Αγανάκτηση και πολιτική

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 12/02/2017

Τους πολύ αριστερούς στην Αγγλία σήμερα τους καταλαβαίνεις αμέσως: είναι αυτοί που διαβάζουν την ψήφο υπέρ του Brexit ως απάντηση των ηττημένων στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Εχοντας υποστεί τις συνέπειες ενός τόσο επώδυνου μετασχηματισμού -«πρόοδο» το λένε πολλοί-, οι αγανακτισμένοι άνεργοι, παραγκωνισμένοι, ανασφαλείς και κυρίως αδικημένοι, ανάγκασαν για πρώτη φορά εκείνους που τους είχαν αδικήσει να ακούσουν και τη δική τους φωνή.

Ως προς αυτό οι πολύ αριστεροί έχουν δίκιο. Η αποβιομηχάνιση, ιδιαίτερα στη βόρεια Αγγλία, σε συνδυασμό με την ανεργία και τη συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας έχουν πλήξει όχι μόνο το βιωτικό επίπεδο αλλά και την αίσθηση του ανήκειν σε μια συλλογικότητα που υπήρχε πριν από εμάς και θα υπάρχει μετά από εμάς.

Αν και λίγο τραβηγμένο, η ανατροπή του μεταπολεμικού μοντέλου, με τη μεικτή οικονομία, τα προσβάσιμα σε όλους δημόσια αγαθά και την πρόνοια για τους ανίσχυρους, παραπέμπει στην εποχή που η βιομηχανική επανάσταση κατέστρεψε τις παραδοσιακές αγροτικές κοινότητες. Μόνο που τότε η διάρκεια της μετάβασης μετριόταν σε αιώνες, ενώ σήμερα σε δεκαετίες.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται μια συνήθης και όχι υποχρεωτικά ενσυνείδητη λαθροχειρία των πολύ αριστερών, η οποία μετατρέπει την κριτική σκέψη σε ιδεολογικό εργαλείο: το ότι κάτι ισχύει δεν σημαίνει ότι ισχύει μόνο αυτό. Για παράδειγμα, όταν θέλουμε να ερμηνεύσουμε ένα σύνθετο κοινωνικό φαινόμενο, όπως το δημοψήφισμα στη Βρετανία, δεν αρκεί να βρούμε μια αιτία, όσο σωστή κι αν είναι, επειδή, σχεδόν πάντα, οι αιτίες είναι πολλές.

Το σφάλμα τους λοιπόν θα μπορούσε να διαβαστεί σαν μια ιδιοτελής απλούστευση, η οποία αρνείται να δει διάφορες εμφανείς και εξακριβώσιμες διαστάσεις του προβλήματος για να καταλήξει στο συμπέρασμα που επιβεβαιώνει την πολύ αριστερή ιδεολογική τους ταυτότητα.

Πιο συγκεκριμένα, ουδείς αμφισβητεί ότι υπέρ του Brexit ψήφισαν και άλλοι που δεν είχαν κανέναν λόγο να αγανακτήσουν: εννοώ τους μικροαστούς της ευημερούσας νότιας Αγγλίας, τους κατοίκους των γραφικών χωριών που βλέπουμε στις ταινίες με τη Μις Μαρπλ, και πολλούς, πάρα πολλούς ανήκοντες στην εργατική τάξη, οι οποίοι, περισσότερο από τους αστούς, λένε «Μεγάλη Βρετανία» και γεμίζει στο στόμα τους.

Επιπλέον, αυτή η «ανατρεπτική» ανάγνωση του Brexit δεν μας βοηθάει να καταλάβουμε και κάτι άλλο: γιατί τα θύματα της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης συντάχθηκαν με τους θύτες, δηλαδή τους ιδεολογικούς επιγόνους της Θάτσερ που την επέβαλε;

Και γιατί, αντί να αγανακτούν για την εκθεμελίωση του δημόσιου τομέα και τη συστηματική υπονόμευση του κοινωνικού κράτους που κάποτε τους στήριζε, επέρριψαν την ευθύνη για τις πραγματικές δυσλειτουργίες του στους μετανάστες και γενικά στους ξένους, ή bloody foreigners, σύμφωνα με το τοπικό ιδίωμα; Μήπως ο ρατσισμός δεν είναι συμβατός με τη λυτρωτική αποστολή που η λογική της ιστορίας έχει αναθέσει στην εργατική τάξη;

Ας μη μείνουμε όμως στην περίπτωση του Brexit. Το ερώτημα είναι γενικότερο και μας αφορά όλους: πώς εξηγείται το γεγονός ότι οι πολύ αριστεροί μερικές φορές αρνούνται να δουν κάποια πράγματα που βρίσκονται κάτω από τη μύτη τους;

Την απάντηση δεν τη γνωρίζω, αλλά θα είχε ίσως νόημα να κάνουμε την εξής υπόθεση εργασίας: μέχρι το 1989, η Αριστερά διακινούσε μια πλήρη και συγκροτημένη άποψη όχι μόνο για το τι γίνεται αλλά και για το τι μέλλει γενέσθαι: η πάλη των τάξεων με την προδιαγεγραμμένη πορεία της, το ανώτερο στάδιο του σοσιαλισμού, οι νόμοι της ιστορίας κ.ο.κ.

Το αν συμφωνούμε ή διαφωνούμε με όλα αυτά, που δεν αποτελούν πλέον μέρος του πολιτικού λόγου -χωρίς όμως να συζητηθεί ποτέ η απόρριψή τους-, ας το βάλουμε στην άκρη. Σημασία έχει η συνοχή που διέπει την πολιτική πράξη. Θέλω να πω ότι τότε, τον παλιό καλό/κακό καιρό, τα συμπτώματα, η διάγνωση και η θεραπεία πήγαιναν πακέτο.

Με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και την επέλαση του μεταμοντέρνου που απορρίπτει από χέρι τις λεγόμενες «μεγάλες αφηγήσεις», τα συστατικά του πολιτικού λόγου αποσυνδέθηκαν και το έναυσμα, δηλαδή η αρχική αντίδραση του θυμικού, διογκώθηκε, σε σημείο μάλιστα να επισκιάσει ή και να καταργήσει εντελώς τα υπόλοιπα. Ποιος μιλάει για σοσιαλισμό μετά την εξαέρωση του υπαρκτού;

Ή διαφορετικά διατυπωμένο, για την Αριστερά σήμερα η πρώτη και αποκλειστική ύλη της πολιτικής είναι η αγανάκτηση. Και επειδή της αποδίδουν τόσο μεγάλη σημασία, επειδή είναι το μόνο που μπορούν να επικαλεστούν, η ορθολογική ανάλυση, όπως π.χ. πώς προκύπτει και πώς αναπαράγεται η αγανάκτηση, ποιοι ευθύνονται και πόσο, με ποιους τρόπους θα ήταν εφικτό να τη μετριάσουμε, όλα αυτά ακούγονται σχεδόν βέβηλα και ίσως εκ του πονηρού όταν πρόκειται για μια τόσο θεμελιώδη ανθρώπινη συνθήκη.

Μόνο που το εν λόγω άθλημα δεν ανήκει κατ’ αποκλειστικότητα στην Αριστερά. Υπάρχουν και άλλοι παίκτες και μάλιστα με καλύτερες επιδόσεις: η γενικευμένη και σκόπιμα απροσδιόριστη αγανάκτηση έφερε τον Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο και τις προάλλες η Μαρίν Λεπέν κατακεραύνωσε τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Κι ας μην ξεχνάμε ότι σήμερα στην Ελλάδα κυβερνάει ένας συνασπισμός της ριζοσπαστικής Αριστεράς και της ακραιφνούς πατριωτικής Δεξιάς.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι