Οι πλούσιες χώρες πρέπει να πληρώσουν για το κλίμα

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 13/07/2008

Χωρίς δεσμεύσεις για πολιτικές ικανές να συγκρατήσουν την απειλητική άνοδο της θερμοκρασίας στον πλανήτη έληξε άλλη μια σύνοδος κορυφής την περασμένη εβδομάδα στην Ιαπωνία. Για τα φτωχά της αποτελέσματα μέρος του δυτικού Τύπου επέρριψε ευθύνες στις μεγάλες αναδυόμενες οικονομίες, και κατά πρώτο λόγο στην Κίνα. Η προστασία του κλίματος απαιτεί άμεσα αποφασιστική δράση από τις πλούσιες αλλά και από τις αναπτυσσόμενες χώρες. Οι πρώτες όμως πρέπει κυρίως να επωμιστούν το κόστος. Και εδώ οι G8 δεν έκαναν καμία πρόοδο.

Σύμφωνα με πρόσφατη εργασία του καθηγητή Νίκολας Στερν (συγγραφέα της έκθεσης σταθμού του 2006 για την κλιματική αλλαγή), η συγκέντρωση ισοδυνάμων διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα είναι σήμερα 430 μέρη ανά εκατομμύριο και αυξάνονται με ρυθμό δύο μερών ανά εκατομμύριο το χρόνο. Στόχος πρέπει να είναι η σταθεροποίηση της συγκέντρωσης στα 450-500 μέρη ανά εκατομμύριο. Για να επιτευχθεί ο στόχος αυτός θα πρέπει οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου να κορυφωθούν μέσα στα επόμενα δεκαπέντε χρόνια, και κατόπιν να μειωθούν μέχρι το 2050 τουλάχιστον στο 50% του επιπέδου του 1990, δηλαδή κατά 90% περίπου από τα τωρινά τους επίπεδα. Αυτό αντιστοιχεί σε εκπομπές 2 τόνων κατά κεφαλήν το 2050, στο 10% μόλις των σημερινών αμερικανικών, στο μισό των σημερινών κινεζικών.

Οι απλές διαπιστώσεις του Στερν, που επικαλείται ο αρθρογράφος των "Financial Times" Μάρτιν Γουλφ, δείχνουν αφενός το μέγεθος της προσπάθειας που απαιτείται και αφετέρου την απόλυτη ανεπάρκεια των αποφάσεων της ομάδας των οκτώ, του G8. (Στο ανακοινωθέν τους οι ΗΠΑ, Καναδάς, Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ιαπωνία και Ρωσία έκαναν λόγο για μείωση των εκπομπών στο μισό μέχρι το 2050, "ξεχνώντας" να προσδιορίσουν την αφετηρία για τη μείωση, το 1990 ή τώρα, και παραλείποντας να αναφέρουν τι θα κάνουν εντωμεταξύ.) Θεμελιώνουν άλλωστε την αξίωση των αναπτυσσομένων χωρών για μειώσεις των πλουσίων μέχρι 90% και για συγκεκριμένες χρηματοδοτήσεις, προκειμένου να αναλάβουν δεσμεύσεις από την πλευρά τους.

Είναι αλήθεια ότι από φέτος η Κίνα ξεπερνά κάθε άλλη χώρα στις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου και, μέσω αυτού, την άνοδο της θερμοκρασίας στη γη. Αλλά η Κίνα έχει επίσης το ένα τέταρτο του παγκόσμιου πληθυσμού. Ανά κάτοικο οι εκπομπές της μόλις ξεπερνούν το ένα πέμπτο εκείνων των ΗΠΑ. Αυξάνονται οπωσδήποτε με ταχύτερους ρυθμούς, καθώς πρέπει να καλυφθεί το μεγάλο χάσμα ανάπτυξης που την χωρίζει από τις βιομηχανικές χώρες. Για να συγκρατηθεί αυτή η αύξηση τα επόμενα χρόνια, και για να μετατραπεί σε μείωση κατόπιν, απαιτούνται ακριβές τεχνολογίες. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να τις πληρώσουν η Κίνα και οι άλλες αναπτυσσόμενες χώρες, η Ινδία, η Βραζιλία, η Νότιος Αφρική, το Μεξικό, που αντιμετωπίζουν ακόμα τεράστια προβλήματα φτώχειας. Τρία ισχυρά επιχειρήματα προβάλλει ο Μάρτιν Γουλφ, γιατί το κόστος θα πρέπει να το φέρουν οι χώρες υψηλού εισοδήματος: Πρώτον, διότι αυτές δημιούργησαν το πρόβλημα (με τη βιομηχανική τους ανάπτυξη – έχει υπολογισθεί ότι παρήγαγαν τα τρία πέμπτα των αποθεμάτων αερίων του θερμοκηπίου ανθρώπινης προέλευσης που ήδη βρίσκονται στην ατμόσφαιρα). Δεύτερον, διότι εξακολουθούν να εκπέμπουν μεγαλύτερες ποσότητες κατά κεφαλήν. Και τρίτον, επειδή αυτές είναι σε θέση να το πληρώσουν.

Παρακολουθώντας αυτήν την κρίσιμη αντιπαράθεση από την Ελλάδα, ας μην ξεχνάμε ότι και εμείς συγκαταλεγόμαστε εδώ και αρκετά χρόνια στις πλούσιες χώρες (με κατά κεφαλήν ΑΕΠ 32.400 δολάρια ερχόμαστε 27η χώρα στον κόσμο, εκτιμά φέτος το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το 2007 φθάσαμε το 98% του μέσου επιπέδου της Ε.Ε., σύμφωνα με την Eurostat). Μας αναλογεί επομένως μέρος του κόστους.

Αλλάζει τον κόσμο η οικονομική άνοδος της Κίνας

Πέρα από την κρίσιμη απαίτηση συνεργασίας για να αντιμετωπισθεί η κλιματική απειλή, η ραγδαία ανάπτυξη της Κίνας επιβάλλει τη συνολική αναθεώρηση των αντιλήψεων που επικρατούν στις παραδοσιακά ισχυρές οικονομίες των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μια ενδιαφέρουσα συμβολή στην κατεύθυνση αυτή δημοσίευσε την περασμένη εβδομάδα το Ίδρυμα Carnegie για τη Διεθνή Ειρήνη. Πρόκειται για μια μελέτη του Αμερικανού οικονομολόγου με μακρόχρονη εμπειρία στο Πεκίνο Άλμπερτ Καϊντέλ, που με συντηρητικές εκτιμήσεις διαγράφει την πιθανότητα η οικονομία της Κίνας να εκτοπίσει την αμερικανική από την πρώτη θέση ήδη το 2020, αν το ΑΕΠ υπολογισθεί σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, ή πάντως το 2035 αν οι υπολογισμοί γίνουν με τις ισοτιμίες του εμπορίου. Κατά τις ίδιες προβολές, το 2040 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Κίνα θα ξεπερνά το σημερινό κατά κεφαλήν αμερικανικό ΑΕΠ (από το ένα δέκατο που φθάνει τώρα).

Στηριζόμενος στην πρόσφατη ιστορία, ο Καϊντέλ αντικρούει τρέχουσες ισχυρές προκαταλήψεις για την Κίνα: Το μαοϊκό καθεστώς κληροδότησε στις επόμενες γενιές υψηλά ποσοστά αλφαβητισμού και μιαν αξιοπρεπή δημόσια υγεία, η ασφυκτική διοίκηση της οικονομίας έπνιγε όμως την αναπτυξιακή δυναμική. Έκτοτε υπήρξαν τέσσερις φάσεις μεταρρυθμίσεων. Τη δεκαετία του 1980 μοιράστηκαν γη και ζώα στους αγρότες, τέθηκαν οι πρώτες βάσεις σύγχρονης οικονομικής διαχείρισης και δημιουργήθηκαν προνομιακές ζώνες για ξένες επενδύσεις και εμπόριο στις ακτές. Η φάση αυτή κατέληξε σε βίαιες διαμαρτυρίες (Τιενανμέν) καθώς οι ανερχόμενες αγροτικές τιμές βοήθησαν την ύπαιθρο αλλά συμπίεσαν τα εισοδήματα στις πόλεις. Τη δεκαετία του 1990 ενισχύθηκαν τα κίνητρα του κέρδους και ξεκίνησαν ιδιωτικοποιήσεις που έφεραν μαζικές απολύσεις και νέες κοινωνικές ταραχές, οι έλεγχοι τιμών όξυναν τη φτώχεια στην ύπαιθρο, εντάθηκε η καταστολή και οι συλλήψεις διαδηλωτών, αλλά και κάποιων διεφθαρμένων αξιωματούχων. Από το 2001 ως το 2007 οι μεταρρυθμίσεις της αγοράς και η είσοδος της Κίνας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου τόνωσαν τις επενδύσεις και την κατανάλωση σε ρυθμούς μεγέθυνσης πάνω από 10% το χρόνο. Η άνοδος της απασχόλησης στις πόλεις και οι φορολογικές μεταρρυθμίσεις στην ύπαιθρο άρχισαν να αμβλύνουν τη φτώχεια, αλλά η ανάπτυξη χειροτέρευσε τη ρύπανση. Από φέτος η κοινωνική ευημερία και το περιβάλλον συνδυάζονται πλέον με τους στόχους οικονομικής μεγέθυνσης στη νέα στρατηγική "επιστημονικής ανάπτυξης" που υιοθέτησαν οι κινεζικές αρχές.

Με αυτό το ιστορικό υπόβαθρο ο Καϊντέλ δείχνει πόσο άστοχες είναι νεοφιλελεύθερες κριτικές στην Κίνα για ανεπαρκή απελευθέρωση των αγορών της, εξηγώντας την ανάγκη ισχυρού κρατικού παρεμβατισμού σε αυτό το στάδιο της ανάπτυξης, όπως το πέρασαν άλλωστε πολλές ανεπτυγμένες σήμερα χώρες. Προπάντων καταρρίπτει τις προκαταλήψεις ότι η Κίνα αναπτύσσεται χάρη στο εξωτερικό της εμπόριο πλήττοντας έτσι τα συμφέροντα των δυτικών χωρών και αντικρούει τις επίμονες δυτικές πιέσεις να ανατιμηθεί το κινεζικό νόμισμα. Ο Καϊντέλ τεκμηριώνει ότι κύρια πηγή ανάπτυξης της Κίνας είναι οι μεταβολές στην εγχώρια κατανάλωση και τις επενδύσεις, με το εμπορικό της πλεόνασμα να παίζει δευτερεύοντα μόνο ρόλο. Το μεγάλο εμπορικό πλεόνασμα δημιουργήθηκε ξαφνικά το 2004, όταν μπροστά στο φόβο των οικονομικών επιπτώσεων από την επιδημία SARS (του αναπνευστικού συνδρόμου) οι αρχές αύξησαν δραστικά τη χρηματοδότηση της οικονομίας, προκαλώντας κίνδυνο υπερθέρμανσης, για να την περιορίσουν κατόπιν, όταν η επιδημία εξέλιπε. Στο μεταξύ η συνεχής μεγάλη άνοδος των εισαγωγών της Κίνας, που δεν επηρεάζεται από τον οικονομικό κύκλο των ΗΠΑ ή της Ευρώπης, στηρίζει τη μεγέθυνση στον υπόλοιπο κόσμο.

Η ανάπτυξη συμβάδισε με μεγάλη ένταση των περιφερειακών και των κοινωνικών ανισοτήτων στην Κίνα, ανάμεσα στις πόλεις και την ύπαιθρο. Παράλληλα όμως περιόρισε δραστικά την απόλυτη φτώχεια που το 1985 έπληττε το 15% του πληθυσμού και τώρα έχει περιορισθεί στο 1,6%, υποστηρίζει ο Καϊντέλ. Με το μέτρο των Ηνωμένων Εθνών του ενός δολαρίου την ημέρα, τη μείωσε από 700 εκατομμύρια ανθρώπους τη δεκαετία του 1980 σε 200 εκατομμύρια σήμερα, επίτευγμα εξαιρετικό σε παγκόσμια κλίμακα, γράφει.

Στην ίδια λογική ο Καϊντέλ υποστηρίζει τη βαθμιαία ανάπτυξη των δημοκρατικών θεσμών στην Κίνα (που τόσες διαμαρτυρίες προκαλεί στην Ευρώπη η έλλειψή τους κατά τα δυτικά πρότυπα ενόψει και των Ολυμπιακών Αγώνων) υπενθυμίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι στις ΗΠΑ το καθολικό δικαίωμα της ψήφου καθιερώθηκε μόλις τη δεκαετία του 1960.

Η πρόκληση που συνιστά η ανάδειξη της Κίνας σε πρώτη οικονομική δύναμη στον κόσμο τις επόμενες δεκαετίες πιέζει για μεταρρυθμίσεις στις ήδη ανεπτυγμένες χώρες (υγεία, παιδεία, υποδομές, συντάξεις στις ΗΠΑ π.χ.) και, βέβαια, για νέα πολύπλευρη συνεργασία, καταλήγει ο Καϊντέλ.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι