Το Σύνταγμα του 1864. Μια αποτίμηση 150 χρόνια αργότερα

Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης, Το Βήμα της Κυριακής, 23/11/2014

Το ελληνικό Σύνταγμα του 1864 υπήρξε η σημαντικότερη κατάκτηση του δημοκρατικού φιλελευθερισμού στην ελληνική πολιτική ζωή του 19ου αιώνα. Η σημασία του ως μνημείου πολιτικού λόγου και πολιτικής σκέψης ξεπερνά τα όρια της επιστήμης του Συνταγματικού Δικαίου και οπωσδήποτε δεν μπορεί να αξιολογηθεί αποκλειστικά στο πλαίσιο μιας φορμαλιστικής νομικής προσέγγισης. Απεναντίας το Σύνταγμα του 1864, πέρα από μνημείο του ελληνικού συνταγματισμού, είναι συγχρόνως και ένας σταθμός στη διαδρομή της ελληνικής πολιτικής σκέψης και της πολιτικής ηθικής της ελληνικής κοινωνίας, σε μια ευρύτερη κοινωνιολογική οπτική δε δεν θα ήταν υπερβολικό να λεχθεί ότι αντιπροσωπεύει και μια μεγάλης σημασίας καμπή στην ανέλιξη της πολιτικής νοοτροπίας στην ελληνική κοινωνία. Συνιστά συνεπώς και νόμιμο αντικείμενο εξέτασης και στοχασμού και για την πολιτική επιστήμη. Ως προς το Συνταγματικό Δίκαιο, θα ήθελα να υπομνήσω ότι τόσο ο Αριστόβουλος Μάνεσης παλαιότερα όσο και ο Νίκος Αλιβιζάτος πιο πρόσφατα, τόνισαν με τον πειστικότερο τρόπο τα στοιχεία στα οποία συνίσταται η σημασία του Συντάγματος του 1864: την καθιέρωση της δημοκρατικής αρχής, την εγκατάσταση της βασιλευομένης δημοκρατίας αντί της συνταγματικής μοναρχίας ως μορφής του πολιτεύματος, το σύστημα της μιας Βουλής και μια εναργέστερη επίγνωση της ανάγκης προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων. Τι έχει λοιπόν να προσθέσει σε αυτές τις αναλύσεις η πολιτική επιστήμη;

Για να απαντηθεί το ερώτημα απαιτούνται ορισμένες μεθοδολογικές αποσαφηνίσεις. Αν το Σύνταγμα του 1864 θεωρηθεί από τη σκοπιά της ιστορίας του πολιτικού στοχασμού ως κωδικοποίηση αξιών, ιδεολογικών παραδόσεων και ενός κανονιστικού κεκτημένου που παρήγαγε η ιστορική εμπειρία της συγκεκριμένης κοινωνίας, τότε θα μπορούσε να εξεταστεί με τη μεθοδολογία της ιστορίας της πολιτικής θεωρίας. Η μεθοδολογία αυτή αποβλέπει στην ανάκτηση της ιστορικότητας και της εσωτερικής λογικής των συνθέσεων του πολιτικού στοχασμού διά της μελέτης των συμφραζομένων και των προηγουμένων, που αποτελούν τα σημεία αναφοράς, προς τα οποία ρητά ή άρρητα ανταποκρίνονται εκείνες οι συνθέσεις και αποκρυσταλλώσεις των πολιτικών ιδεών, που αποτελούν σταθμούς και καμπές στην ανέλιξη του πολιτικώς σκέπτεσθαι μιας κοινωνίας.

Η συμβατική άποψη για το Σύνταγμα του 1864 το θεωρεί ως μια επί το δημοκρατικότερο μετεξέλιξη του Συντάγματος της συνταγματικής μοναρχίας του 1844. Οπως όλες οι συμβατικές διαπιστώσεις, έτσι και αυτή εμπεριέχει ένα σημαντικό στοιχείο αλήθειας αλλά επί της ουσίας δεν μας πληροφορεί για κάτι που δεν γνωρίζαμε, διατηρεί το επίπεδο της κατανόησής μας στο γνωστό και κάπως τετριμμένο. Θα ήταν ιστορικά βασιμότερο αντί να βλέπαμε το Σύνταγμα του 1864 ως έναν αναβαθμό πέρα από το Σύνταγμα του 1844, να το θεωρούσαμε ως υπέρβαση και κυρίως ως εγκατάλειψη του πνεύματος του Συντάγματος εκείνου, το οποίο απηχεί ακόμη, στις παραμονές του συγκλονισμού της Ευρώπης από τις δημοκρατικές επαναστάσεις του 1848, το πνεύμα της Παλινόρθωσης.

Το Σύνταγμα του 1864 ανασυνδέεται με την παράδοση του φιλελεύθερου δημοκρατικού συνταγματισμού που εκδηλώθηκε κατά την Ελληνική Επανάσταση. Αυτή η πρωιμότερη φιλελεύθερη δημοκρατική παράδοση δεν περιορίζεται στα Πολιτεύματα της δεκαετίας του 1820 αλλά διερμηνεύεται και στη θεωρητική πολιτειολογία της ίδιας περιόδου. Ας θυμηθούμε το έργο του Αναστασίου Πολυζωίδη, Θεωρία γενική περί των διαφόρων διοικητικών συστημάτων και εξαιρέτως περί του κοινοβουλευτισμού, του έτους 1825, που τυπώθηκε στο πολιορκημένο Μεσολόγγι.

Ας θυμηθούμε και του Αδαμαντίου Κοραή τις Σημειώσεις εις το Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος, όπου ο κορυφαίος εκπρόσωπος του Διαφωτισμού ζητεί την αποτελεσματικότερη κατοχύρωση της αρχής της ισότητας και τη διασφάλιση του δημοκρατικού χαρακτήρα του πολιτεύματος.

Αυτή η πρωιμότερη φιλελεύθερη δημοκρατική παράδοση είχε παραγκωνιστεί και εξωθηθεί στο περιθώριο από την επιβολή του συγκεντρωτικού και αυταρχικού συστήματος διακυβέρνησης της απόλυτης μοναρχίας. Επιπλέον μέσα στην ιδεολογική σκλήρυνση των δεκαετιών μετά το 1830 η φιλελεύθερη δημοκρατική παράδοση είχε απονομιμοποιηθεί, ως πηγή διάσπασης της ενότητας του έθνους. Αυτή την παρακαταθήκη ανασύρει από τη λήθη το Σύνταγμα του 1864, και με την αποφασιστική συμβολή των Επτανησίων πληρεξουσίων για τους οποίους η παρακαταθήκη αυτή είχε κρατηθεί ζωντανή από τον ριζοσπαστισμό.

Πέραν όμως από αυτή την ανασύνδεση με τον δημοκρατικό φιλελευθερισμό της επαναστατικής δεκαετίας του 1820, το Σύνταγμα του 1864 θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αντιτείνει και μια απάντηση και σε μια άλλη πρόκληση. Πρόκειται για ζήτημα το οποίο ανέκυπτε από την κριτική του συνταγματισμού, που είχε προκαλέσει και εκθρέψει η επίκληση του Συντάγματος από ολιγαρχικά στοιχεία για να καλύψουν και να διαιωνίσουν τα επί μέρους τοπικά τους συμφέροντα και ποικίλες άλλες ιδιοτέλειες. Την κριτική απέναντι στα στοιχεία αυτά και τη χειραγώγηση του συνταγματισμού στην οποία προέβησαν εκφράζει λίγα χρόνια αφού εκπονήθηκε το Σύνταγμα του 1864 ο Δημήτριος Βερναρδάκης.

Ας σταθούμε σε αυτή την κριτική με κάποια προσοχή και σοβαρότητα, όση ιδεολογική δυσφορία και αν μας προκαλεί. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όσα γράφει ο Δημήτριος Βερναρδάκης συνιστούν πρόκληση προς τη δημοκρατική συνείδηση. Δεινός κλασικός φιλόλογος και συγγραφέας τραγωδιών εμπνευσμένων από τη μακρά διαχρονία της ελληνικής Ιστορίας, ο Βερναρδάκης δεν υπήρξε φίλος της δημοκρατίας: μοναρχικός, εχθρικός απέναντι στα Συντάγματα και τις αξίες του Διαφωτισμού, θιασώτης μιας ισχυρής συγκεντρωτικής ηγεσίας, η οποία θα ασκούσε την εξουσία προς το συμφέρον του συνόλου. Κατά τη γνώμη του μόνο ένα πολιτικό σύστημα αυτού του τύπου θα έσωζε την Ελλάδα, η οποία διαφορετικά θα παρέμενε έρμαιο των ανεξέλεγκτων και αβυσσαλέων πολιτικών παθών που την οδηγούσαν με μαθηματική βεβαιότητα στην καταστροφή.

Διαπιστώνει ο Βερναρδάκης ότι οι Ελληνες είναι «έθνος φύσει και θέσει εξημμένον, ευφάνταστον, ευαπάτητον, ανατραφέν δε και παιδευθέν μέχρι σήμερον αγυρτικώς και τοιουτοτρόπως ως να μη δύναται να ζήση άνευ κολακείας, άνευ θυμιάματος, άνευ οιήσεως, άνευ τύφου».

Επίσης διαπιστώνει τα εξής: «την επιούσαν αυτήν της επαναστάσεως ήρχισεν εν Ελλάδι η μακρά εκείνη πολιτική κωμωδία, της οποίας ο Θεός μόνος γινώσκει, εάν θα αξιωθώμεν να ίδωμεν ποτέ το τέλος. Εν ονόματι του ελληνικού έθνους, λόγω μεν εγκαθιδρύθη πολιτεία συνταγματική, πράγματι δε καθιερώθη και εστερεώθη επί θεμελίων εδραιοτέρων ολιγαρχία φοβερά, ήτοι αυτός ο επί Τουρκοκρατίας κατζαμπασισμός, επιχρισθείς διά του νωπού εκ της Δύσεως συνταγματικού ψιμυθίου».

Ο Δημήτριος Βερναρδάκης στερεώνει τις κρίσεις του με επιχειρήματα και παραδείγματα ζωντανά από την πολιτική πραγματικότητα της εποχής του που καθιστούν τον λόγο του πειστικό παρά την αιχμηρότητα και την ιδιορρυθμία του. Δεν κατακεραυνώνει μόνον την υποκρισία των ολιγαρχικών στοιχείων που εκφραζόταν «εις πανδαιμόνιον διχονοίας και κομματικών παθών των οποίων αρχή και τέλος είναι η αχαλίνωτος και ανερυθρίαστος ιδιοτέλεια». Αναφέρεται και στον ολέθριο ρόλο της «ψευδαριστοκρατίας του ελληνικού βασιλείου από του πρωθυπουργού μέχρι του τελευταίου κλητήρος», στα προβλήματα της εκπαίδευσης, ιδίως της ανωτάτης, η οποία κατήντησε κατά την κρίση του «κηφηνοκομείον». Επισημαίνει μάλιστα τη συμβολή της Νομικής Σχολής στην αθρόα παραγωγή ρητόρων και δημαγωγών, οι οποίοι παροξύνουν τα πάθη της πολιτικής.

Ολα αυτά υπήρξαν κατά τον Δημήτριο Βερναρδάκη τα παράγωγα του συνταγματισμού τα οποία παρακολουθεί από τη σκοπιά ήδη της εποχής της καθιέρωσης της αρχής της δεδηλωμένης.

Αυτός ο σκεπτικισμός και η απαισιοδοξία, γνήσιες εκφράσεις μιας άλλης ευρωπαϊκής ιδεολογικής παράδοσης που αντιπαρατίθεται στον δημοκρατικό φιλελευθερισμό και ανάγεται στον Edmund Burke, συνιστούσε μια από τις πολλές προκλήσεις που αντιμετώπισε ο ελληνικός πολιτικός στοχασμός κατά τη στιγμή της κατάρτισης του πολιτεύματος της βασιλευομένης δημοκρατίας. Τελικά το πρότυπο που συνδεόταν με τη στάση του Δημητρίου Βερναρδάκη δεν ακολουθήθηκε. Επιλέγηκε το πρότυπο του συνταγματισμού και των ελευθεριών, το πρότυπο του Διαφωτισμού. Το επιλεγέν πρότυπο δεν αποδείχθηκε αρχικά δυσεφάρμοστο στη διακυβέρνηση της χώρας. Αυτό ίσως να οφειλόταν στην προσαρμογή των θεσμών του συνταγματισμού στις δομές της κοινωνίας, ιδίως στην υπηρεσία των πελατειακών σχέσεων και εξαρτήσεων, που δεν έχουν δυστυχώς εκλείψει από την ελληνική ζωή. Η περαιτέρω διαδρομή, πάντως, κατά τον 20ό αιώνα ακολούθησε σκολιές οδούς, με πολλές ρήξεις και ασυνέχειες έως το 1974. Ακόμη και τον 21ο αιώνα, η πολιτική του παραλόγου που αναδύθηκε στην επιφάνεια του δημόσιου βίου από το 2012 και εξής και η αβυσσαλέα υποκρισία των κηρύκων του εκσυγχρονισμού, μας υπενθυμίζουν ότι οι προειδοποιήσεις του Δημητρίου Βερναρδάκη δεν έχουν χάσει ούτε την οξύτητα ούτε την επικαιρότητά τους ως προς τον χαρακτήρα της πολιτικής ζωής της χώρας.

Θέμα επικαιρότητας:
Συνταγματικη Αναθεώρηση

Σύνολο: 12 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι