Ρωσία, ΗΠΑ, Ευρώπη στον 21ο αιώνα

Θάνος Ντόκος, ΤΟ ΒΗΜΑ, 22/08/2008

Μετά τον τερματισμό του Ψυχρού Πολέμου και τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης ακολούθησε μια περίοδος σημαντικής διπλωματικής, πολιτικής, οικονομικής και στρατιωτικής αποδυνάμωσης της Ρωσίας, παράλληλα με την αδιαμφισβήτητη παγκόσμια κυριαρχία των ΗΠΑ. Στη δεκαετία του 1990 υλοποιήθηκε μια αμερικανική προσπάθεια ελέγχου της Ευρασίας μέσω της απεξάρτησης του συνόλου σχεδόν των πρώην Σοβιετικών Δημοκρατιών και δορυφόρων από την επιρροή της Μόσχας και της μετατροπής τους σε δυτικού τύπου δημοκρατίες, προσκολλημένες στο αμερικανικό άρμα.

Η πολιτική σταθερότητα που προσέφεραν ο Βλαντίμιρ Πούτιν και οι «σιλοβίκι» του, σε ένα βαθμό εις βάρος της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σε συνδυασμό με την οικονομική της ενδυνάμωση λόγω ενέργειας και τη γεωγραφική της θέση, έδωσε τα τελευταία χρόνια στη Μόσχα αυξημένη επιρροή και δυνατότητα παρεμβάσεων σε μεγάλα τμήματα του πρώην σοβιετικού χώρου.

2. Ο τερματισμός του Ψυχρού Πολέμου οδήγησε σε μείωση των πυρηνικών οπλοστασίων των δύο πλευρών (οι ΗΠΑ διαθέτουν 5.914 κεφαλές και η Ρωσία 5.189, έναντι 10.563 και 10.271 αντιστοίχως το 1990), αν και οι ΗΠΑ αποχώρησαν από τη Συνθήκη ΑΒΜ (για αντιβαλλιστικά συστήματα) και η Ρωσία δηλώνει εσχάτως ότι δεν θα τηρήσει τις υποχρεώσεις της στο πλαίσιο της Συνθήκης CFΕ (για τις συμβατικές δυνάμεις στην Ευρώπη). Η εγκατάσταση συστατικών στοιχείων της αμερικανικής αντιπυραυλικής ασπίδας στην Πολωνία και στην Τσεχία απετέλεσε μία ακόμη αφορμή για την όξυνση των σχέσεων, αλλά σε καμία περίπτωση η περιορισμένης αποτελεσματικότητας αντιπυραυλική ασπίδα δεν αποτελεί μια πραγματική απειλή για τη Ρωσία.

3. Οι αμερικανο-ρωσικές τριβές και εντάσεις αποτελούν φυσικές συνέπειες μιας συνεχούς, σύνθετης και δυναμικής διαδικασίας αναδιαμόρφωσης του διεθνούς συσχετισμού ισχύος. Η οικονομική και, συνακόλουθα, πολιτική άνοδος των λεγόμενων χωρών ΒRΙC (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα) ανακατεύει εκ νέου την «παγκόσμια τράπουλα», διαμορφώνοντας νέες παγκόσμιες και περιφερειακές ισορροπίες. Με βασικό όπλο τους ενεργειακούς πόρους της, η Ρωσία διεκδικεί περισσότερη επιρροή, ρόλο και σεβασμό, σε μια περίοδο όπου οι ΗΠΑ παραμένουν μεν η σημαντικότερη δύναμη, αλλά έχουν «πληγωθεί» από τις επιλογές τους σε θέματα εξωτερικής πολιτικής.

Σε αυτή την περίοδο μειούμενης αμερικανικής κυριαρχίας και διεκδίκησης ευρύτερου ρόλου από αναδυόμενες μεγάλες δυνάμεις, προληπτικοί πόλεμοι τύπου Ιράκ και ανθρωπιστικές επεμβάσεις χωρίς εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ τύπου Κοσσυφοπεδίου αποδεικνύονται επικίνδυνες επιλογές, αφού μπορεί να δημιουργήσουν διεθνή προηγούμενα τα οποία σπεύδουν να εκμεταλλευθούν και άλλες χώρες, όπως σε έναν βαθμό συνέβη στη Νότια Οσετία.

4. Η ενέργεια αποτελεί μια κεντρική μεταβλητή στις σχέσεις Δύσης- Ρωσίας. Σημαντικό μέρος των ευρωπαϊκών ενεργειακών αναγκών (ιδιαίτερα σε φυσικό αέριο) θα συνεχίσει να καλύπτεται από τη Ρωσία, αν και η ΕΕ επιθυμεί να κατοχυρώσει την ενεργειακή ασφάλειά της μέσω της απόκτησης περισσοτέρων του ενός βασικών ενεργειακών προμηθευτών.

Τα αμερικανικά και ευρωπαϊκά περιθώρια κινήσεων είναι ωστόσο αρκετά περιορισμένα, αφού η Μόσχα έχει ήδη επιτύχει σε σημαντικό βαθμό τον έλεγχο των ενεργειακών αποθεμάτων του πρώην σοβιετικού χώρου, τα αποθέματα της Βόρειας Θάλασσας σταδιακά μειώνονται, το σημερινό επίπεδο των αμερικανο-ιρανικών σχέσεων δεν επιτρέπει τη διέλευση αγωγών από το ιρανικό έδαφος, η Βενεζουέλα δεν είναι ακριβώς ο στενότερος σύμμαχος των ΗΠΑ, αυξανόμενο μέρος των αφρικανικών κοιτασμάτων βρίσκεται υπό τον έλεγχο κινεζικών εταιρειών, ενώ η Μέση Ανατολή- ο μακράν σημαντικότερος παγκόσμιος προμηθευτήςπαραμένει περιοχή υψηλής έντασης.

5. Η ανάφλεξη στον Καύκασο ήταν αποτέλεσμα (α) της λανθασμένης εκτίμησης του προέδρου της Γεωργίας Σαακασβίλι όσον αφορά την αντίδραση της Μόσχας στις στρατιωτικές επιχειρήσεις που διεξήγαγε η Γεωργία στη Νότια Οσετία και την υποστήριξη που θα προσέφεραν οι ΗΠΑ σε περίπτωση ανάφλεξης και (β) της προσπάθειας της Ρωσίας να εδραιώσει εκ νέου την επιρροή της σε περιοχές ζωτικού ενδιαφέροντος («εγγύς εσωτερικό»), όπως ο Καύκασος και η Μαύρη Θάλασσα, περιορίζοντας ταυτόχρονα τον ρόλο της Δύσης.

6. Κατόπιν πιέσεων της Ουάσιγκτον, του Λονδίνου, της Βαρσοβίας και ορισμένων άλλων πρωτευουσών, το ΝΑΤΟ υποχρεώθηκε να πάρει θέση. Η δημιουργία συμβουλίου διαβουλεύσεων με τη Γεωργία είναι μια καθαρά συμβολική ενέργεια. Η ένταξη της Ουκρανίας και της Γεωργίας στο ΝΑΤΟ δεν θεωρείται πιθανή στο ορατό μέλλον, αφού είναι σαφής η έλλειψη ενθουσιασμού από πλευράς σημαντικών ευρωπαϊκών χωρών για μια αντιπαράθεση με τη Μόσχα στο συγκεκριμένο θέμα. Είναι κατανοητό ότι ΗΠΑ και ΝΑΤΟ δεν θέλουν να δώσουν στη Ρωσία δικαίωμα βέτο στη διεύρυνση της Συμμαχίας, αλλά δεν είναι ρεαλιστικό να μην αναμένεται έντονη αντίδραση της Μόσχας στο ενδεχόμενο γεωπολιτικής περικύκλωσης.

7. Οι πρόσφατες εξελίξεις υποχρεώνουν την ΕΕ, η οποία συνεχίζει να αναζητεί την απαραίτητη συναίνεση μεταξύ των μελών της για τη χάραξη ενεργειακής και πολιτικής στρατηγικής απέναντι στη Ρωσία, να ξοδέψει σημαντικό διπλωματικό κεφάλαιο και να αναβαθμίσει την εμπλοκή της στις προσπάθειες επίλυσης των επονομαζόμενων παγωμένων διενέξεων στον Καύκασο και στη Μαύρη Θάλασσα (Υπερδνειστερία, Ναγκόρνο-Καραμπάχ, Νότια Οσετία, Αμπχαζία).

8. Παρά τις σκληρές δηλώσεις των δύο πλευρών, δεν είναι ιδιαίτερα πιθανό ότι θα εισέλθουμε σε μια νέα περίοδο Ψυχρού Πολέμου. Τα κοινά συμφέροντα ΗΠΑ και Ρωσίας εξακολουθούν να είναι σημαντικά και, ενώ η σχέση τους πιθανότατα θα παραμείνει κατά βάση ανταγωνιστική, μπορεί κανείς να περιμένει συνέχιση της αμερικανο-ρωσικής συνεργασίας (έστω και υπό επιφυλάξεις και περιορισμούς) σε ζητήματα όπως π.χ. το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.

9. Τι είδους πολιτική θα πρέπει να χαράξει η Δύση απέναντι στη Ρωσία: απομόνωσης και περιορισμού ή δημιουργικής εμπλοκής; Θα βοηθούσε ιδιαίτερα μια μεγαλύτερη προσπάθεια από πλευράς Δύσης για κατανόησηόχι υποχρεωτικά αποδοχή- των ρωσικών αντιλήψεων. Στο πλαίσιο αυτό, θα ήταν ιδιαίτερα θετικό αν ο νέος αμερικανός πρόεδρος και οι βασικοί σύμβουλοί του δεν φορούν αντι-ρωσικές παρωπίδες και είναι ικανοί να κατανοήσουν ότι στο ιδιαίτερα πολύπλοκο διεθνές περιβάλλον ασφαλείας του 21ου αιώνα υπάρχουν πολύ σημαντικότερες απειλές από τη Ρωσία.

Αν και δεν νοείται να μη γίνονται σεβαστές οι επιλογές μιας ανεξάρτητης χώρας όσον αφορά το μέλλον της, η Γεωργία έχει την ατυχία να συνορεύει με μια μεγάλη δύναμη που λειτουργεί ακόμη με βάση την παραδοσιακή λογική της «σκληρής ισχύος» ως μέσου άσκησης εξωτερικής πολιτικής. Για την εύρεση ενός modus vivendi ανάμεσα στις δύο χώρες θα απαιτηθεί ευέλικτη και δημιουργική διπλωματία.

10. Χωρίς μια καλά σχεδιασμένη διπλωματική στρατηγική, η Αθήνα ίσως βρεθεί σε δυσχερή θέση- και με ανοιχτές τις διαπραγματευτικές διαδικασίες πΓΔΜ και Κυπριακού, ενώ πιθανότατα θα δεχθούμε και νέες πιέσεις για την αναγνώριση του Κοσσυφοπεδίου- σε περίπτωση που σε κάποια ζητήματα κληθεί να πάρει σαφή θέση μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας. Προσεκτική διαχείριση θα απαιτηθεί στους τομείς της ενεργειακής συνεργασίας με Ρωσία, όπου έτσι κι αλλιώς σημαντικά «τεχνικά» ζητήματα αναμένουν επίλυση, και της αγοράς ρωσικών οπλικών συστημάτων. Η διατήρηση χαμηλών τόνων και η αποφυγή εμπλοκής είναι μια δοκιμασμένη και ασφαλής επιλογή, αλλά δεν είναι πάντοτε εφικτή. Η δε επιβαλλόμενη άσκηση διπλωματικής σχοινοβασίας καθίσταται πιο επικίνδυνη λόγω της ενδεχόμενης έλλειψης διχτύου ασφαλείας.

*Ο κ. Θ. Π. Ντόκος είναι γενικός διευθυντής στο Ελληνικό Ιδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ).

Θέμα επικαιρότητας:
Ρωσικές επεμβάσεις

Σύνολο: 0 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι