε σε μια πολύ ασταθή κατάσταση, όπου τα πάντα μπορεί να συμβούν", έλεγε την Πρωτοχρονιά στη Le Monde ο οικονομολόγος της Deutsche Bank Νταβίντ Νταουντέ. Μιλώντας για βαρειά κρίση, σοβαρότερη από το κραχ του 1987, αλλά και από την ασιατική του 1997-98, ο Νταουντέ εντοπίζει τα αίτια στην αδιαφάνεια των χρηματοοικονομικών αγορών και στην άγνοια των κινδύνων που συνδέονται με τα σύνθετα (και "δομημένα") χρηματοοικονομικά προϊόντα.

Κατά πρώτο λόγο έχουν πληγεί οι τράπεζες στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη, οι ζημίες των οποίων έχουν ήδη υπερβεί τα 500 δισ. ευρώ, και έπεται συνέχεια. Το κεντρικό ερώτημα είναι σε ποια έκταση η κρίση αυτή θα μεταφερθεί στην πραγματική οικονομία, στη παραγωγή, τις επενδύσεις και την κατανάλωση. Η βιομηχανία έδειξε αρχικά να αντέχει, το ίδιο και η κατανάλωση μέχρι τις εορτές, οι πάντες όμως αναμένουν επιβράδυνση της οικονομικής μεγέθυνσης φέτος. Στη Γερμανία, για παράδειγμα, και η αναθεωρημένη πρόβλεψη για μεγέθυνση 2% αναγνωρίζεται πλέον από επίσημα χείλη ως ανέφικτη. Εδώ το κρίσιμο ερώτημα είναι αν θα πρόκειται απλώς για βραδύτερους αλλά αυξητικούς πάντως ρυθμούς, ή για μείωση της παραγωγής, ύφεση δηλαδή, στις ΗΠΑ ιδίως, με εντονότερα αρνητικές επιπτώσεις στην Ευρώπη και όχι μόνο. Πρώτο αρνητικό σημάδι, ο δείκτης προμηθειών της μεταποίησης, που πέφτοντας τρεις μονάδες το Δεκέμβριο στο 47,7 στις ΗΠΑ, υποδηλώνει ότι η παραγωγή άρχισε πλέον να συρρικνώνεται.

Οι γνώμες ακόμα διίστανται. Ο Νταουντέ για παράδειγμα θέλει να πιστεύει ότι η ύφεση στις ΗΠΑ θα αποφευχθεί με τη βοήθεια δύο πρόσθετων μειώσεων των επιτοκίων από την αμερικανική κεντρική τράπεζα, κατά ένα τέταρτο της μονάδας κάθε φορά, μέσα στο πρώτο εξάμηνο φέτος, κίνηση που θεωρεί ότι επιβάλλεται επίσης στην Ευρωζώνη, όπου η οικονομία βαρύνεται επιπλέον με τη μεγάλη ανατίμηση του ευρώ. Αλλά πιο πειστικά επιχειρηματολογεί ο γνωστός οικονομολόγος, καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, Νούριελ Ρουμπίνι, ο οποίος ήδη από τις αρχές Δεκεμβρίου έβλεπε την αμερικανική οικονομία να βαδίζει κατ ευθείαν προς την ύφεση, ό,τι και αν κάνει η Fed: Η χειρότερη ύφεση στις κατοικίες που συνέβη ποτέ, η ισχυρή συμπίεση των πιστώσεων, η πτώση των επιχειρηματικών επενδύσεων, καταναλωτές χωρίς αποταμιεύσεις και υπερχρεωμένοι, που δέχονται το ένα αρνητικό σοκ μετά το άλλο, την καθιστούν αναπότρεπτη. Και αυτός υποστηρίζει ότι οι κεντρικές τράπεζες πρέπει να μειώσουν τα επιτόκιά τους, αλλά συντονισμένα και πιο επιθετικά, κατά μισή μονάδα από κοινού, για να σηματοδοτήσουν ότι στα σοβαρά θέλουν να συγκρατήσουν μιαν απότομη προσγείωση σε παγκόσμια κλίμακα και να περιορίσουν την έκταση της ύφεσης. Θεωρώντας όμως ότι με τέτοια μέτρα νομισματικής πολιτικής και μόνο δεν μπορούν να αρθούν οι συνέπειες της αδράνειας των αρχών επί χρόνια απέναντι στις αλόγιστες πρακτικές χορήγησης δανείων που προκάλεσαν την τωρινή κρίση, επιμένει στην ανάγκη μεταρρυθμίσεων στις πολιτικές, τη ρύθμιση και την εποπτεία των αγορών, ώστε να δημιουργηθεί ένα σταθερότερο παγκόσμιο χρηματοοικονομικό σύστημα.

Κάποιοι Αμερικανοί οικονομολόγοι παραμένουν πάντως ακόμα αισιόδοξοι, ο Άλαν Γκρίνσπαν, ο Λόρενς Σάμερς και ο Μάρτιν Φέλντσταϊν δίνουν στην ύφεση πιθανότητες 50-50, ενώ διχασμένη είναι και η Ουόλ Στριτ: Ύφεση προβλέπουν η Morgan Stanley, η Merrill Lynch και η Goldman Sachs, απλή επιβράδυνση η JP Morgan και η Lehman Brothers.

Η Κίνα σε ρόλο σωτήρα

Στο παρελθόν οι οικονομικές υφέσεις στις ΗΠΑ πάντοτε συμπαρέσυραν προς τα κάτω την παγκόσμια οικονομία, σήμερα όμως οι προοπτικές διαγράφονται διαφορετικές. Η Κίνα, η Ινδία και η Ρωσία αντιπροσωπεύουν πλέον το μισό της παγκόσμιας οικονομικής μεγέθυνσης, η Κίνα ιδίως πάνω από το 25%, σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Εκεί η ανάπτυξη συνεχίζεται δυναμική, στην Κίνα με διψήφιους ρυθμούς, ανεπηρέαστη από την πιστωτική κρίση των δυτικών οικονομιών. Μάλιστα, δεν πρόκειται μόνο για τα ραγδαία αυξανόμενα ποσοτικά μεγέθη της παραγωγής, του εμπορίου και της ζήτησης, που ως ένα βαθμό μπορούν να συντηρήσουν τη δυτική οικονομική δραστηριότητα, αλλά ούτε μόνο για την έως τώρα κάλυψη των μεγάλων αμερικανικών ελλειμμάτων από τα τεράστια ασιατικά συναλλαγματικά αποθέματα τα οποία τοποθετούνταν σε κρατικούς τίτλους των ΗΠΑ. Η αγορά του 9,9% των μετοχών της δοκιμαζόμενης από την κρίση Morgan Stanley με 5 δισεκατομμύρια δολάρια από την China Investment Corporation το Δεκέμβριο σηματοδοτεί μια νέα φάση όπου η Κίνα παρεμβαίνει πλέον απ ευθείας στις αγορές κεφαλαίου της μητρόπολης.

Οι επενδύσεις κεφαλαίων στη Δύση από κρατικά ελεγχόμενα κεφάλαια της Κίνας (είχε προηγηθεί η αγορά του 10% της ιδιωτικής μετοχικής Blackstone με 3 δισ. δολάρια) γίνονται δεκτές με ανάμεικτα συναισθήματα: αφενός σώζουν από την κατάρρευση κολοσσούς τους οποίους αδυνατούν να στηρίξουν επαρκώς οι δυτικές κεντρικές τράπεζες και αγορές, αφετέρου ανοίγουν το δρόμο για μια πολιτική επιρροή στην καρδιά του δυτικού καπιταλισμού. Κατά πρώτο λόγο οι ανησυχίες αφορούν την Κίνα (διότι ανάλογες επενδύσεις άρχισαν να πραγματοποιούν κρατικοί φορείς και άλλων αναπτυσσομένων χωρών: 7,5 δισ. δολάρια έβαλε στη Citigroup η επενδυτική αρχή του Αμπού Ντάμπι). Το θέμα είναι ότι η ισορροπία των δυνάμεων στην παγκόσμια οικονομία αλλάζει.

Μια έρευνα γνώμης του Ινστιτούτου TNS Opinion το φθινόπωρο έδειξε ότι το 51% των Αμερικανών και το 55% των Ευρωπαίων βλέπουν την ανάπτυξη της Κίνας ως απειλή. Είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι οι πολίτες που ρωτήθηκαν δεν είχαν κατά νου τις αγορές κεφαλαίων, αλλά κυρίως τα κινεζικά προϊόντα που εκτοπίζουν τα αμερικανικά και τα ευρωπαϊκά και πλήττουν εδώ μισθούς και απασχόληση, καθώς παράγονται φθηνότερα, με πολύ χαμηλότερο εργατικό κόστος. Αλλά και εδώ τα πράγματα αρχίζουν να αλλάζουν. Από την 1η Ιανουαρίου φέτος μια νέα εργατική νομοθεσία στην Κίνα θεσπίζει τις συλλογικές συμβάσεις και ενισχύει τα δικαιώματα των εργαζομένων (αποζημιώσεις για απολύσεις, εργοδοτικές ασφαλιστικές εισφορές για συντάξεις, ανεργία, υγεία). Ήδη στο διεθνή Τύπο καταγράφηκαν κάποιες πρώτες απεργίες με τη διεκδίκηση να εφαρμοσθούν οι νέες διατάξεις σε επιχειρήσεις που ήθελαν να τις αγνοούν. Πολύ χαμηλοί ακόμα σε σύγκριση με τις ΗΠΑ ή την Ευρώπη, οι μισθοί πάντως αυξάνονται.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι