Μανιφέστο για μια πολιτική ένωση του ευρώ

, The Athens Revew of books, 19/03/2014

Το παρακάτω μανιφέστο θα δημοσιευθεί στο τεύχος Απριλίου της Athens Review of Books. Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Le Monde στις 16.2.2014 και υπογράφηκε αρχικά από τους: Florence Autret, auteur et journaliste ; Antoine Bozio, directeur de l’Institut des Politiques Publiques ; Julia Cagé, économiste à Harvard, Ecole d’économie de Paris ; Daniel Cohen, professeur à l’Ecole normale supérieure et à l’Ecole d’économie de Paris; Anne-Laure Delatte, économiste au CNRS, université Paris X et OFCE ; Brigitte Dormont, professeur à l’université Paris Dauphine ; Guillaume Duval, rédacteur en chef d’Alternatives Economiques ; Philippe Frémeaux, président de l’institut Veblen ; Bruno Palier, directeur de recherches au CNRS, Sciences Po ; Thierry Pech, directeur général de Terra Nova ; Thomas Piketty, directeur d’études à l’EHESS, professeur à l’Ecole d’économie de Paris ; Jean Quatremer, journaliste; Pierre Rosanvallon, professeur au Collège de France, directeur d’études à l’EHESS ; Xavier Timbeau, directeur du département Analyse et prévision, OFCE, Sciences Po ; Laurence Tubiana, professeur à Sciences Po, présidente de l’Iddri

Η Ευρωπαϊκή Ένωση βιώνει μια υπαρξιακή κρίση, κάτι που θα μας υπενθυμίσουν σύντομα, με βίαιο τρόπο, οι ευρωεκλογές. Αυτή η κρίση αφορά πρωτίστως τις χώρες της ευρωζώνης, που πλήττονται από ένα κλίμα δυσπιστίας και μια κρίση χρέους που απέχει πολύ από το να έχει αποσοβηθεί, την ίδια στιγμή που η ανεργία παραμένει στα ύψη και ο αποπληθωρισμός καραδοκεί. Θα ήταν τεράστιο σφάλμα να θεωρήσουμε ότι τα χειρότερα πέρασαν.

Γι’ αυτό και στην παρούσα συγκυρία, υποδεχόμαστε με μεγάλο ενδιαφέρον τις προτάσεις που διατύπωσαν στα τέλη του 2013 οι γερμανοί φίλοι μας από τον όμιλο Glienicke για την ενίσχυση της πολιτικής και δημοσιονομικής ένωσης των χωρών της ευρωζώνης. Μόνες, οι δύο χώρες σύντομα δεν θα βαραίνουν πολύ στη σημερινή παγκόσμια οικονομία. Αν δεν ενώσουμε εγκαίρως τις δυνάμεις μας ώστε να προσαρμόσουμε το κοινωνικό μοντέλο μας στα πρότυπα της παγκοσμιοποίησης, θα επικρατήσει τελικά ο πειρασμός της αναδίπλωσης στα εθνικά μας σύνορα, που θα πυροδοτήσει ενορμήσεις και εντάσεις συγκριτικά με τις οποίες οι δυσκολίες της Ένωσης θα ωχριούν. Στη χώρα μας ο προβληματισμός για το μέλλον της ευρωπαϊκής δημοκρατίας δεν έχει ωριμάσει όσο στη Γερμανία. Εντούτοις, όλοι εμείς, οικονομολόγοι, πολιτικοί επιστήμονες, δημοσιογράφοι, και πρωτίστως γάλλοι και ευρωπαίοι πολίτες, δεν δεχόμαστε την παραίτηση που παραλύει σήμερα τη χώρα μας. Με αυτό το μανιφέστο θα θέλαμε να συνεισφέρουμε στον διάλογο για το δημοκρατικό μέλλον της Ευρώπης, και να πάμε ένα βήμα παραπέρα τις προτάσεις του ομίλου Glienicke.

Ευρωζώνη: το αδιέξοδο της ουδετερότητας

Ήρθε η ώρα να αναγνωρίσουμε ότι οι υπάρχοντες ευρωπαϊκοί θεσμοί είναι δυσλειτουργικοί και ότι πρέπει να ανοικοδομηθούν. Το κεντρικό διακύβευμα είναι απλό: τόσο η δημοκρατία όσο και οι δημόσιες αρχές πρέπει να ανακτήσουν τον έλεγχο, ώστε να ρυθμισθεί αποτελεσματικά ο παγκοσμιοποιημένος χρηματιστικός καπιταλισμός του 21ου αιώνα και να υλοποιήσουν τις πολιτικές κοινωνικής προόδου που απουσιάζουν εντελώς από τη σημερινή Ευρώπη. Το σύστημα του ενιαίου νομίσματος σε συνδυασμό με 18 διαφορετικά δημόσια χρέη, με τα οποία κερδοσκοπούν ανεμπόδιστα οι αγορές, και δεκαοκτώ διαφορετικά και συγχρόνως ανταγωνιστικά φορολογικά συστήματα, δεν λειτουργεί και δεν θα λειτουργήσει ποτέ. Οι χώρες της ευρωζώνης επέλεξαν να μοιραστούν τη νομισματική τους κυριαρχία, και επομένως να παραιτηθούν από το όπλο της μονομερούς υποτίμησης, χωρίς ωστόσο να εφοδιαστούν με νέα και κοινά οικονομικά, κοινωνικά, φορολογικά και δημοσιονομικά μέσα. Αυτή η ενδιάμεση κατάσταση είναι ό,τι χειρότερο.

Ζητούμενο δεν είναι η συνδιαχείριση του συνόλου των φορολογικών εσόδων και των δημόσιων δαπανών. Η σύγχρονη Ευρώπη έχει φανεί πολλές φορές αναίτια παρεμβατική σε δευτερεύοντα ζητήματα (όπως η μείωση του ΦΠΑ για τα κομμωτήρια και τους ιππικούς ομίλους) και παθητικά αμέτοχη σε σημαντικά ζητήματα (όπως οι φορολογικοί παράδεισοι και οι δημοσιονομικοί κανονισμοί). Οι προτεραιότητες της ευρωζώνης πρέπει να ανατραπούν: χρειάζεται λιγότερη Ευρώπη στα θέματα που διευθετούν πολύ καλά από μόνα τους τα κράτη-μέλη, και περισσότερη Ευρώπη εκεί που η συμβολή της είναι απαραίτητη.

Ένας κοινός φόρος για τις επιχειρήσεις

Συγκεκριμένα, η πρώτη πρότασή μας είναι να συνδιαχειρίζονται οι χώρες της ευρωζώνης ‒αρχίζοντας από τη Γαλλία και τη Γερμανία‒ τον φόρο εισοδήματος των νομικών προσώπων (ΦΕΝΠ). Μόνη της, κάθε χώρα εξαπατάται από τις πολυεθνικές της, που εκμεταλλεύονται τα «παραθυράκια» και τις διαφορές στις εθνικές νομοθεσίες για να φοροδιαφύγουν. Ως προς αυτό, η εθνική κυριαρχία είναι πλέον μύθος. Για να καταπολεμήσει αυτήν τη «φορολογική βελτιστοποίηση», μια κυρίαρχη ευρωπαϊκή αρχή θα πρέπει να μπορεί να εδραιώσει μια κοινή φορολογική βάση, όσο το δυνατόν πιο ευρεία και αυστηρά ελεγχόμενη. Σε αυτό το πλαίσιο, κάθε χώρα θα εξακολουθεί να ορίζει τον δικό της ΦΕΝΠ σύμφωνα με την καθορισμένη κοινή βάση, με ελάχιστο ποσοστό περίπου 20% και ένα επιπρόσθετο ποσοστό της τάξης του 10% που θα επιβάλλεται σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Με αυτόν τον τρόπο, η ευρωζώνη θα αποκτήσει έναν προϋπολογισμό της τάξης του 0,5% με 1% του ΑΕΠ.

Όπως πολύ σωστά επισημαίνουν οι φίλοι μας από τον όμιλο Glienicke, ένας τέτοιος προϋπολογισμός θα βοηθήσει την ευρωζώνη να υλοποιήσει προγράμματα τόνωσης και επενδύσεων, ιδίως στους τομείς του περιβάλλοντος, των υποδομών και της παιδείας. Ωστόσο, αντίθετα από τους γερμανούς φίλους μας, εμείς προτείνουμε αυτός ο προϋπολογισμός να μην προέρχεται από τις συνεισφορές των κρατών-μελών, αλλά απευθείας από έναν κοινό ευρωπαϊκό φόρο. Σε μια εποχή ισχνών προϋπολογισμών, η ευρωζώνη πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να επιβάλλει φόρους πιο δίκαια και πιο αποτελεσματικά από τα κράτη-μέλη. Ειδάλλως οι πολίτες δεν θα της επιτρέψουν να κάνει δαπάνες. Πέραν τούτου, είναι επιτακτική ανάγκη να γενικευθεί άμεσα εντός της ευρωζώνης η αυτόματη ανταλλαγή τραπεζικών πληροφοριών και να τεθεί σε εφαρμογή μια ευρέως αποδεκτή πολιτική που θα επαναφέρει την αρχή της προοδευτικότητας στη φορολόγηση του εισοδήματος και του πλούτου. Συγχρόνως, είναι απαραίτητη η εφαρμογή μιας δραστικής πολιτικής καταπολέμησης των φορολογικών παραδείσων εκτός της ευρωζώνης. Η Ευρώπη πρέπει να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ώστε η φορολογική δικαιοσύνη και η πολιτική βούληση να επικρατήσουν στη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης: αυτή είναι ουσιαστικά η πρώτη πρότασή μας.

Ένα κοινοβουλευτικό σώμα για την ευρωζώνη

Η δεύτερη και πιο σημαντική πρότασή μας απορρέει από την πρώτη. Για να ψηφιστεί η κοινή βάση του ΦΕΝΠ, και γενικότερα για να εγκαθιδρυθεί ένας δημοκρατικός διάλογος που θα οδηγεί στη δημοκρατική υιοθέτηση από μια κυρίαρχη πλειοψηφία των φορολογικών, χρηματοοικονομικών και πολιτικών αποφάσεων που θα τεθούν μελλοντικά από κοινού στο τραπέζι, θα πρέπει να θεσμοθετηθεί ένα κοινοβουλευτικό σώμα για την ευρωζώνη. Συμφωνούμε και ως προς αυτό το σημείο με τους γερμανούς φίλους μας από τον όμιλο Glienicke, οι οποίοι διχάζονται ωστόσο ανάμεσα σε δύο πιθανές επιλογές: είτε ένα κοινοβούλιο της ευρωζώνης που θα απαρτίζεται από τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου από τις ενδιαφερόμενες χώρες (ένας επιμέρους σχηματισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αποκλειστικά για τις χώρες της ευρωζώνης) ή ένα νέο σώμα που θα βασίζεται στη συγκέντρωση μιας μερίδας των μελών των εθνικών κοινοβουλίων (π.χ. 30 γάλλοι βουλευτές της Εθνοσυνέλευσης, 40 γερμανοί βουλευτές της Μπούντεσταγκ, 30 ιταλοί βουλευτές, κ.λπ., ανάλογα με τον πληθυσμό κάθε χώρας και σύμφωνα με την απλή αρχή: ένας πολίτης, μία ψήφος). Η δεύτερη λύση, που αναπαράγει την ιδέα του «ευρωπαϊκού κοινοβουλευτικού σώματος», την οποία είχε διατυπώσει ο Γιόσκα Φίσερ ήδη από το 2001, είναι κατά την άποψή μας, η μόνη λύση που μπορεί να οδηγήσει στην πολιτική ένωση. Είναι αδύνατον να αφαιρεθεί πλήρως από τα εθνικά κοινοβούλια η δυνατότητα να ψηφίζουν τους φόρους. Αντιθέτως, η ευρωπαϊκή κοινοβουλευτική κυριαρχία δεν μπορεί παρά να βασίζεται στην εθνική κοινοβουλευτική κυριαρχία.

Μια γνήσια δημοκρατική αρχιτεκτονική

Σε αυτό το σχήμα, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα έχει δύο κοινοβούλια: το υπάρχον Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, που τα μέλη του θα εκλέγονται κατευθείαν από τους πολίτες των 28 χωρών, και το ευρωπαϊκό κοινοβουλευτικό σώμα, όπου τα κράτη-μέλη θα εκπροσωπούνται μέσω των εθνικών κοινοβουλίων τους. Αρχικά, το ευρωπαϊκό κοινοβουλευτικό σώμα θα αφορά μόνο τις χώρες της ευρωζώνης που επιθυμούν να κινηθούν προς μια πιο εκτεταμένη πολιτική, φορολογική και δημοσιονομική ένωση. Όμως θα σχεδιαστεί έτσι ώστε να μπορεί να υποδεχθεί όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που θα επιλέξουν αυτόν τον δρόμο. Ο υπουργός Οικονομικών της ευρωζώνης και τελικά μια επί της ουσίας ευρωπαϊκή κυβέρνηση θα είναι υπόλογοι σε αυτό το ευρωπαϊκό κοινοβουλευτικό σώμα.

Μια τέτοια καινοτόμα δημοκρατική αρχιτεκτονική της Ευρώπης θα μας επιτρέψει να βγούμε από τη σημερινή αδράνεια και να ξεφύγουμε από τον μύθο σύμφωνα με τον οποίο το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο μπορεί να αποτελέσει το δεύτερο σώμα που θα αντιπροσωπεύει τα κράτη. Αυτός ο ψευδής μύθος αντανακλά την πολιτική αδυναμία της ηπείρου μας: είναι αδύνατον μία χώρα να εκπροσωπείται από ένα άτομο, εκτός αν παραδοθούμε στο μόνιμο αδιέξοδο της ομοφωνίας. Για να επιβάλουμε τελικά τον κανόνα της πλειοψηφίας στις φορολογικές και δημοσιονομικές αποφάσεις που θα λάβουν από κοινού οι χώρες της ευρωζώνης, πρέπει να δημιουργηθεί ένα γνήσιο ευρωπαϊκό κοινοβουλευτικό σώμα, στο οποίο κάθε χώρα θα εκπροσωπείται από βουλευτές που θα εκφράζουν όλες τις πολιτικές απόψεις, και όχι μόνο από τον αρχηγό του κράτους.

Η μερική αμοιβαιοποίηση του χρέους

Η τρίτη πρότασή μας αφορά ακριβώς την κρίση χρέους. Είμαστε πεπεισμένοι ότι ο μόνος τρόπος να ξεπεράσουμε οριστικά το πρόβλημα είναι να μπουν σε μια κοινή δεξαμενή τα χρέη των χωρών της ευρωζώνης. Χωρίς αυτό, η κερδοσκοπία με τα επιτόκια θα συνεχίζεται ες αεί. Είναι ακόμα ο μόνος τρόπος για να μπορέσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να εφαρμόσει μια αποτελεσματική και υπεύθυνη νομισματική πολιτική, όπως κάνει η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (που κι εκείνη θα δυσκολευόταν να επιτελέσει σωστά το έργο της αν κάθε πρωί έπρεπε να ενεργεί ως διαιτητής για τη ρύθμιση του χρέους του Τέξας, του Γουαϊόμινγκ και της Καλιφόρνιας). Η ομαδοποίηση του χρέους ξεκίνησε de facto με τον Ευρωπαϊκό μηχανισμό σταθερότητας, την επικείμενη τραπεζική ένωση, και το πρόγραμμα Οριστικών Νομισματικών Συναλλαγών (Outright Monetary Transactions, ΟΜΤ) της ΕΚΤ, που επηρεάζουν με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο τους φορολογούμενους της ευρωζώνης. Ωστόσο, πρέπει να γίνουν τώρα κι άλλα βήματα προς αυτήν την κατεύθυνση, και, συγχρόνως, να αποσαφηνιστεί η δημοκρατική νομιμότητα αυτών των μηχανισμών.

Πρέπει να εξελίξουμε την πρόταση για ένα «ευρωπαϊκό ταμείο εξαγοράς χρέους» (European debt-redemption fund) και να της προσδώσουμε πολιτική διάσταση. Αυτήν την πρόταση την υπέβαλε στα τέλη του 2011 το συμβούλιο των οικονομικών εμπειρογνωμόνων της γερμανικής κυβέρνησης και στόχος της ήταν να συγκεντρωθούν όλα τα χρέη που υπερέβαιναν το όριο του 60% του ΑΕΠ μιας χώρας. Είναι αδύνατον να προβλέψουμε με τι ρυθμούς θα μπορούσαν να μηδενιστούν τα αποθέματα ενός τέτοιου ταμείου σε έναν ορίζοντα εικοσαετίας. Μόνο ένα δημοκρατικό σώμα, και συγκεκριμένα το ευρωπαϊκό κοινοβουλευτικό σώμα που θα το συνέθεταν τα εθνικά κοινοβούλια, θα μπορούσε να ορίζει κάθε χρόνο το επίπεδο του κοινού ελλείμματος, με βάση επακριβώς την κατάσταση της οικονομίας.

Οι αποφάσεις που θα λαμβάνει ένα τέτοιο σώμα θα είναι άλλοτε πιο συντηρητικές απ’ ό,τι θα θέλαμε, και άλλοτε πιο φιλελεύθερες. Όμως θα έχουν προκύψει με δημοκρατικές διαδικασίες, βάσει του κανόνα της πλειοψηφίας, χωρίς σκοτεινά σημεία και παρασκηνιακές διαδρομές. Ορισμένοι προσκείμενοι στη δεξιά πτέρυγα θα ήθελαν αυτές οι δημοσιονομικές αποφάσεις να ανήκουν αποκλειστικά σε μεταδημοκρατικά σώματα ή να είναι χαραγμένες στις μαρμάρινες πλάκες του συντάγματος. Άλλοι, προσκείμενοι στην αριστερή πτέρυγα, θα ήθελαν να έχουν την εγγύηση ότι η Ευρώπη θα εφαρμόζει ες αεί την προοδευτική πολιτική των ονείρων τους, για να αποδεχθούν κάθε τρόπο ενίσχυσης της πολιτικής ένωσης. Θα πρέπει να ξεπεράσουμε αυτούς τους δύο σκοπέλους αν θέλουμε να βγούμε από τη σημερινή κρίση.

Πώς να προχωρήσουμε ακόμη παραπέρα

Ο διάλογος για τους πολιτικούς θεσμούς της Ευρώπης μπήκε πολλές φορές σε δεύτερο πλάνο ως «τεχνικός» ή «δευτερεύων». Ωστόσο, αρνούμενοι να συζητήσουμε το θέμα της οργάνωσης της δημοκρατίας, παραδεχόμαστε ουσιαστικά την παντοδυναμία των παραγόντων της αγοράς και του ανταγωνισμού, και εγκαταλείπουμε κάθε ελπίδα ότι η δημοκρατία μπορεί να ανακτήσει τον έλεγχο του καπιταλισμού στον 21ο αιώνα. Αυτός ο νέος πολιτικός χώρος είναι θεμελιώδους σημασίας για το μέλλον της ευρωζώνης. Πέρα από τα μακροοικονομικά και τα δημοσιονομικά ζητήματα, τα κοινωνικά μοντέλα μας είναι ένα κοινό αγαθό που πρέπει να διαφυλάξουμε και να διατηρήσουμε. Συγχρόνως, πρέπει να τα χρησιμοποιήσουμε για να αντεπεξέλθουμε με επιτυχία στη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης. Αναφορικά με τη σύγκλιση των φορολογικών συστημάτων στον ολοένα πιο επιτακτικό στόχο της κοινωνικής επένδυσης, τόσο οι πρωτοβουλίες του ζεύγους Γαλλία-Γερμανία όσο και οι προσπάθειες ενισχυμένης συνεργασίας είναι πλέον ανεπαρκείς. Σε αυτά τα θέματα, η Ευρώπη των «28» αργεί να μεταφράσει τη συναίνεση σε νόμους, και πέφτει σε αντιφάσεις όταν καλείται να κινητοποιήσει οικονομικούς πόρους. Ένα ευρωπαϊκό κοινοβουλευτικό σώμα μπορεί να αποτελέσει τον τόπο λήψης τέτοιων αποφάσεων, αφού θα είναι ξεκάθαρα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που αυτές οι αποφάσεις θα συνεπάγονται.

Το εύρος αυτών των αποφάσεων είναι μεγάλο και υπάρχει μια πληθώρα ζητημάτων που μπορούν να διευθετηθούν: το γερμανικό μοντέλο της εταιρικής συνδιαχείρισης (co-determination), που με την αυξημένη εκπροσώπηση των εργαζομένων, κατάφερε να διατηρήσει έναν συνεκτικό παραγωγικό ιστό παρά την κρίση, οι προσιτές σε όλους και ποιοτικές υπηρεσίες παιδικής φύλαξης και αγωγής, η δια βίου εκπαίδευση και κατάρτιση για όλους, η εναρμόνιση των κοινωνικών νομοθεσιών, η καταπολέμηση των κλιματικών αλλαγών με την επιβολή σημαντικού προστιμου για τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, κ.λπ.

Οι συνθήκες αλλάζουν

Οι περισσότερες αντιδράσεις στο εγχείρημά μας πηγάζουν από την άποψη ότι είναι αδύνατο να τροποποιήσουμε τις συνθήκες και ότι ο γαλλικός λαός δεν επιθυμεί την εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Αυτή η άποψη είναι λανθασμένη και επικίνδυνη. Οι συνθήκες τροποποιούνται διαρκώς. Η τελευταία τροποποίηση έγινε το 2012, χρειάστηκε λίγο παραπάνω από έξι μήνες και αποτέλεσε δυστυχώς μια κακή μεταρρύθμιση που ενίσχυσε περαιτέρω τον τεχνοκρατικό και αναποτελεσματικό φεντεραλισμό. Το να ισχυριζόμαστε από τη μία ότι η κοινή γνώμη δυσφορεί με τη σημερινή κατάσταση στην Ευρώπη, και από την άλλη να αποφαινόμαστε ότι δεν θα πρέπει να επέλθει αλλαγή στη βασική λειτουργία και στους υπάρχοντες ευρωπαϊκούς θεσμούς είναι μια καταστροφική αντίφαση. Όταν η γερμανική κυβέρνηση θα υποβάλει τις νέες προτάσεις για τη μεταρρύθμιση των συνθηκών στους επόμενους μήνες, κανείς δεν εγγυάται ότι αυτές οι μεταρρυθμίσεις θα έχουν πιο ικανοποιητικά αποτελέσματα από εκείνες του 2012. Όμως, αντί να καθόμαστε με σταυρωμένα χέρια, αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να αρχίσουμε σήμερα κιόλας έναν εποικοδομητικό διάλογο στη Γαλλία, ώστε να χτίσουμε τελικά μια Ευρώπη με κοινωνικό και δημοκρατικό χαρακτήρα.

Πρώτες υπογραφές

Florence Autret, συγγραφέας και δημοσιογράφος, Antoine Bozio, διευθυντής του Ινστιτούτου Δημόσιων Πολιτικών, Julia Cagé, οικονομολόγος στο Χάρβαρντ και στη Σχολή Οικονομικών Επιστημών του Παρισιού, Daniel Cohen, καθηγητής στην Ανωτάτη Σχολή Εκπαιδευτικών και στη Σχολή Οικονομικών Επιστημών του Παρισιού, Anne-Laure Delatte, οικονομολόγος στο CNRS, στο Πανεπιστήμιο Paris X και στο Γαλλικό Παρατηρητήριο Οικονομικών Συγκυριών (OFCE), Brigitte Dormont, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Paris Dauphine, Guillaume Duval, αρχισυντάκτης του μηνιαίου περιοδικού Alternatives Economiques, Philippe Frémeaux, πρόεδρος του Ινστιτούτου Veblen, Bruno Palier, διευθυντής έρευνας του CNRS στο Ινστιτούτο Πολιτικών Σπουδών του Παρισιού (Κέντρο Ευρωπαϊκών Μελετών), Thierry Pech, γενικός διευθυντής της Terra Nova, Thomas Piketty, διευθυντής μελετών στην Ανωτάτη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών του Παρισιού (EHESS), καθηγητής στη Σχολή Οικονομικών Επιστημών του Παρισιού, Jean Quatremer, δημοσιογράφος, Pierre Rosanvallon, καθηγητής στο Κολλέγιο της Γαλλίας, διευθυντής μελετών στο EHESS, Xavier Timbeau, διευθυντής του Τμήματος Ανάλυσης και Πρόβλεψης του OFCE (Κέντρο Οικονομικών Ερευνών του Ινστιτούτου Πολιτικών Σπουδών του Παρισιού), Laurence Tubiana, καθηγήτρια Πολιτικών Επιστημών, πρόεδρος του Ινστιτούτου Βιώσιμης Ανάπτυξης και Διεθνών Σχέσεων (IDDRI).

Περισσότερα στο http://pouruneunionpolitiquedeleuro.eu/

Η ελληνική μετάφραση είναι ήδη αναρτημένη στο site της Athens Review of Books.

Μετάφραση: Φωτεινή Βλαχοπούλου

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι