Διαφθορά: Δικαστικός και πολιτικός έλεγχος

Με αφορμή τις έρευνες για τους εξοπλισμούς

Νίκος Παρασκευόπουλος, Ελευθεροτυπία, 06/10/2004

Μια κοινωνία αεί έκπληκτη (για αποτελέσματα απογραφής οικονομικών μεγεθών, για το ντοπάρισμα αθλητικών ινδαλμάτων, για τον ευυπόληπτο γείτονα που αποκαλύπτεται έμπορος ναρκωτικών) δείχνει πάλι να ανακαλύπτει νέα φαινόμενα: την οικονομική διαφθορά πολιτικών προσώπων ή, αντίστροφα, τον επηρεασμό της κάλπης από εισαγγελικές πράξεις και από δίκες. Στην πραγματικότητα πολλά πρόσωπα και πράγματα είναι γνωστά από καιρό. Η Νέα Δημοκρατία βρίσκεται συνήθως στη θέση του καταγγέλλοντος κόμματος, το ΠΑΣΟΚ στη θέση του βαλλόμενου αλλά και διαμαρτυρόμενου για σκευωρίες και τα ίδια περίπου πρόσωπα έχουν σταθεροποιηθεί σε ρόλους καταγγέλλοντος, τιμητή, υποστηρικτή της διαφάνειας και επισημαίνοντος τον αποπροσανατολισμό από τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα. Η οικονομική διαφθορά και η κάθαρσή της είναι έργα επαναλαμβανόμενα και μόνο με προσοχή διακρίνουμε τους νέους όρους.

Για τους οπαδούς του αυταρχισμού, η διαφθορά είναι σύμφυτη με τη δημοκρατία. Οι δημοκράτες γνωρίζουν, αντίθετα, ότι η διαφθορά μόνο με τη δημοκρατία ελέγχεται. Θυμίζουμε, στα όρια μεταξύ ανάλυσης και παραδοξολογίας, ότι το φαινόμενο ταλαιπωρούσε ήδη την Αθήνα της αρχαιότητας. Ο Αριστοφάνης το σατίριζε, ο Δημοσθένης το περιέγραφε: «...αι δε πόλεις ενόσουν, των μεν εν τω πράττεσθαι και πράττειν δωροδοκούντων και διαφθειρομένων επί χρήμασι...»1.

Το νεοελληνικό κράτος ήδη από τη σύστασή του μαστίζεται: γίνεται λόγος για τη διαφθορά ως ιστορικό φαινόμενο, για «άβυσσο διαφθοράς και εκφαυλίσεως» στην εποχή του Οθωνα2, για «κουλτούρα διαφθοράς»3 της δικής μας εποχής. Μοιάζει σαν να αναφερόμαστε στην κατάχρηση ναρκωτικών ή σε κάποιο καρδιακό νόσημα: τα κρούσματα μπορεί να αυξάνονται ή προς ικανοποίησή μας να μειώνονται, αλλά καθολικά δεν εξαλείφονται ποτέ.

Κατά την τελευταία δεκαπενταετία, από το σκάνδαλο Κοσκωτά και μετά, η στρεβλή παράδοση συνεχίζεται. Μαύρες οικονομίες, γκρίζες ζώνες, λευκά κολλάρα, αλλά και λευκά χέρια συμπλέκονται. Οι κυβερνήσεις εκτίθενται, η αντιπολίτευση καταγγέλλει. Ο μετεκλογικός έλεγχος των εξοπλισμών, ως τελευταία προς το παρόν ελεγκτική πράξη, είχε προαναγγελθεί από καιρό.

Η πιο μεγάλη αλλαγή εν τω μεταξύ αφορά το διεθνές κλίμα. Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και η παγκοσμιοποίηση διόγκωσαν τόσο την ίδια τη διαφθορά όσο και τα φαινόμενα της δικαστικής διαχείρισης κοινωνικών και πολιτικών προβλημάτων. Οι ανισότητες εντάθηκαν, η παραοικονομία έγινε διασυνοριακή, οι ιδιωτικοποιήσεις αύξησαν το πεδίο και την πολυπλοκότητα των σκοτεινών συναλλαγών4. Το ποινικό δίκαιο αρκετές φορές ξέφυγε από την αποστολή του και έγινε εργαλείο εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής. Τα προϊόντα του επηρεάζουν πλέον τις διακρατικές σχέσεις, αλλά και τους ψηφοφόρους σε στιγμές εκλογών.

Η Ευρώπη, βέβαια, δεν γνώρισε λίγα σκάνδαλα με πολιτικές διαστάσεις. Στη Γερμανία η υπόθεση Φλικ, που είχε ήδη αποκαλυφθεί στη δεκαετία του ’80, ενέπλεξε περισσότερα κόμματα, στην Ιταλία η υπόθεση «καθαρά χέρια» (mani pulite) έμεινε στην Ιστορία, η Γαλλία συνεισέφερε ένα πρωθυπουργικό σκάνδαλο (Αλέν Ζιπέ, 1995) κ.λπ. Διεθνείς οργανισμοί έχουν ιδρύσει ερευνητικά όργανα που καταγράφουν την έκταση του φαινομένου. Εξέλιξη άξια ιδιαίτερης προσοχής είναι ότι σήμερα η αποκάλυψη σκανδάλων (με δημοσιεύματα του Τύπου ή με εισαγγελικά πορίσματα ή με εναρκτήριες πράξεις κοινοβουλευτικού ελέγχου) συνιστά η ίδια δραστική πολιτική παρέμβαση, ήδη πριν από οποιαδήποτε εκδίκαση. Οι δίκες αυτές, άλλωστε, καθυστερούν ή κάποτε ματαιώνονται.

Καταγράφεται όμως και μια αλλαγή στα καθ’ ημάς: όταν το ΠΑΣΟΚ, εν έτει 1993, επανήλθε στην κυβέρνηση, έδειξε έμπρακτα ότι αποκλείει το ενδεχόμενο να παγιωθεί ένας ρυθμιστικός ρόλος της Δικαιοσύνης στις πολιτικές εξελίξεις. Με ανάλογη εισήγηση του τότε υπουργού Δικαιοσύνης κ. Γ. Κουβελάκη, η Βουλή απέκρουσε την εκδίκαση κατηγοριών κατά του προηγούμενου πρωθυπουργού κ. Κ. Μητσοτάκη. Επίσης, δεν δέχθηκε την πρόταση5 του επόμενου προέδρου της Ν. Δημοκρατίας κ. Μ. Εβερτ, να επεμβαίνει η Δικαιοσύνη σε κάθε περίπτωση που δημοσιεύεται στον Τύπο καταγγελία κατά πολιτικού. Καθώς ο Τύπος βρίθει από ανάλογες καταγγελίες και υπαινιγμούς, μια σωρεία δικών θα έπρεπε έτσι να ξεκινά και να καταλήγει είτε σε καταδίκες πολιτικών είτε σε καταδίκες δημοσιογράφων για αβάσιμα δημοσιεύματα. Ο χρόνος που πέρασε εν τω μεταξύ δικαίωσε, νομίζω, τις δύο παραπάνω επιλογές της Βουλής.

Η διαφαινόμενη αλλαγή εδώ ενισχύεται από το γεγονός ότι τώρα το ίδιο το ΠΑΣΟΚ, αντιδρώντας στα αιτήματα σύστασης εξεταστικής επιτροπής για προμήθειες του υπουργείου Αμυνας, διαμορφώνει κατά αντιπερισπασμό προτάσεις που τείνουν να διευρύνουν τους δικαστικούς ελέγχους: φαίνεται να υποστηρίζει έλεγχο εξοπλισμών της περιόδου 1990-1993, αλλά και να εξετάζει ανάλογες συμβάσεις του τελευταίου εξαμήνου6.

Οι άξονες, ωστόσο, γύρω από τους οποίους μπορούν να περιστραφούν οι σχετικοί δικαιοπολιτικοί χειρισμοί είναι ευδιάκριτοι. Από τη μια πλευρά, η ποινική καταστολή των φαινομένων διαφθοράς πρέπει να είναι τόσο αποτελεσματική, από ουσιαστική και διαδικαστική άποψη, όσο και οποιαδήποτε άλλη παρέμβαση της ποινικής Δικαιοσύνης. Από την άλλη, το αποτέλεσμα των εκλογών και η ανάδειξη των κυβερνήσεων είναι απαραίτητο να εξαρτώνται από τις μείζονες κοινωνικές, εθνικές και δικαιοκρατικές επιλογές των κομμάτων κι όχι από δίκες σκανδάλων σε συνδυασμό με χειρισμούς των ΜΜΕ.

Η διαφθορά, ως γενικό φαινόμενο, είναι ευθέως ανάλογη με τη συγκέντρωση της εξουσίας, με τις δομές ανισότητας και με τη διεύρυνση των αγορών, νόμιμων ή παράνομων. Ο έλεγχος των ατομικών περιπτώσεων ανήκει στη Δικαιοσύνη, η οποία στη χώρα μας έχει τις δυνάμεις και τη διάθεση να τον ασκήσει. Η πολιτική διερεύνηση (ιδίως με σύσταση εξεταστικών επιτροπών και κοινοβουλευτικό έλεγχο) είναι επίσης πολύ χρήσιμη. Αλλά η αναγωγή ενός ελέγχου της διαφθοράς σε λυδία λίθο των εκλογών βλάπτει αυτονόητα τη Δημοκρατία.

Στα ατομικά, λοιπόν, φαινόμενα εκτροπής ταιριάζει εξατομικευμένη ποινική απάντηση, ενώ στα ευρύτερα κοινωνικά και στα πολιτικά φαινόμενα μόνον οι κοινωνικές και οι πολιτικές απαντήσεις μπορούν να είναι δραστικές. Πρόκειται για κανόνα της λογικής. Το δίδαγμα κάποιων ταινιών του Χόλιγουντ, ότι ένας μοναχικός πολίτης μπορεί να τα βάλει με το κράτος ή τις πολυεθνικές και να νικήσει, είναι ουτοπικό και αποπροσανατολιστικό. Η σύστοιχη εντύπωση, ότι «ένας εισαγγελέας» μπορεί με κάποια παρέμβασή του να αλλάξει τον πολιτικό συσχετισμό δυνάμεων, είναι στην εποχή μας αβάσιμη· ακόμη και θεσμικά: με τον τρόπο αυτόν η ανέλεγκτη διακριτική ευχέρεια της ποινικής Δικαιοσύνης, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, θα μετατρεπόταν σε ανέλεγκτη διακριτική ευχέρεια επιλογής κυβερνήσεων. Ποιος θα το ήθελε;

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. «Περί του στεφάνου», 45. 2. Εφημερίδα στην περίοδο του Οθωνα. Αναφέρεται από Κλ. Κουτσούκη, «Μελέτη» σε Κράτος και διαφθορά» (1998) 133. 3. Β. Τσουδερού, «Μελέτη», στο ίδιο, 15. 4. Π. Λασκούμ, «Διαφθορά» (μτφρ. Α. Φιλιππάτου, 1999-2001), όπου και πρόλογος Ν. Κοτζιά. 5. Από 28/11/1994. 6. Βλ., π.χ., άρθρο Στ. Λιαρέλλη, «Κ. Ελευθεροτυπία» 3/10/2004.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι