Η έννοια της επιτυχίας στην πολιτική

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 08/02/2020

Δημοσιεύτηκε πρόσφατα στην «Εφημερίδα των Συντακτών» ένα άρθρο του Χρήστου Λάσκου με τίτλο «ΣΥΡΙΖΑ: δυο-τρία πράγματα που ξέρω γι’ αυτό», το οποίο και διάβασα με τη δέουσα προσοχή, όπως πάντα. Για όσους δεν έτυχε να το πάρει το μάτι τους, το θέμα ήταν οι κινήσεις και οι συζητήσεις μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ εν όψει του συνεδρίου που θα καθορίσει την πολιτική φυσιογνωμία του κόμματος.

Η πρόθεσή μου όμως δεν είναι να συμβάλω στη συζήτηση. Γιατί αυτό που κίνησε την προσοχή μου ήταν η εξής φράση που αφορά την Αριστερά γενικότερα και όχι μόνο τον ΣΥΡΙΖΑ: «Δεν θεωρώ στην αριστερή πολιτική ως κριτήριο “αλήθειας” την “επιτυχία”».

Μερικές φορές το σημαντικό είναι κάτι που δεν ξέρουμε ακριβώς τι σημαίνει, κάτι που απορρυθμίζει τους αυτοματισμούς της σκέψης μας επειδή μας αναγκάζει να σκεφτούμε, αντί να επιδοκιμάσουμε ή να αποδοκιμάσουμε ανάλογα με τις δεδομένες πεποιθήσεις ή συχνότερα τις προκαταλήψεις μας. Αυτό μας παρακινεί να κάνουμε το απόφθεγμα του Χ. Λάσκου.

Οταν το διάβασα, το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα –και το σκέφτηκα για πρώτη φορά– ήταν ότι οι περισσότεροι το έχουμε έμπρακτα υιοθετήσει, χωρίς όμως να το ψάξουμε και χωρίς να το διατυπώσουμε ρητά, δηλαδή παραγνωρίζοντας τη σημασία του. Και επιπλέον, συνειδητοποίησα ότι και συμφωνώ και διαφωνώ.

Συμφωνώ διότι ως ψηφοφόρος της ανανεωτικής Αριστεράς, δηλαδή του Συνασπισμού, επέλεγα ένα κόμμα μικρό και συνεπώς πολιτικά αποτυχημένο, το οποίο θεωρούσε νίκη το να μπει στη Βουλή.

Αν το κριτήριο ήταν η επιτυχία, θα έπρεπε να είμαι είτε με το ΠΑΣΟΚ είτε με τη Νέα Δημοκρατία, και δεν μετανιώνω που ούτε καν διανοήθηκα να το κάνω. Η αλήθεια, δηλαδή αυτό που ο καθένας μας θεωρεί καλό και σωστό, δεν εξαρτάται από τον βαθμό της γενικής αποδοχής της όπως καταγράφεται μέσω των εκλογών στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες.

Ταυτόχρονα, όμως, διαφωνώ διότι, καταφεύγοντας στην ίδια λογική, το ΚΚΕ μπορεί να εμμένει στον μαρξισμό-λενινισμό του προσπερνώντας την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού σαν να μη συνέβη σχεδόν, με το σκεπτικό ότι σε τελική ανάλυση η Ιστορία θα το δικαιώσει.

Ή, ακόμα χειρότερα, το κάθε ακροαριστερό γκρουπούσκουλο μπορεί να οχυρωθεί μέσα στην απόλυτη αλήθεια του, αγνοώντας το τι συμβαίνει ή διαβάζοντας τα πράγματα με έναν τρόπο που επιβεβαιώνει αυτό που οι πολύ αριστεροί θεωρούν αξιωματικά σωστό.

Ετσι εξηγούνται δηλώσεις του τύπου ότι μια σπίθα χρειάζεται για να τιναχθεί ολόκληρος ο κόσμος στον αέρα. Οπως και η Δευτέρα Παρουσία, το γεγονός ότι δεν έχει συμβεί μέχρι σήμερα δεν αποκλείει εντελώς το ενδεχόμενο να συμβεί αύριο.

Ενας τρόπος να αποφύγουμε αυτήν τη μάλλον ιδιοτελή επιχειρηματολογία, η οποία επιτρέπει σε κάποιους να διατηρήσουν τις ιδεολογικές εμμονές τους, θα ήταν ίσως να εξετάσουμε προσεκτικά τους όρους που χρησιμοποιούμε.

Κατ’ αρχάς, η επιτυχία δεν είναι ευθέως ανάλογη με την αλήθεια, διότι μετράμε την μεν και εννοούμε την δε. Η πολιτική επιτυχία είναι σαν εκείνη στο ποδόσφαιρο: το πρωτάθλημα το παίρνει όποια ομάδα συγκεντρώσει τους περισσότερους βαθμούς, κάτι αντικειμενικό και συνεπώς μετρήσιμο, και όχι η ομάδα που έπαιξε την καλύτερη ή την πιο θεαματική μπάλα, κάτι υποκειμενικό και αστάθμητο.

Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει στις εκλογές. Δεν τις κερδίζει όποιος λέει την αλήθεια, αλλά όποιος πείσει τους ψηφοφόρους ότι η δική του ανάγνωση και πρόταση είναι καλύτερη από την ανάγνωση και πρόταση των αντιπάλων του. Αρα, ο Χρήστος Λάσκος έχει δίκιο όταν δηλώνει πως δεν θεωρεί στην πολιτική ως κριτήριο αλήθειας την επιτυχία στις κάλπες.

Σαν να μην έφτανε αυτό, η έννοια της αλήθειας αποδεικνύεται εξίσου προβληματική. Το μυαλό πάει στο δύο και δύο ίσον τέσσερα. Στην πολιτική όμως αλήθεια σημαίνει την ορθότερη ανάγνωση της πραγματικότητας με κριτήρια που δηλώνονται εκ των προτέρων. Κι αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι η αλήθεια μιας ιδεολογικής στάσης μπορεί να αποδειχθεί λανθασμένη.

Εδώ βρίσκεται το καίριο σημείο. Το ΚΚΕ και τα ακροαριστερά γκρουπούσκουλα έχουν κάθε δικαίωμα να εμμένουν στις μειοψηφούσες και συνεπώς ανεπιτυχείς απόψεις τους, αλλά σφάλλουν για τον εξής λόγο: αντί να τις υποστηρίξουν επικαλούμενοι και αποδεχόμενοι ταυτόχρονα τη βάσανο της κριτικής σκέψης, τις διατηρούν και τις επαναλαμβάνουν μονότονα διότι τις έχουν καταστήσει μη διαψεύσιμες.

Δηλαδή, ό,τι και να συμβεί, οι αναγνώσεις της πραγματικότητας που προτείνουν παραμένουν ως έχουν. Θωρακισμένες και ακλόνητες, όπως όλα τα δόγματα και οι εξ αποκαλύψεως αλήθειες.

Το θέαμα είναι μάλλον ειρωνικό, θα έλεγα: βλέπουμε τους κατ’ εξοχήν άθεους να υπερασπίζονται την πολιτική τους ιδεολογία με όρους θεολογικούς.

Σχόλια: 0

Πρόσθεσε σχόλιο

Παρακαλώ συμπλήρωσε όλα τα πεδία που σημειώνονται με αστερίσκο. Η ηλεκτρονική σου διεύθυνση (Email) δεν εμφανίζεται στην ιστοσελίδα. Απόφυγε την χρήση κεφαλαίων γραμμάτων - εκτός βέβαια από το πρώτο γράμμα ονόματος ή πρότασης.

* * * *

Γράψε μόνο καθαρό κείμενο (ελληνικό ή λατινικό αλφάβητο και αριθμούς, όχι σύμβολα ή κωδικούς του HTML). Αν εισάγεις σύμβολα, η αποστολή ακυρώνεται. Άφησε μια κενή σειρά μεταξύ των παραγράφων.

Για λόγους ασφαλείας, αντίγραψε τους αριθμούς της εικόνας στο αντίστοιχο πεδίο. Αν οι αριθμοί είναι δυσανάγνωστοι ή αν πέρασαν 20 λεπτά από τότε που άνοιξες την σελίδα, «κάνε κλικ εδώ για να τους αλλάξεις».

Το σχόλιό σου θα εμφανιστεί αφού πρώτα ελεγχθεί από την διαχείριση της ιστοσελίδας.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι