Το ελληνικό παράδοξο

Νίκος Μπακουνάκης, ΤΟ ΒΗΜΑ, 03/08/2014

Ο πολιτισμός στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται σήμερα από ένα μεγάλο παράδοξο: από τη μια, ποτέ δεν είχαμε τόσο πολλά και τόσο μεγάλης έκτασης εργοτάξια πολιτισμού και, από την άλλη, ποτέ δεν ήταν τόσο κραυγαλέα η απουσία πολιτικής πολιτισμού, η απουσία ενός «οδικού χάρτη» - για να χρησιμοποιήσουμε μια έκφραση της υπουργικής μόδας - με τους κύριους άξονες της πολιτιστικής πολιτικής. Από τη μια, ποτέ δεν είχαμε τόσο αυξημένο ενδιαφέρον του κοινού για πολιτιστικές και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις και δράσεις και, από την άλλη, ποτέ δεν ήταν τόσο φανερή η ανεπάρκεια διαχείρισης του πολιτισμού από την πλευρά των υπευθύνων, μια ανεπάρκεια που γίνεται οδυνηρή καθώς μία από τις σοβαρότερες επιπτώσεις της είναι η απώλεια πόρων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του τελευταίου είναι η Εθνική Πινακοθήκη: η επέκτασή της θα είχε ματαιωθεί και τα 32 εκατ. ευρώ από το ΕΣΠΑ θα είχαν χαθεί αν η διευθύντριά της δεν είχε ξεκαθαρίσει απίθανες γραφειοκρατικές και νομικές διαδικασίες και, το κυριότερο, αν δεν είχε βρει 13 εκατ. ευρώ από το Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος.

Για τους υπουργούς Πολιτισμού ο πολιτισμός είναι πεδίο ρητορικών ασκήσεων. Δεν εξαιρείται ο κ. Κωνσταντίνος Τασούλας. «Πήραμε συγκεκριμένες εντολές, σαφείς, γιατί αυτός ο τομέας είναι το καμάρι, το διαμάντι, η ελπίδα της Ελλάδας. Οφείλουμε να δουλέψουμε και να αποδώσουμε. Ο τομέας του πολιτισμού μπορεί να είναι ο σημαιοφόρος της νέας Ελλάδας» δήλωσε ο υπουργός στις 13 Ιουνίου μετά τη συνάντηση που είχε με τον Πρωθυπουργό. Λίγες ημέρες νωρίτερα, κατά την τελετή παράδοσης της σκυτάλης από τον κ. Παναγιωτόπουλο στον ίδιο, είχε δηλώσει: «Τα πάντα είναι μια συνέχεια. (...) Ολα συνεχίζονται και σ’ αυτή την ενδιαφέρουσα προκλητική σκυταλοδρομία προφανώς το ΥΠΠΟ έχει την πιο γοητευτική διάσταση». Και επειδή η τελετή παράδοσης έγινε στο Μουσείο της Ακρόπολης, ο κ. Τασούλας συνέχισε την επίθεση γοητείας, κρεμασμένος από το «συγκρατημένο χαμόγελο του παιδός του Κριτίου». Είπε: «Ετσι και σήμερα με ένα συγκρατημένο χαμόγελο οφείλουμε να αναλαμβάνουμε τις ευθύνες μας και στον τομέα του πολιτισμού και στον τομέα της ανόρθωσης της χώρας». Αν επιμένουμε στην αναπαραγωγή των δηλώσεων του κ. Τασούλα είναι ακριβώς γιατί είναι γενικόλογες, ρητορικές, μεγαλόστομες, κενές, παλαιάς κοπής. Εικονογραφούν την απουσία πολιτικής πολιτισμού και επιπλέον, στο προσωπικό επίπεδο, δείχνουν την αμηχανία του πολιτικού απέναντι στον «τομέα» του πολιτισμού. (Και μόνο η χρήση της λέξης «τομέας» φανερώνει μια αφάνταστα περιοριστική οπτική.) Υπάρχουν προτεραιότητες; Υπάρχουν άξονες πολιτικής πολιτισμού; Υπάρχουν στόχοι; Οι πολιτικοί και οι διαχειριστές του πολιτισμού δεν δίνουν απάντηση πέρα από τις γενικότητες της «αξιοποίησης», των «πλαισίων», της «προβολής» και, στην περίπτωση διυπουργικών επαφών, του στερεοτύπου της «λήψης συγκεκριμένων μέτρων τα οποία θα αποτελέσουν τη βάση ανάπτυξης των κοινών δράσεων» κ.τ.λ.

Στις 15 Ιουλίου ο κ. Τασούλας σε μια συνάντηση γνωριμίας του με τους δημοσιογράφους είχε την ευκαιρία να γίνει πιο συγκεκριμένος. Παρέμεινε ομιχλώδης. Για το Εθνικό Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης είπε ότι δεν ξέρει πότε θα ανοίξει. Δεν είπε όμως ποιες είναι οι δικές του ευθύνες γι’ αυτό. Για τις επιχορηγήσεις είπε ότι το μυστικό είναι να επιχορηγείται ό,τι αξίζει. Δεν είπε ποιος θα αποφασίζει τι αξίζει. Για την απειλούμενη Καμεράτα είπε ότι θα συνεχίσει να τρέχει. Δεν είπε πώς θα τρέχει. Για την Ορχήστρα των Χρωμάτων είπε ότι αναμένεται να λειτουργήσει από το φθινόπωρο. Δεν εξήγησε τη σημασία του «αναμένεται». Για την πλήρωση της θέσης του διευθυντή του Κέντρου Κινηματογράφου είπε ότι κάποια στιγμή χωρίς βιασύνη θα γίνει επιλογή. Οσο για το Μέγαρο Μουσικής, που φαίνεται ότι ως κτίριο θα περάσει όλο στο κράτος, είπε ότι εκεί μπορεί να στεγαστούν «και άλλα πράγματα τα οποία ίσως προσφέρουν κάποια ανταποδοτικότητα». Τόση σαφήνεια.

Η απουσία πολιτικής συνυπάρχει, όπως είπαμε, με τις μεγάλες παρεμβάσεις στον χώρο του πολιτισμού, κυρίως σε θέματα υποδομής, που χρηματοδοτούνται είτε από ιδιώτες είτε με κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Τέσσερα μεγάλα εργοτάξια είναι σήμερα ανοιχτά στην Αθήνα: το Πολιτιστικό Κέντρο Σταύρος Νιάρχος στο Φάληρο, η Εθνική Πινακοθήκη, το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Γουλανδρή. Μάλιστα το Πολιτιστικό Κέντρο του Φαλήρου (Οπερα, Εθνική Βιβλιοθήκη, Πάρκο) συνιστά μία από τις μεγαλύτερες επενδύσεις που έχουν γίνει ποτέ. Περισσότερα από 500 εκατ. ευρώ από το Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι μαζί με την επένδυση της Cosco στο λιμάνι του Πειραιά αποτελεί από τις σημαντικότερες επενδύσεις στον καιρό της κρίσης. Η παρέμβαση των ιδιωτών αυξάνει τις ευθύνες του κράτους και αποκαλύπτει την απουσία πολιτιστικής πολιτικής και προτεραιοτήτων. Θα μπορέσει το κράτος να διαχειριστεί όλα αυτά τα μεγάλα δίκτυα όταν τώρα, ενδεικτικά, χάνει πόρους επειδή δεν μπορεί να οργανώσει τα πωλητήρια, τα καφέ και τα εστιατόρια των μουσείων; Ή όταν δεν μπορεί να οργανώσει στην Επίδαυρο ένα μεγάλο διεθνές φεστιβάλ γύρω από το αρχαίο δράμα; Ας τελειώνουμε με τα «διαμάντια» και τα «καμάρια».

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι