Αστυνομικοί και «μπάτσοι»

Σώτη Τριανταφύλλου, Athens Voice, 27/10/2009

Η αντίδραση του ΣΥΡΙΖΑ μπροστά στο ζήλο του κ. Χρυσοχοΐδη μού προκάλεσε δυσφορία. Επαναλήφθηκαν οι φοβίες για «αστυνομικό κράτος»: «αντιπολιτευτική» στάση ή, για μια ακόμη φορά, έκφραση ενός ιστορικού τραύματος;

Πράγματι, από την επομένη των εκλογών, στο κέντρο της Αθήνας συνέρευσαν ένοπλοι αστυνομικοί για να επιβάλουν την τάξη, αναμοχλεύοντας αρχέγονα συναισθήματα: στην Ελλάδα, το συλλογικό φαντασιακό έχει ξεμείνει στην εποχή του σαδιστή μπασκίνα. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει στο κοινωνικό κίνημα που βραδυπορεί, σε φρασεολογία και σε αιτήματα, στις αρχές του εικοστού αιώνα. Όχι ότι ο σαδιστής μπασκίνας εξέλιπε παντελώς: όπως δεν εξέλιπε ο σαδιστής δάσκαλος, ο σαδιστής γιατρός και δικηγόρος. Όπως δεν εξέλιπε ο σαδιστής ψευτοεπαναστάτης. Η ανθρώπινη φύση παραμένει ατελής και επικίνδυνη: απ’ αυτή την απειλή μάς προστατεύουν οι νόμοι· τίποτ’ άλλο.

Η πλατεία Εξαρχείων και οι γύρω δρόμοι (μερικοί από τους οποίους έγιναν πεζόδρομοι εξαιτίας της έλλειψης πολεοδομικού σχεδιασμού, για να εξελιχθούν σε σημεία συνάντησης εμπόρων και χρηστών ηρωίνης) κατέχονται από μικρές ομάδες αστυνομικών: ο κ. Χρυσοχοΐδης υποσχέθηκε να εξυγιάνει το κέντρο της Αθήνας. Fair enough· κοινώς, ακούγεται σωστό και δίκαιο· κυρίως, ακούγεται απαραίτητο: οι κάτοικοι, ακόμα και όσοι διαμαρτύρονται για την αστυνομοκρατία, συμφωνούν ότι «δεν πάει άλλο». Στην πραγματικότητα, «πάει κι άλλο»: η κατάσταση μπορεί να επιδεινωθεί. Σε ό,τι με αφορά –αν έχει κάποια σημασία– η παρουσία των αστυνομικών στη γειτονιά δεν με ενοχλεί (παρά μόνο από αισθητική άποψη: πολύ σκούρο μπλε), καθότι ούτε έχω κακοπάθει (κανείς δεν με βασάνισε), ούτε σκοπεύω να κακοπάθω (εφόσον είμαι, πάνω-κάτω, νομοταγής): περνάω ανάμεσα στους ενστόλους, δεν αλλάζω πεζοδρόμιο, ούτε αισθάνομαι άβολα. Δεν διακατέχομαι από την ψυχολογία του θύματος, ούτε πιστεύω ότι ζω σε συνθήκες αστυνομικού κράτους, το οποίο, κάποια μέρα που δεν θ’ αργήσει, θα εξωτερικεύσει εναντίον μου κτηνώδη δύναμη. Οι πολίτες που πιστεύουν ότι ζουν σε τέτοιες συνθήκες αγνοούν τη φύση και τη συμπεριφορά του αστυνομικού κράτους: στις Ηνωμένες Πολιτείες έχω συλληφθεί πάνω από δέκα φορές· το ότι δεν έζησα εμπειρία τύπου «εξπρές του μεσονυκτίου» οφείλεται σε συνδυασμό γλωσσικής δεξιοτεχνίας και καθαρής τύχης.

Τι συμβαίνει λοιπόν: στο κέντρο της Αθήνας η νομιμότητα καταργήθηκε για πολύ καιρό. Εμπόριο γυναικών στην περιοχή της Ομόνοιας, μαφιόζικη «προστασία» στα καταστήματα, εμπορία ναρκωτικών, βανδαλισμοί, πολλαπλά επεισόδια βίας με δράστες αναρχοφασίστες... Όλ’ αυτά συνέβησαν και συμβαίνουν όχι εξαιτίας του αστυνομικού κράτους αλλά εξαιτίας της απουσίας κράτους· επειδή υπήρχε ακυβερνησία, πλημμελής παιδεία, τέλμα πολιτισμού. Πώς πρέπει να χειριστεί αυτή την κατάσταση μια υποθετικά αδιάφθορη κυβέρνηση; Κατεβάζοντας τις διμοιρίες και στήνοντας κλούβες με, φαινομενικά ασυνάρτητο τρόπο, σε διάφορα σημεία της πόλης;

Κατ’ αρχάς ναι, μιας και δεν φαίνεται να αξίζουμε μια πόλη χωρίς αστυνομία. Ωστόσο, θα επαναλάβω την παλιά θέση: όσο πιο επιθετική είναι η αστυνομία, τόσο ευνοείται η εγκληματικότητα· ειδικά οι μορφές της που συνυφαίνονται με την αστυνομία. Άρα, η πρώτη προϋπόθεση της αποδοχής της αστυνομίας, προς το παρόν και υπό όρους, είναι η εξασφάλιση της μη-συνεργασίας της με τον υπόκοσμο. Δεύτερη προϋπόθεση είναι η ανάδειξή της σε ευρωπαϊκό, μητροπολιτικό σώμα που, με το πέρασμα του χρόνου, κι αφού ωριμάσουμε λιγάκι (αν και είμαι απαισιόδοξη σχετικά με την ελληνική «ωριμότητα») θα αφοπλιστεί· ας ελπίσουμε (και ας απαιτήσουμε) να συμβεί αυτό μαζί με την κατάργηση του στρατού. Τα ζητήματα αλληλεπικαλύπτονται. Τρίτη προϋπόθεση –όχι αξιολογικά, αλλά χρονολογικά, δηλαδή σε χρονική προοπτική– είναι η παιδεία: τόσο εκείνη των αστυνομικών (η πολιτική τους αγωγή αλλά και η γενική τους παιδεία), όσο και του γενικότερου πληθυσμού. Επιμένω ότι η παιδεία είναι φτηνότερη από την πάταξη του εγκλήματος και αποτελεί μέτρο πρόληψής της.

Επίσης, χρειάζεται συγκεκριμένη, ανθρωπιστική, πολιτική: η αστυνομία αμαυρώνει το αστικό τοπίο, ιδιαίτερα όταν περιφέρεται ασκόπως κοιτάζοντας επίμονα το κενό. Οπωσδήποτε, το να χαζολογάει (όπως χαζολογάει) είναι «προτιμότερο» από το να εμπλέκεται σε βιαιοπραγίες· είναι όμως επιλογές αυτές; Θεωρώ θετικές τις προθέσεις του κ. Χρυσοχοΐδη και δεν δίνω δεκάρα για τις εσωτερικές του αναζητήσεις· το αν δηλαδή επιθυμεί να δοξαστεί και αν το εγώ του διογκώνεται: η ουσία είναι ότι προσπαθεί, με τα μέσα που διαθέτει, να αναχαιτίσει τον αστικό μαρασμό και να αποδώσει στους νόμους το σεβασμό που τους αναλογεί. Ωστόσο, χρειάζονται χειρισμοί ακριβείας: η αστυνομία πρέπει να αποκτήσει αρμοδιότητες που να υπερβαίνουν τη γραφειοκρατία, αλλά όχι τα πολιτικά δικαιώματα. Για παράδειγμα, ποιο είναι το νόημα της αστυνομικής παρουσίας στα Εξάρχεια αν δεν συλλαμβάνει τους εμπόρους ναρκωτικών (εφόσον η εμπορία είναι παράνομη); Ή αν δεν τιμωρεί με πρόστιμα όσους παρκάρουν στους πεζοδρόμους και στις γωνίες απ’ όπου περνούν τα λεωφορεία; Δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι χρειάζεται τόσο μεγάλη αστυνομική δύναμη για μια χούφτα δεκαπεντάχρονων, που, αντί να βρίσκονται στο σχολείο και στο μάθημα των αγγλικών, κολλάνε αφίσες εναντίον της «αστυνομοκρατίας»... (Παρεμπιπτόντως, η αφισοκόλληση είναι παράνομη πράξη). Η αστυνομική δύναμη χρειάζεται, όχι μόνον για να υπενθυμίσει στους παραβάτες ότι υπάρχουν νόμοι και συνέπειες για όλες τις πράξεις μας, αλλά και για να εφαρμόσει τους νόμους επιβάλλοντας αυτές τις συνέπειες.

Στο δημοκρατικό πλαίσιο, η αστυνομία πληρώνεται για να περνάει γριούλες και παιδάκια στο απέναντι πεζοδρόμιο, για να εμποδίζει τη δράση των τσαντάκηδων (λόγου χάρη) και να παρεμβαίνει σε διενέξεις μεταξύ των πολιτών. Σπανιότερα, βρίσκεται μπροστά σε επεισόδια διασάλευσης της τάξης στα οποία καλείται να δώσει ειρηνικές λύσεις. Η πολιτική έναντι των μεταναστών δεν συγκαταλέγεται στα έργα της αστυνομίας: η αστυνομία είναι όργανο τάξης, όχι υπουργείο. Άρα, για να παίζει το ρόλο της πρέπει να υπάρχει πολιτική (έλλογη, εμπλουτισμένη από εμπειρίες άλλων χωρών) σε ό,τι αφορά τις δραστηριότητες στις οποίες εκδηλώνεται παραβατικότητα: υπάρχει πολιτική σχετική με την πορνεία; Με την «παράνομη» μετανάστευση; Με την παιδική εργασία; Με την επαιτεία; Με την κατανάλωση οινοπνεύματος σε δημόσιο χώρο κι από ανηλίκους; Χωρίς πολιτική, η αστυνομία είναι απλώς ένα θλιβερό θέαμα, όπως θλιβερό θέαμα είναι τα αναρχορεμάλια. Αν οι δηλώσεις του ΣΥΡΙΖΑ υπονοούν κάτι τέτοιο, ίσως συμφωνούμε στα σημεία· αν πρόκειται για μια ακόμα κολακεία του όχλου διαφωνούμε για μια ακόμα φορά.

Θέμα επικαιρότητας:
Τρομοκρατία

Σύνολο: 44 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι