Με το δικαίωμα της προσδοκίας για την ανανεωτική αριστερά

Ομιλία στην εκδήλωση της ΑΣ στο ΤΙΤΑΝΙΑ, 23/01/2004

Δημήτρης Χατζησωκράτης, 23/01/2004

Η διάταξη μάχης 42 ημέρες πριν τις εκλογές, πριν τις εσπευσμένες εκλογές είναι δεδομένη.

Όλες οι πολιτικές οικογένειες, - δεξιά, σοσιαλδημοκρατία και αριστερά - επιδιώκουν την μεγαλύτερη δυνατή συσπείρωση. Τα δύο μεγάλα κόμματα διεξάγουν αδυσώπητη μάχη για το σημαντικότατο έπαθλο που είναι η κατάκτηση ή η διατήρηση της κυβερνητικής εξουσίας.

Στο χώρο της αριστεράς όμως η κατάσταση είναι ακόμη πιο κρίσιμη. Αναφέρομαι προφανώς στο ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟ και στις άλλες δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς, που ολόκληρη τη τελευταία περίοδο, με βασανιστικό τρόπο πέρα από τις μεσο-μακροπρόθεσμες στοχεύσεις τους αντιμετωπίζουν την συνθλιπτική πίεση του ορίου του 3% για την κοινοβουλευτική τους παρουσία.

Δεν αναφέρομαι στο ΚΚΕ, που εκφράζοντας ένα υπαρκτό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας έχει τάξει τον εαυτό του στον αυτοπεριορισμό και αυτοεγκλεισμό του στη γωνία του πολιτικού φάσματος. Γι’ αυτό το κόμμα η μεγαλύτερη χαρά που αναμένει να μοιραστεί με τα μέλη και ψηφοφόρους του είναι η τυχόν αποτυχία όλης της υπόλοιπης αριστεράς να εκπροσωπηθεί στο κοινοβούλιο!

Στον ΣΥΝ εδώ και καιρό γνωρίζετε ότι έχει μειοψηφήσει η πολιτική πρόταση που υποστήριζε ότι: στη συγκυρία αυτή η ασκούμενη κυβερνητική πολιτική με το μείγμα συντηρητικών κατευθύνσεων και λαϊκίστικης δημαγωγίας θα διευκόλυνε την προγραμματική αντιπολίτευση του ΣΥΝ και την δυνατότητα να απευθυνθεί εγκαίρως στον υπαρκτότατο και ευρύτατο χώρο των πολιτών που «γεωγραφικά» βρίσκονται μεταξύ του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΝ. Και αυτό από την σκοπιά της ανανεωτικής, οικολογικής, μεταρρυθμιστικής αριστεράς με ευρωπαϊκό προσανατολισμό στην κατεύθυνση ενός εναλλακτικού προγράμματος για τον προοδευτικό εκσυγχρονισμό.

Στο χώρο του ΣΥΝ είναι επίσης ευρύτατα γνωστή η διαφωνία μας, ως τάση της ΑΝΑΝΕΩΤΙΚΗΣ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗΣ, για τις ιδεολογικές και πολιτικές παραχωρήσεις που έγιναν από τη πλευρά του ΣΥΝ για τη ευόδωση της συνεργασίας με τους σχηματισμούς της αριστεράς και ανέντακτους αριστερούς και αριστερές. Αυτές οι ενστάσεις μας δεν έχουν διασκεδαστεί.

Όμως όλοι και όλες μας θεωρήσαμε ότι θα ήταν ανεπίτρεπτη πολυτέλεια, -και σε τελευταία ανάλυση αυτοχειριασμός-, στο όνομα αυτών των υπαρκτών προβλημάτων και των πολιτικών μετατοπίσεων του ΣΥΝ να μην συμβάλουμε όσο το δυνατόν περισσότερο ενεργά στη μεγαλύτερη δυνατή συσπείρωση δυνάμεων και προσέλκυση ψήφων στον ΣΥΝ και ακόμη περισσότερο υπέρ των υποψηφίων που συμμερίζονται τις δικές μας ιδέες. Κρατώντας για μετά τις εκλογές όλες τις ενστάσεις και διαφορές μας. Προβάλλοντας ως κύρια επιδίωξή μας, μέσα από την έκκληση για συστράτευση, δύο στόχους:

• την μη επικράτηση του απόλυτου δικομματισμού. Την ανάγκη ύπαρξης πλουραλιστικής Βουλής.
• τη διασφάλιση της κοινοβουλευτικής παρουσίας του δημόσιου χώρου της Ανανεωτικής αριστεράς ως αυτόνομη παρουσία.

Η στάση μας αυτή δεν είναι απλά συναισθηματική, όπως βιάστηκαν αρκετοί φίλοι να μας επιτιμήσουν. Είναι βαθύτατα πολιτική. Θεωρούσαμε και θεωρούμε πάντα ότι ο χώρος μας για να κερδίζει συναινέσεις αλλά και υποστηρικτές οφείλει να αποδεικνύει ότι είναι κρίσιμος και χρήσιμος, ως ΑΥΤΌΝΟΜΗ παρουσία, για τις μελλοντικές εξελίξεις και διεργασίες που συνεχώς αναζητούνται να προκύψουν και να υπάρξουν για τη σύγκλιση και ανασύνθεση του ευρύτερου προοδευτικού πολιτικού χώρου. Αυτές τώρα, στη καλύτερη περίπτωση, μετατίθενται για μετά τις εκλογές. Προϋπόθεση να επισυμβούν είναι η ύπαρξη του χώρου της ανανεωτικής αριστεράς με οντότητα και κοινοβουλευτική παρουσία. Η παρουσία των μεμονωμένων προσωπικοτήτων, που απέρχονται από το χώρο του ΣΥΝ, αντιμετωπίζουν με προσδοκίες, γενικά διακηρυγμένες προθέσεις του Γ. Παπανδρέου και προσέρχονται προσβλέποντας στις μελλοντικές πολιτικές εξελίξεις με ανασυντιθέμενο τον χώρο της αριστεράς και κεντροαριστεράς δεν είναι επαρκής και λυσιτελής. Η λειτουργία και συμβολή τους είναι ιδιαιτέρα χρήσιμη αλλά πολιτικά αποτελέσματα δύσκολα μπορούν να παραγάγουν όταν ο ένας, πλέον, πολιτικός χώρος, δηλαδή το ΠΑΣΟΚ, θα προσδιορίζει, αυτονόητα, το εύρος των αλλαγών και ανακατατάξεων που μπορεί ή έχει διάθεση να προωθήσει. Και αυτό θα μπορούσε να συμβεί στην καλύτερη εξέλιξη για το ζήτημα της ανασύνθεσης. Όταν δηλαδή το ΠΑΣΟΚ δεν θα έχει επιφορτισθεί από τον ελληνικό λαό με τη διακυβέρνηση της χώρας. Όπου τότε θα μπορεί να υπάρχει και χρόνος και διάθεση για αναστοχασμό, κριτική αποτίμηση αλλά και πολιτικές πρωτοβουλίες. Γιατί σε αντίθετη περίπτωση η αλαζονεία θα περισσέψει. Η καλλίτερη δυνατή διάθεση τότε μπορεί να εκφραστεί με την επιτυχέστερη δυνατή αξιοποίηση των προσώπων μέσα στις υπάρχουσες δομές. Αυτό προφανώς, και χωρίς αμφιβολία, δεν θα έχει καμία σχέση με τις πολιτικές απόψεις και επιδιώξεις πολιτικής συμβολής των προσωπικοτήτων αυτών !

Αυτό δεν σημαίνει ότι παραγνωρίζουμε ή κλείνουμε τα μάτια μας, ως ΑΝΑΝΕΩΤΙΚΗ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ, στην πραγματικότητα. Δεν παραβλέπουμε , ότι αυτή τη στιγμή, όπως είναι διαμορφωμένος πλειοψηφικά, ο ΣΥΝ και με τη εκλογική συνεργασία που επιχειρεί, στοχεύει προς τη διαμόρφωση ενός πόλου της αριστεράς. Το ανταγωνιστικό, βεβαίως, προς τους άλλους δύο πόλους του δικομματισμού, ιδίως προεκλογικά, είναι αυτονόητο. Όπως επίσης δεν παραβλέπουμε το γεγονός ότι αρκετοί, πολλοί περισσότεροι από τους εκλογικούς συμμάχους μας, προσβλέπουν και στη συμμετοχή του ΚΚΕ. Εξ ού και οι συνεχείς εκκλήσεις συνεργασίας, που δεν μπορεί συνεχώς να δικαιολογούνται ότι γίνονται για να αποκαλυφθεί η άρνησή του. Η άρνησή του ΚΚΕ, ως πολιτική επιλογή, είναι δεδομένη!

Όμως παρόλα αυτά, θεωρούμε πως η ίδια η ζωή μπορεί να φέρει τα πάνω κάτω. Εξηγούμαι: Μετά τις εκλογές, και με την εκλογική επιτυχία της κοινοβουλευτικής παρουσίας του «ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΤΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ-Ενωτικό ψηφοδέλτιο», θα μπορούσε να υπάρξει πολιτική πρόταση για ένα ειλικρινή διάλογο αριστεράς και κεντροαριστεράς για εκλογικό σύστημα, προγραμματικό λόγο, κυβερνητικές πολιτικές, όλα «πακέτο», στη προοπτική προοδευτικής διακυβέρνησης του τόπου. Δεν είναι προφανές ότι αν κάτι τέτοιο αναλαμβάνονταν από την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ ή της πιθανής μετεξέλιξής του σε «Δημοκρατική Παράταξη», δεν θα υποχρέωνε το χώρο μας να το αντιμετωπίσει ως πρόκληση , τουλάχιστον κατ’ αρχάς;
Και το ερώτημα παραμένει: Θα μπορούσε να το κάνει αυτό αποτελεσματικά και φερέγγυα από θέση ...κοινοβουλευτικής ανυπαρξίας;

Να γιατί πιστεύουμε ότι το κύριο μέλημα των αριστερών της ανανέωσης πρέπει να είναι η συμβολή τους, με όλα τα μέσα, ώστε το άνοιγμα στην ανασύνθεση και ριζική αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού σε προοδευτική κατεύθυνση να μπορεί να στηρίζεται από τον ΣΥΝ και τις δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς και να μην επαφίεται στη διάθεση και βλέψεις ενός μόνο κόμματος... Γιατί το λεγόμενο κόμμα των ανέντακτων της ανανεωτικής και μεταρρυθμιστικής αριστεράς μόνο ως άθροισμα έχει οντότητα! Η πράξη έχει αποδείξει ότι η αντιμετώπισή του, όταν γίνεται, απασχολεί μόνο ως κάθε μία ξεχωριστή προσωπικότητα...

Σήμερα, συνειδητά ,επειδή ακριβώς τονίζουμε πάντα την αναγκαιότητα να είμαστε ως χώρος συγκεκριμένοι, θα θελήσω παίρνοντας αφορμή από τρεις διαπιστώσεις που διαπερνούν το κεντρικό πρόβλημα της ανεργίας στην Ελλάδα του 2004, να παρουσιάσω πως ακριβώς εμείς, ως Ανανεωτική Αριστερά επιμένουμε να θέτουμε το πρόβλημα της απασχόλησης ενταγμένο σε μια συνολική θεώρηση της αειφόρου ανάπτυξης της χώρας μας.

Διαπίστωση πρώτη:
Μην κάνουμε ως κοινωνία ότι δεν καταλαβαίνουμε. Η πρόταση του Γ. Παπανδρέου για τα 4 ανασφάλιστα χρόνια των νέων και ο απίθανος σχολιασμός της έφερε, έστω και αρνητικά, στην επιφάνεια ένα πρόβλημα που το βιώνουμε δίπλα μας και κλείνουμε τα μάτια.

Αλήθεια σε πόσους νέους μας όταν βρίσκουν για πρώτη φορά δουλειά τους οι εργοδότες πληρώνουν και τις ασφαλιστικές συνταξιοδοτικές εισφορές; Τους κρατάνε μήπως τα ασφάλιστρα υγείας; Τίποτε από όλα αυτά! Σε όλα τα φασφουντάδικα , τα ντελίβερις, παντός είδους τελεμαρκετινγκ, τα κολ σεντερς, στα πλείστα των σουπερμάρκετς και των εμπορικών καταστημάτων, το μπλοκάκι της απόδειξης για σύμβαση έργου είναι αποκλειστικά στην ημερήσια διάταξη.

Οι νέοι μας όμως έτσι ακριβώς γνωρίζουν την αγορά εργασίας στην Ελλάδα του2004. Όλα αυτά επειδή έτσι συμβαίνουν, επειδή οι μηχανισμοί ελέγχου και οι επιθεωρήσεις εργασίας σημαίνουν περίπου ανέκδοτο, έχουμε ευθύνη ως κοινωνία να μην θεωρήσουμε ότι πρέπει να τα αναγνωρίσουμε κιόλας και να τους βάλουμε και τη νομοθετική «βούλα».

Δεν είναι ούτε εκσυγχρονισμός ούτε και «βλέμμα αγωνίας» προς το μέλλον να οδηγούμε μια κοινωνία να μη θεωρεί ως πρωταρχική της μέριμνα την διασφάλιση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων και να εθίζει τους νέους της σε τέτοιες παραχωρήσεις.

Διαπίστωση δεύτερη:
Η αντιμετώπιση του προβλήματος της ανεργίας δεν μπορεί να αποδειχθεί αποτελεσματική χωρίς την ειδικότερη προηγούμενη αντιμετώπιση του προβλήματος ανάπτυξη της υπαίθρου και συγκράτησης του πληθυσμού. Δεν επιτρέπεται να περνά απαρατήρητο ότι στη διάρκεια της περιόδου 1981 –2002 ο τομέας των υπηρεσιών διογκώθηκε κατά 71,3%, δημιουργώντας 1.014.423 νέες θέσεις απασχόλησης. Ταυτόχρονα ο πρωτογενής τομέας εξουδετέρωσε το 45% περίπου των θέσεων αυτών με την κατά 41,2% συρρίκνωσή του.

Κατά συνέπεια καμιά πρόταση δεν μπορεί να είναι λυσιτελής αν δεν περιλαμβάνει ένα πρόγραμμα περιφερειακής συγκρότησης και πολύπλευρης ανάπτυξης που θα μπορέσει να κάνει αξιοβίωτη την ζωή των ανθρώπων στην ύπαιθρο.

Διαπίστωση τρίτη:
Σύμφωνα με τον ΟΑΣΑ η συνολική ανεργία στην Ελλάδα κατά 53% είναι διαρθρωτική . Αυτό σημαίνει ότι ένας στους δύο είναι άνεργος, γιατί την ειδικότητά του δεν την χρειάζεται η αγορά εργασίας. Οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ είναι υπόλογες για τη διασπάθιση του δεύτερου και τρίτου ΚΠΣ σχετικά με την εκπαίδευση και μετεκπαίδευση του εργατικού δυναμικού και κυρίως των νέων.

Ο αγώνας για την καταπολέμηση της ανεργίας, την προστασία των ανέργων και τη δημιουργία υγιών θέσεων εργασίας με στόχο την πλήρη απασχόληση αποτελεί κύρια προτεραιότητα της αριστεράς.

Επειδή στις ευρωπαϊκές χώρες η κατανάλωση διατηρεί τεράστιο μερίδιο στην τελική ζήτηση, το εξωστρεφές αναπτυξιακό πρότυπο δεν μπορεί να παράγει υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης χωρίς τη βοήθεια επεκτατικών δημοσιονομικών ή/και εισοδηματικών πολιτικών . Γι΄ αυτό και η συντονισμένη άσκηση επεκτατικών μακροοικονομικών πολιτικών από τις εθνικές κυβερνήσεις και την ΕΚΤ καθώς και η γενική μείωση του χρόνου εργασίας αποτελούν καθοριστικά μέσα για την προώθηση της πλήρους απασχόλησης.

Οι τομεακές αναδιαρθρώσεις που λαμβάνουν χώρα, τόσο στον τριτογενή τομέα όσο και στην βιομηχανία έχουν σοβαρές συνέπειες για την απασχόληση. Η διαδικασία δεν μπορεί να αφεθεί μόνο στις δυνάμεις της αγοράς. Η χώρα μας πρέπει να αναπτύξει ένα πλαίσιο ενεργών βιομηχανικών πολιτικών (ενταγμένων σε γενικότερες ευρωπαϊκές, που και αυτές πρέπει να διεκδικηθούν για να υπάρξουν) οι οποίες θα περιλαμβάνουν υποστηρικτικά μέτρα για τους εργαζόμενους που θίγονται πιο άμεσα από τη βιομηχανική αναδιάρθρωση. Πρέπει να προβλέψουμε, προετοιμάσουμε και να διαχειριστούμε τις αναγκαίες αλλαγές

Το πρότυπο ανταγωνιστικότητας πρέπει να χαρακτηρίζεται από την ποιότητα, την καινοτομία στα προϊόντα και τις υπηρεσίες και όχι από την ξέφρενη κούρσα για μείωση του κόστους, που θέτει σε μειονεκτική θέση την απασχόληση και τις συνθήκες ζωής και εργασίας των πολιτών. Η επιταχυνόμενη αύξηση της παραγωγικότητας, που απορρέει μεταξύ άλλων από πιο αποτελεσματικές μορφές οργάνωσης εργασίας, πρέπει να αποτελέσει πεδίο διαπραγμάτευσης ώστε να οδηγήσει σε νέες ευκαιρίες απασχόλησης παρά να αποτελέσει απειλή γι΄ αυτήν. Απαραίτητη είναι η ευρεία κινητοποίηση όλων των μορφών κινήτρων με στόχο την παροχή οριζόντιας βοήθειας προς τις πολιτικές καινοτομιών μέσω αυξημένων και βιώσιμων επενδύσεων στην έρευνα, την ανάπτυξη και την κατάρτιση. Οι αλλαγές αυτές πρέπει να σέβονται το περιβάλλον γιατί πέραν των άλλων η εμπειρία αναδεικνύει μια θετική σχέση μεταξύ ενεργών περιβαλλοντικών πολιτικών και δημιουργίας απασχόλησης, όπως στις δημόσιες μεταφορές, στη διαχείριση του χώρου στην προστασία του περιβάλλοντος, στη βιολογική γεωργία, στην αγροτική ανάπτυξη, στην εξοικονόμηση και διατήρηση ενέργειας, στην πολεοδομική ανανέωση. Οι πολιτικές κρατικές πρωτοβουλίες όσο και αυτές των εργοδοτών και των συνδικάτων μπορούν να δημιουργήσουν διπλά «μερίσματα» τόσο για το περιβάλλον όσο και για την απασχόληση.

Η μείωση της ιδιαίτερα υψηλής ανεργίας πρέπει να παραμείνει η απόλυτη προτεραιότητα της ελληνικής στρατηγικής για την απασχόληση και , εξ αντικειμένου μέτρο για τη συνολική πορεία της όποιας κυβέρνησης. Είναι αναγκαία και η συγκεκριμενοποίηση του στόχου της επόμενης 4ετίας για την ανεργία που δεν μπορεί να είναι πάνω από το 7%. Ταυτόχρονα πρέπει να ληφθούν και μέτρα για την επίτευξη του στόχου για απασχόληση στο 70% έως το 2010.

Η ισότητα ευκαιριών μεταξύ ανδρών και γυναικών στην αγορά εργασίας έχει τόσο σε ευρωπαϊκό επίπεδο όσο και σε επίπεδο Ελλάδας αναβαθμιστεί σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν . Πρέπει να καθοριστούν παρόμοιοι προσανατολισμοί και να ληφθούν αντίστοιχα μέτρα για τη μείωση των διακρίσεων που αφορούν τους μετανάστες, τους αθίγγανους, τα άτομα με ειδικές ανάγκες, τους παράνομα εργαζόμενους.

Η πολιτική της απασχόλησης και της αγοράς εργασίας περιλαμβάνει κατά προτεραιότητα τρία πεδία: την πολιτική του χρόνου εργασίας , την ανάπτυξη των ανθρώπινων πόρων μέσω της δια βίου κατάρτισης και τις τοπικές πρωτοβουλίες οικονομικής ανάπτυξης και απασχόλησης.

Πρώτα απ΄ όλα είναι αναγκαία μια καινοτόμος πολιτική για το χρόνο εργασίας που θα αξιοποιεί και θα προσδίδει αξιοπρέπεια στην εργασία και θα επιδιώκει ασφάλεια για τους εργαζόμενους. Μια αποφασιστική δράση που θα στοχεύει στην κατάργηση των διαρθρωτικών υπερωριών θα συνέβαλε σημαντικά στη δημιουργία θέσεων εργασίας.

Η μείωση του χρόνου εργασίας πρέπει να είναι μια δυνατότητα ανοιχτή προς όλους τους εργαζόμενους , συμπεριλαμβανομένου και του διευθυντικού προσωπικού και των επαγγελματιών και πρέπει να λάβει μορφές που θα αντανακλούν την ποικιλία της εργασιακής ζωής.

Αίτημα αιχμής και προτεραιότητας αποτελεί η εισαγωγή του 35ωρου, χωρίς μείωση των αποδοχών, αν και τα συνδικάτα θα εξακολουθήσουν να επιδιώκουν πιο φιλόδοξους στόχους για την πολιτική του χρόνου εργασίας (π.χ. 32 ώρες σε εβδομάδα 4 ημερών), λαμβάνοντας υπόψη τις περιφερειακές και τομεακές ιδιομορφίες. Πολλά συνδικάτα, κυρίως στη Ευρώπη αλλά και σε προηγμένες ελληνικές επιχειρήσεις κατέδειξαν πως είναι έτοιμα να διαπραγματευτούν μια θετική ελαστικότητα, εκεί όπου η εισαγωγή της συνοδεύεται από καινοτόμα πρότυπα χρόνου εργασίας. Ο χρόνος εργασίας πρέπει να ειδωθεί σε σχέση με την αντίληψη του διά βίου χρόνου εργασίας, που σημαίνει ότι θα λαμβάνονται υπόψη οι περίοδοι της απασχόλησης μερικού χρόνου, η πρόσκαιρη παύση δραστηριότητας, η πρόωρη συνταξιοδότηση ή η προοδευτική πρόωρη συνταξιοδότηση. Ο δια βίου χρόνος εργασίας πρέπει να μειωθεί κάτω από το όριο των 50000 ωρών κατά μέσο όρο(σήμερα πολύ λίγοι εργαζόμενοι φτάνουν τα «συνήθη όρια» των 70000 ωρών στη διάρκεια της ζωής τους). Η εφαρμογή των προτύπων αυτών απαιτεί την αναθεώρηση και σε βάθος προσαρμογή των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης σε αλληλεξάρτηση με μια ενεργό πολιτική της αγοράς εργασίας και της διαρκούς επιμόρφωσης.

Η μετάβαση σε μια κοινωνία της πληροφορίας τοποθετεί τις πολιτικές εκπαίδευσης και κατάρτισης πολύ ψηλά στην ιεράρχηση των στόχων. Κεντρικός στόχος της εκπαιδευτικής πολιτικής πρέπει να είναι η ενίσχυση των ατομικών ευκαιριών στην κοινωνία.. Γι΄ αυτό το επίπεδο επενδύσεων σε ανθρώπινους πόρους πρέπει να είναι ιδιαιτέρως υψηλό. Θα εξαρτάται από την υψηλής ποιότητας βασική εκπαίδευση , προσιτή και διαθέσιμη σε όλους. Οι ευκαιρίες επαγγελματικής επιμόρφωσης πρέπει να διευρυνθούν για να περιλάβουν τη συνεχή ενίσχυση των προσωπικών και γενικών ειδικεύσεων καθώς και των τεχνικών προσόντων τα οποία προσαρμόζονται σε συγκεκριμένες κατευθύνσεις καριέρας και επαγγελμάτων σύμφωνα με τις απαιτήσεις της αγοράς και τις ανάγκες των εργαζομένων .

Στη φάση της προηγμένης παγκοσμιοποίησης είναι ιδιαίτερα σημαντικό να κερδίσει έδαφος η διά βίου κατάρτιση. Αν η χώρα μας δεν θέλει να υστερήσει στην υψηλή παραγωγικότητα και τα ποιοτικά προϊόντα και υπηρεσίες πρέπει να διασφαλίσει ότι η βελτίωση και ανανέωση των ειδικεύσεων και δεξιοτήτων των εργαζομένων θα μετατραπούν πραγματικά σε μια δια βίου διαδικασία. Πρέπει να διασφαλιστεί το τυπικό και κατοχυρωμένο δικαίωμα για συνεχή κατάρτιση σε όλη τη διάρκεια του ενεργού βίου και να αναγνωριστεί ως ατομικό και συλλογικό δικαίωμα και σε εθνικό και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, που θα καλύπτει όλους τους εργαζόμενους ανεξαρτήτως της μορφής απασχόλησής τους. Οι ειδικεύσεις και τα διπλώματα που αποκτώνται μέσω της αρχικής κατάρτισης, της συνεχούς κατάρτισης ή μέσω της εργασιακής εμπειρίας, πρέπει να στηρίζονται στους μηχανισμούς αμοιβαίας αναγνώρισης στην Ευρώπη.

Η επισήμανση ότι υπάρχουν τομείς οικονομικής δραστηριότητας που δεν είναι εκτεθειμένοι στις απαιτήσεις του παγκόσμιου ανταγωνισμού πρέπει να διαπεράσει τάχιστα τις περιφερειακές και τοπικές οικονομίες προκειμένου να ενισχύσουν συστηματικά τα ισχυρά σημεία τους , να αναπτύξουν τις πολιτιστικές και προσωπικές τοπικές υπηρεσίες, να προωθήσουν τα τοπικά προϊόντα και να δημιουργήσουν εν τέλει νέες ευκαιρίες απασχόλησης. Μια ενεργός αγορά εργασίας και μια πολιτική απασχόλησης που ενδιαφέρεται να ανταποκριθεί στις νέες ανάγκες που προκύπτουν στην καθημερινή ζωή, θα ευνοήσουν την προσφορά υπηρεσιών εντάσεως εργασίας σε τοπικό επίπεδο. Στο πλαίσιο αυτό, οι οργανώσεις κοινωνικής οικονομίας μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην εγκαθίδρυση του συνδετικού κρίκου ανάμεσα στις πραγματικές ανάγκες που δεν ικανοποιούνται και σε αυτούς που ψάχνουν για δουλειά. Τα συνδικάτα οφείλουν να στηρίξουν αυτές τις πρωτοβουλίες διασφαλίζοντας το σεβασμό του νομίμου ρόλου του δημόσιου τομέα και την εφαρμογή από την πλευρά της κοινωνικής οικονομίας των αναγνωρισμένων προτύπων εργασίας.

Με τέτοιες θέσεις θεωρούμε αναγκαίο να κατέβουμε στην εκλογική μάχη και ακριβώς αυτός θα είναι ο λόγος μας . Οραματικός και προγραμματικός.

Τις ιδέες της Ανανεωτικής Αριστεράς. δεν θα τις εγκαταλείψουμε ούτε στιγμή.

Αυτή είναι η δική μας φυσιογνωμία και με αυτή θα πορευτούμε ζητώντας από τους φίλους και φίλες μας την στήριξή τους.

Θέμα επικαιρότητας:
Εκλογές 2004

Σύνολο: 26 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι