Οι διοικητές και το ευρώ

Παύλος Τσίμας, Τα Νέα, 12/12/2015

«Μπορεί κάποιος να μου εξηγήσει γιατί οι Ελληνες είστε τόσο κολλημένοι με το ευρώ;».

Η ερώτηση έπεσε ξαφνικά σε μια παρέα ελλήνων οικονομολόγων. Ηταν στις αρχές του καλοκαιριού, με τη βαρουφακιάδα σε πλήρη εξέλιξη και το μέλλον άδηλο. Ο ερωτών ήταν ένας διάσημος, προοδευτικός και ήπια ευρωσκεπτικιστής αμερικανός ακαδημαϊκός, περαστικός από την Αθήνα. Γιατί - ρωτούσε - οι Ελληνες, με τόσο μεγάλη πλειοψηφία και τόσο πείσμα, επιμένετε σ’ ένα νόμισμα το οποίο (όπως ο ίδιος εκτιμούσε) ήταν εξαρχής πολύ «σκληρό» για μια οικονομία όπως η ελληνική, απαιτούσε πειθαρχίες που μια κοινωνία όπως η ελληνική ήταν αδύνατο να τηρήσει και επιβάλλει τώρα (αποκλειομένης της υποτίμησης) ένα πρόγραμμα διάσωσης με υπερβολική δόση λιτότητας και κοινωνικού πόνου;

Η συζήτηση άναψε. Κάποιος ανέλαβε να υπερασπιστεί το ευρώ, το «ορφανό νόμισμα», ως πολιτικό σχέδιο ευρωπαϊκής ενοποίησης, εν εξελίξει. Αλλος αναρωτιόταν αν η ελληνική οικονομία θα είχε μεγαλύτερες ελευθερίες εκτός ευρώ - και απαντούσε πως όχι. Ενας τρίτος ανέσυρε στοιχεία για να εξηγήσει πως τα θεμελιώδη προβλήματα της ελληνικής οικονομίας προϋπήρχαν της συμμετοχής στο ευρώ και θα επιδεινώνονταν εκτός κοινού νομίσματος. Την παράσταση έκλεψε εκείνος που ανέσυρε από τα βάθη της ελληνικής ιστορίας θέματα εθνικής ταυτότητας και γεωστρατηγικής ανασφάλειας, ώστε να παραστήσει τη συμμετοχή στον σκληρό πυρήνα της Ευρώπης ως θέμα υπαρξιακής αγωνίας μάλλον, παρά ορθολογικής οικονομικής επιλογής.

Παρακολουθώντας τη συζήτηση - στην οποία δεν τόλμησα να παρέμβω, ως εξωτικός στην ομήγυρη - σκεφτόμουν ότι υπάρχει ίσως κι ένας ακόμη, όχι εντελώς ασήμαντος, λόγος που μας κάνει να απαντάμε στις δημοσκοπήσεις, ακόμη και έπειτα από επτά χρόνια ύφεσης, ακόμη και μετά την απώλεια του ενός τετάρτου του εθνικού μας εισοδήματος, ακόμη και με τόσο υψηλά ποσοστά φτώχειας και ανεργίας: «ευρώ, πάση θυσία». Είναι που δεν θα θέλαμε να μείνουμε, χωρίς κάποιο σύστημα ευρωπαϊκών εγγυήσεων και μιας κάποιας «επιτήρησης», μόνοι μας με το είδος των πολιτικών που εμείς οι ίδιοι επιλέγουμε να ψηφίζουμε.

Η ιδέα μοιάζει τρελή, αλλά ας το ξανασκεφτούμε: το πρόβλημα της ελληνικής δημοκρατίας, όπως τουλάχιστον φαίνεται να το προσλαμβάνουν οι πολίτες, είναι πως το κόμμα που κερδίζει τις εκλογές, κάθε φορά, ιδίως αν σχηματίζει μονοκομματική, ή οιονεί μονοκομματική όπως σήμερα, πλειοψηφία είναι σαν να κερδίζει σ’ ένα παιχνίδι «πάρ’ τα όλα». Το πρόβλημα, δηλαδή, είναι η απουσία ισχυρών και ανθεκτικών θεσμικών εξισορροπήσεων στην (δημοκρατικά εκλεγμένη, πλην επικίνδυνα βουλιμική) εκτελεστική εξουσία.

Η Βουλή δεν αντιστέκεται στη βούληση του «εκτελεστικού». Η Δικαιοσύνη είναι ατελώς ανεξάρτητη (και απελπιστικά αργή). Οι ανεξάρτητες Αρχές υπονομεύθηκαν (σήμερα πια εξουθενώθηκαν) πριν να ωριμάσουν. Η Δημόσια Διοίκηση, το τέλειο λάφυρο για τον νικητή των εκλογών, δεν έχει μέσα αντίστασης στον κομματικό της εξανδραποδισμό. Το ανώτερο στρώμα της στελεχώνεται είτε από μετακλητούς «συμβούλους» που επιλέγονται από τη δεξαμενή των πολιτικών φίλων είτε από μόνιμους δημοσίους υπαλλήλους, που είναι όμως πλήρως πολιτικοποιημένοι και προσδεδεμένοι στο άρμα πολιτικών σχηματισμών ή ισχυρών προσώπων. Κι αν βρεθεί κάποτε μια κυβέρνηση που θα κάνει διακριτική χρήση όλων αυτών των ελευθεριών της και δεν θα τις άγει μέχρι τα ακραία όριά τους, αυτό μπορεί να συμβεί μόνο επειδή η ίδια το επιλέγει. Οχι επειδή θεσμικά της επιβάλλεται.

Κι έτσι, σιγά σιγά, το ευρωπαϊκό περιβάλλον κατέληξε να είναι στη συνείδησή μας ένας τρόπος αναπλήρωσης από τα έξω των θεσμικών αντίβαρων της εξουσίας, που ατροφούν από τα μέσα. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο είναι ένα καταφύγιο όταν το ελληνικό δικαστικό σύστημα φθάνει στα όριά του. Η ευρωπαϊκή κανονιστική νομοθεσία, ένα όριο για την τάση της πλειοψηφίας προς τη νομοθετική αυθαιρεσία. Η κοινοτική επιτήρηση γίνεται μέσο άμυνας απέναντι στη διαρκή ροπή προς τη δημοσιονομική κραιπάλη. Μόνο απέναντι στην κακοδιοίκηση δεν προσφέρονται εναλλακτικές λύσεις.

Είναι δυσάρεστο, ίσως να είναι προσβλητικό και υποτιμητικό, μα είναι, δυστυχώς, αληθινό. Και η καθημερινή εμπειρία του πολίτη ιδίως ως προς την «πολιτική» διεύθυνση μιας στερημένης από κάθε αυτοτέλεια Δημόσιας Διοίκησης, η «πολιτική» της αξιολόγηση και στελέχωση συνεχίζουν, δυστυχώς, να το επιβεβαιώνουν.

Θέμα επικαιρότητας:
Μετά το 3ο Μνημόνιο

Σύνολο: 41 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι