Η ελευθερία στη γερμανική επαρχία

Ίνγκο Σούλτσε, Κυριακάτικη Αυγή, 08/11/2009

Το «Περιδιαβάζοντας», μαζί με μερικές από τις σπουδαιότερες εφημερίδες της Ευρώπης, φιλοξενεί σήμερα ένα κείμενο του Γερμανού συγγραφέα Ίνγκο Σούλτσε, που γράφτηκε ειδικά για να δημοσιευτεί με αφορμή την αυριανή επέτειο των 20 χρόνων από την πτώση του τείχους - ουσιαστικά την επέτειο από την κατάρρευση του «υπαρκτού» σοσιαλισμού.

Έπρεπε να υποβάλουμε αίτηση για άδεια διαδήλωσης στο Άλτενμπουργκ. Την επόμενη Δευτέρα, στις 16 Οκτωβρίου, το θαύμα της Λειψίας επαναλήφθηκε. Σχεδόν οι διπλάσιοι διαδηλωτές απʼ ό,τι την προηγούμενη βδομάδα έκαναν τον κύκλο του εσωτερικού δακτυλίου της πόλης. Όλα κύλησαν πάλι ειρηνικά, έκλεισε πάλι ο δακτύλιος, ο βηματισμός γύρω από τα τείχη της Ιεριχούς πάλι ευοδώθηκε. Οι προβοκάτορες βέβαια δεν πρέπει να έλειψαν. Ένας φίλος, που είχε πάρει και τον πεντάχρονο γιο του μαζί, μας διηγήθηκε τις προάλλες γιατί το παιδί έχει τόσο κακές αναμνήσεις από τη διαδήλωση της Λειψίας. Ένας άντρας είχε ψιθυρίσει στο παιδί ότι όποιος πάει εκεί μπροστά τού κόβουν τα χέρια. Το παιδί δεν μιλούσε, έκλαιγε και υπέφερε τα μαρτύρια της κολάσεως - ώσπου τελικά ο πατέρας του το λύτρωσε απʼ όλα αυτά και γύρισαν μαζί στο σπίτι.

Το μεσημέρι, στο διάλειμμα, πήγα με τη φίλη μου στην αστυνομία. Ο θυρωρός μας άφησε αμέσως να περάσουμε, όταν του είπαμε για ποιο θέμα επρόκειτο. «Τι θα θέλατε;» μας ρώτησε ένας άλλος αστυνομικός κρυφογελώντας ειρωνικά. Εμείς ξαναείπαμε ότι θέλαμε να δηλώσουμε μια διαδήλωση. Ένα λεπτό αργότερα μας υποδέχτηκε ο διοικητής της αστυνομικής διεύθυνσης της επαρχίας. «Θέλουμε να δηλώσουμε μια διαδήλωση για τις 4 Νοεμβρίου» είπαμε. Ο διοικητής αντί να απαντήσει, κοίταξε από το παράθυρο. Τελικά μας ρώτησε αν μπορούμε να του εγγυηθούμε ότι όλα θα κυλήσουν με ασφάλεια. Ναι, είπαμε, παρόλο που φυσικά ήταν παράτολμο. Κανένας δεν μπορούσε να εγγυηθεί για τίποτα.

Μας έδωσαν τα έντυπα για τη «διοργάνωση εκδήλωσης στο ύπαιθρο». Ζητούσαν τον αριθμό των συμμετεχόντων. Γράψαμε 10.000. Ζητούσαν τη μουσική που θα ακουγόταν. Υπήρχε μάλιστα κι ένα πεδίο σχετικά με πιθανή ενόχληση των περιοίκων. Έπρεπε να δηλώσουμε και τον τόπο: Σημείο συνάντησης στο θέατρο, με κατεύθυνση προς την Υπηρεσία Μυστικής Ασφαλείας, την περιφερειακή διοίκηση του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος και τελικός προορισμός η Αγορά. Υπογράψαμε και δηλώσαμε διεύθυνση κατοικίας.

Όταν γυρίσαμε στο θέατρο, ο διευθυντής μας κάλεσε στο γραφείο του. Έδειχνε σαν να καιγόταν στον πυρετό: «Ακούω κιόλας τις ερπύστριες να κροταλίζουν» είπε. Κι ύστερα: «Ο Κρεντς είναι ο καινούργιος γενικός γραμματέας του κόμματος».

Εκείνη τη στιγμή η καρδιά μου έφυγε απʼ τη θέση της. Το βράδυ βρέθηκα με τρεις-τέσσερις άγνωστούς μου άντρες σε ένα ολοκαίνουργιο διαμέρισμα, για να προετοιμάσουμε την ίδρυση του «Νόιες Φόρουμ» στο Άλτενμπουργκ. Ο άντρας στο σπίτι του οποίου ήμασταν, είπε ότι στο Τραμπάντ του είχε βρει τα μπουλόνια λασκαρισμένα, ευτυχώς το κατάλαβε εγκαίρως. Μέχρι σήμερα δεν έχω μάθει αν είναι αλήθεια. Αργότερα αποδείχτηκε ότι υπήρξε ένας από τους λεγόμενους «ανεπίσημους συνεργάτες», που κατάφερε ήδη πριν από το 1989 να παραιτηθεί από την υπηρεσία του. Ήμασταν όλοι ο Κανένας, που ξαφνικά φοβήθηκαν το ίδιο τους το θάρρος - εκτός από έναν, έναν πολιτικό μηχανικό γύρω στα τριάντα πέντε.

Σήμερα, είπε, είχε πάει στο κτίριο της Υπηρεσίας Μυστικής Ασφαλείας, για δουλειά, κάποια ανακαίνιση. Το μεσημέρι έφαγε λοιπόν εκεί, στην καντίνα, και τους είπε: «Είμαι περήφανος που είμαι στο “Νόιες Φόρουμ”. Δείξτε μου μια πρόταση στην έκκλησή μας που να είναι λάθος. Ούτε που την ξέρετε την έκκλησή μας!» Μιλούσε σάμπως η στάση του να ήταν απολύτως αυτονόητη. Για κείνον προφανώς και ήταν. Σε σύγκριση μʼ αυτόν εγώ εξακολουθούσα να είμαι ένας φοβητσιάρης και μισός. Παρόλο που είχαμε καταγγείλει τη συνωμοσία, εγώ εξακολουθούσα να φέρομαι συνωμοτικά.

Ο Έγκον Κρεντς είχε μια τέτοια έκφραση όταν βγήκε στην τηλεόραση, σάμπως να αηδίαζε με τον ίδιο του τον εαυτό. Τίποτα απʼ όλα όσα είπε δεν άφηνε την παραμικρή υπόνοια για παρουσία αρμάτων μάχης. Και όταν την επόμενη μέρα επισκέφτηκε διάφορες επιχειρήσεις, για να συζητήσει τα προβλήματα των εργαζομένων, ήταν σαφές ότι δεν χρειαζόταν να ασχολούμαστε πια με τον Κρεντς.

Το άνοιγμά μας στο κοινό ήταν οι εβδομαδιαίες συγκεντρώσεις μας στην Μπρύντερκιρχε του Άλτενμπουργκ. Η εκκλησία ήταν τόσο γεμάτη που χρειάστηκε να ανοίξουμε κι άλλες εκκλησίες. Εκεί μπορέσαμε να ενημερώσουμε τον κόσμο ότι είχαμε υποβάλει αίτηση για άδεια διαδήλωσης, για τις 4 Νοεμβρίου και ώρα 13:00, που θα ξεκινήσει από το θέατρο. Μετά το τέλος της «προσευχής» έγινε έπειτα η πρώτη «παράνομη» διαδήλωση στην πόλη.

Λίγες μέρες αργότερα η αστυνομία μάς ενημέρωσε ότι η αίτησή μας για τις 4 Νοεμβρίου δεν είχε γίνει δεκτή. Μπορούσαν να μας δώσουν άδεια το νωρίτερο για τις 19 Νοεμβρίου. Μας έθεσαν ωστόσο έναν όρο: «Πρέπει να υπογράψετε» είπε ο διοικητής, «ότι στις 4 Νοεμβρίου δεν θα ξεκινήσει από σας καμία διαδήλωση». Είπα ότι θα μπορούσα να το υπογράψω, όμως κάτι τέτοιο δεν θα ήταν καλό για κανέναν, αφού η διαδήλωση θα μπορούσε σε τελική ανάλυση να γίνει και ερήμην μου, και καλύτερα θα ήταν...

Στις 4 Νοεμβρίου έγινε η μεγαλύτερη διαδήλωση που είχε ζήσει μέχρι τότε (και μέχρι σήμερα) το Άλτενμπουργκ. Οι είκοσι χιλιάδες σε σύγκριση με τη Λειψία δεν είναι πολλοί, στους δρόμους μιας κωμόπολης όμως δείχνει αλλιώς. Έξω από το κτήριο της Υπηρεσίας Μυστικής Ασφαλείας και έξω από τον περιφερειακή διοίκηση του Κόμματος ακούστηκαν εκκωφαντικά σφυρίγματα. Ύστερα η διαδήλωση κατευθύνθηκε προς την Αγορά. Κανείς δεν ήξερε τι θα γινόταν τώρα. Ένας άντρας από τη μικρή ακόμα ομάδα του “Νόιες Φόρουμ” ανέβηκε σʼ ένα παγκάκι και έβγαλε ένα λόγο που ως επί το πλείστον τον χαρακτήριζαν οι βρισιές. Έπειτα όμως φώναξε: «Και τώρα πηγαίνετε σπίτια σας - κι ελάτε πάλι την άλλη βδομάδα».

Όταν γυρίσαμε στο σπίτι εκείνο το απόγευμα της 4ης Νοεμβρίου και καθίσαμε στην τηλεόραση, δεν πιστεύαμε στα μάτια μας. Έδειχναν ακόμα τη διαδήλωση του Βερολίνου -εκατοντάδες χιλιάδες κόσμος στην Αλεξάντερπλατς- κι αυτό στην τηλεόραση της ΛΔΓ. Το αργότερο την ίδια εκείνη μέρα ήταν πια σαφές ότι το Τείχος δεν θα υπήρχε για πολύ ακόμα.

Για την πτώση του Τείχους έμαθα μόλις το πρωί της 10ης Νοεμβρίου. Το πρώτο που σκέφτηκα ήταν ότι τώρα θα πάνε όλοι στη Δυτική Γερμανία και δεν πρόκειται να έρθει κανείς στη διαδήλωση. Αντί για την εκκλησία ο κόσμος έκανε ουρές έξω από την αστυνομία, για να τους βάλουν στην ταυτότητα τη σφραγίδα για την άδεια εξόδου στη Δυτική Γερμανία.

Και βέβαια ήθελα να δω τη Δυτική Γερμανία, δεν ήθελα όμως να περιμένω στην ουρά στα σύνορα, δεν ήθελα να περιμένω στην ουρά για να πάρω το δώρο υποδοχής, δεν ήθελα να στηθώ στην ουρά για να γυρίσω πίσω, τη Δυτική Γερμανία ήθελα να την απολαύσω. Εκτός αυτού είχαμε πολλή δουλειά, είχαμε να οργανώσουμε το Νόιες Φόρουμ. Γιʼ αυτό και δεν πήγα στη Λειψία.

Στη διαδήλωση που κάναμε στις 19 Νοεμβρίου ήρθε σχεδόν ο μισός κόσμος απʼ ό,τι στις 4 Νοεμβρίου. Έπειτα συνέβη και κάτι ακόμα που κανείς δεν είχε υπολογίσει. Όταν η διαδήλωση έστριψε στην Αγορά του Άλτενμπουργκ είδαμε μπροστά στο βήμα των ομιλητών πλήθος κόσμου, γύρω στους διακόσιους με τριακόσιους, οι περισσότερες γυναίκες. Κουνούσαν κόκκινες σημαίες και σημαίες της ΛΔΓ. Ήταν προφανές ότι φοβόντουσαν. Ακούστηκαν σφυρίγματα εναντίον τους, όπως προηγουμένως εναντίον της Υπηρεσίας Μυστικής Ασφαλείας και της περιφερειακής διοίκησης του Κόμματος. Εγώ προσωπικά κοιτούσα έκπληκτος αυτή την αντιδιαδήλωση λες κι ήταν εξωγήινοι. Για πρώτη φορά έβλεπα άντρες και γυναίκες να υποστηρίζουν τη ΛΔΓ με τη θέλησή τους. Αφού μέχρι τώρα η κομφορμιστική συμπεριφορά ήταν κάτι που απαιτούσαν, που αποσπούσαν δια της βίας και που αντάμειβαν.

Την πρόταση που τους κάναμε, να πάρουν κι εκείνοι τον λόγο μετά από κάποιους ομιλητές, δεν την δέχτηκαν. Ίσως και να μην το περίμεναν. Ίσως όμως αυτή η πρόσκληση να ήταν το σημαντικότερο εκείνης της μέρας, ότι δηλαδή εννοούσαμε στα σοβαρά ότι ελευθερία είναι πάντα και η ελευθερία του άλλου.

Ο Ίνγκο Σούλτσε, γεννημένος το 1962 στη Δρέσδη, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Γερμανούς συγγραφείς. Στην Ελλάδα κυκλοφορούν τα βιβλία του «33 στιγμές ευτυχίας», «Απλές ιστορίες», «Καινούργιες Ζωές» και «Το Κινητό - Δεκατρείς ιστορίες κατά τον παλιό τρόπο», το οποίο κυκλοφόρησε μόλις πριν 20 μέρες (όλα από τις εκδ. Καστανιώτη, σε μεταφράσεις της Αλεξάνδρας Παύλου και της Γιώτας Λαγουδάκου).

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι