Αλλο αλληλεγγύη, άλλο ομοιοπαθητική

Νίκος Χριστουδουλάκης, ΤΟ ΒΗΜΑ, 03/08/2014

Το πιο ενδιαφέρον με τις πρόσφατες εξελίξεις στην Αργεντινή δεν είναι η χρεοκοπία, γιατί κάτι τέτοιο δεν έγινε, αφού η χώρα δεν απειλείται ούτε με δημοσιονομική κατάρρευση ούτε με υπέρογκα εξωτερικά ελλείμματα. Το ενδιαφέρον όμως είναι ότι θα υποστεί αρκετές συνέπειες σαν να είχε αυτά τα προβλήματα εξαιτίας της δικαιολογημένης απόφασης να μην καταβάλει 1,5 δισ. δολάρια σε ένα κερδοσκοπικό κεφάλαιο που είχε προσφύγει σε αμερικανικά δικαστήρια. Μετά την υποβάθμιση που έγινε θα πληρώνει υψηλότερα επιτόκια δανεισμού, οι ξένοι θα είναι απρόθυμοι να επενδύσουν και η χώρα θα καταστεί κερδοσκοπικός στόχος για κάποιο διάστημα. Το κόστος για την Αργεντινή θα είναι πολύ μεγαλύτερο από το ποσό που αρνήθηκε να πληρώσει και το ερώτημα είναι γιατί επέλεξε αυτή τη στάση. Η κυβέρνησή της ήταν εγκλωβισμένη να φερθεί έτσι, γιατί σε περίπτωση που δικαίωνε το κερδοσκοπικό κεφάλαιο θα απαιτούσαν ίση μεταχείριση οι πολλοί περισσότεροι που δέχτηκαν να κουρευτούν τα ομόλογά τους και τότε όντως θα υποχρεωνόταν να κάνει γενική στάση πληρωμών και θα οδηγείτο σε πραγματική χρεοκοπία.

Αυτή ακριβώς η παγίδευση μιας μεγάλης χώρας στις μεθοδεύσεις ενός μικρού κερδοσκόπου και η αναγκαστική υιοθέτηση μοιραίων επιλογών είναι μια εξαιρετικά διδακτική ευκαιρία για να συζητηθούν με σοβαρότητα το θέμα της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους και οι διαθέσιμες πολιτικές. Μια δημοφιλής άποψη στη χώρα μας είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος του χρέους πρέπει να διαγραφεί και αν οι δανειστές δεν συναινέσουν, τόσο το χειρότερο για αυτούς. Εμείς θα το κάνουμε μονομερώς, ίσως περάσουμε μια δύσκολη περίοδο επειδή θα μας στοχοποιήσουν οι κερδοσκόποι, αλλά στο τέλος θα το πάρουν απόφαση και θα μας αφήσουν ήσυχους.

Τίποτε δεν απέχει περισσότερο από την αλήθεια. Η περιπέτεια της προηγούμενης εβδομάδας έδειξε ότι αν κάνεις στάση πληρωμών κανείς δανειστής δεν σε ξεχνά, όσο και αν χρειαστεί να περιμένει. Για να παρακάμψουν πολιτικά την ενοχλητική λεπτομέρεια, οι οπαδοί της μονομερούς διαγραφής καταγγέλλουν τα «αρπακτικά» της Γουόλ Στριτ που βυσσοδομούν ενάντια σε μια χώρα με πολλά κοινωνικά προβλήματα. Στην Ελλάδα όμως δεν θα υπάρχει καν αυτή η ιδεολογική εκτόνωση, γιατί κατά το μεγαλύτερο μέρος οι δανειστές δεν είναι πλέον τράπεζες ή ξένοι επενδυτές αλλά τα κράτη της ευρωζώνης, αρκετά εκ των οποίων φτωχότερα από εμάς. Πώς άραγε θα καταγγείλεις ως «γύπα» τον σλοβάκο ή τον πορτογάλο φορολογούμενο, όταν προσφύγει σε διεθνή δικαστήρια γιατί οι πλουσιότεροι Ελληνες δεν του επιστρέφουν το δάνειο που τους έδωσε σε στιγμή ανάγκης;

Ακόμη χειρότερα, αν οι φτωχότερες ευρωπαϊκές χώρες δικαιωθούν εναντίον της Ελλάδας, τότε υπάρχει κίνδυνος και οι ιδιωτικές τράπεζες που δέχθηκαν το κούρεμα του 2012 να απαιτήσουν και αυτές ίση μεταχείριση, όπως ακριβώς ετοιμάζονται να κάνουν και στην Αργεντινή αν ναυαγήσει οριστικά η προσπάθεια συμβιβασμού. Η επαναστατική γυμναστική των ασυμβίβαστων απλώς θα καταλήξει να ωφελήσει τον άσπονδο στόχο τους.

Η άλλη επικίνδυνη ψευδαίσθηση είναι ότι και αν ακόμα χρειαστεί να φύγουμε από το ευρώ για να αποφύγουμε τις ευρωπαϊκές προσφυγές κατά της μονομερούς διαγραφής, πάλι στο τέλος θα τα καταφέρουμε και η ανάπτυξη θα έλθει δυναμικά, όπως συνέβη και με την Αργεντινή. Είναι αλήθεια ότι μετά την κατάρρευση του νομίσματος το 2002 η Αργεντινή είχε μια μικρή ανάπτυξη, χαμηλότερη πάντως τόσο από αυτήν που είχε πετύχει τη δεκαετία του 1990 όσο και από την ανάπτυξη της Βραζιλίας τα χρόνια που ακολούθησαν. Σε κάθε περίπτωση, η ανάπτυξη αυτή βασίστηκε αποκλειστικά στην αφαίμαξη των πραγματικών μισθών που ακόμη και σήμερα βρίσκονται κάτω από το επίπεδο διεθνούς αγοραστικής δύναμης που είχαν πριν από τη χρεοκοπία.

Τότε το νόμισμα υποτιμήθηκε κατά 385%, με αποτέλεσμα οι μισθωτοί, οι συνταξιούχοι, όσοι ζούσαν από κοινωνικά επιδόματα και όσοι νοίκιαζαν την περιουσία τους σε εγχώριο νόμισμα, να χάσουν μέσα σε λίγους μήνες το 75% του πραγματικού εισοδήματος. Ούτε εκεί όμως σταθεροποιήθηκε η κατάσταση, γιατί φούντωσε ο πληθωρισμός και η Αργεντινή συνέχισε την πολιτική έντονης υποτίμησης, με αποτέλεσμα σήμερα να αντιστοιχούν οκτώ πέσο σε κάθε δολάριο από ένα που ήταν πριν. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι ένα ποσόν που το 2000 αγόραζε 100 διεθνή προϊόντα, σήμερα αγοράζει μόνο 12 και καθένας μπορεί εύκολα να καταλάβει ποιος έχασε και ποιος ωφελήθηκε.

Δύο συμπεράσματα είναι προφανή: το πρώτο είναι πως το πρόβλημα του ελληνικού χρέους πρέπει να αντιμετωπιστεί συναινετικά με τα άλλα κράτη και αυστηρά στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Ολα τα άλλα είναι παλικαρισμοί εσωτερικής κατανάλωσης. Το δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι στην Ελλάδα για να υπάρξει ανάπτυξη χρειάζεται αλλαγή οικονομικής πολιτικής και όχι αλλαγή νομίσματος και μάλιστα όταν αυτό είναι σταθερό χωρίς να απαιτεί υψηλά επιτόκια.

Στο πλαίσιο αυτό η Ελλάδα μπορεί να έχει πολλά επιχειρήματα διαπραγμάτευσης, αφού το μεν κούρεμα του 2012 ελάχιστα απέδωσε έτσι όπως εφαρμόστηκε, ενώ το πρόγραμμα προσαρμογής απέτυχε βυθίζοντας την οικονομία σε ύφεση και εκτοξεύοντας το χρέος ακόμη ψηλότερα από εκεί που ήταν πριν από το PSI, όπως σωρηδόν παραδέχονται πλέον οι ίδιοι οι αρχιτέκτονες αυτής της πολιτικής. Η Αργεντινή αξίζει όλη μας τη συμπαράσταση στη στυγνή κερδοσκοπική επίθεση που δέχεται, αλλά και η Ελλάδα αξίζει να αποφύγει τη συμφορά της. Οχι όμως κάνοντας ομοιοπαθητική.

Ο κ. Νίκος Χριστουδουλάκης πρώην υπουργός Οικονομικών και καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι