Από το σκοινί του Πατριάρχη στο Τάμα του Εθνους:αναζητώντας το νόημα ενός εορτασμού

Βαγγέλης Καραμανωλάκης, Τα Νέα, 27/06/2020

Ας ξεκινήσουμε από τα αυτονόητα. Καμιά επέτειος, κανένας εορτασμός δεν αφορά το παρελθόν αλλά το παρόν. Στην περίπτωσή μας ο εορτασμός της Επανάστασης του 1821 καθορίστηκε και καθορίζεται, κάθε φορά, από τις σύγχρονες ανάγκες και συγκυρίες, συνομίλησε και συνομιλεί με τις διαφορετικές προσδοκίες και τα σχέδια των ανθρώπων κάθε εποχής.

Ας αναλογιστούμε τα τρία ιωβηλαία της επετείου (1871, 1930, 1971). Ο εορτασμός της πεντηκονταετηρίδας σφραγίστηκε από την αποκάλυψη των ανδριάντων του Ρήγα Βελεστινλή και του πατριάρχη Γρηγορίου Εʼ, μπροστά από τα Προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών. Τα αποκαλυπτήριά τους έγιναν με δημόσιες τελετές, παρουσία της βασιλικής οικογένειας και με τη συμμετοχή χιλιάδων λαού. Η επέτειος συνδέθηκε με την ενσωμάτωση της Εκκλησίας και του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις δυνάμεις που υποστήριξαν την Επανάσταση, ενώ αποσκοπούσε στην προβολή της ενότητας του έθνους με εκφραστή τον νέο βασιλιά Γεώργιο Αʼ.

Το 1930, και μετά τη ματαίωση της επετείου του 1921 λόγω της Μικρασιατικής Εκστρατείας, οι εορτασμοί επικεντρώθηκαν στα 100 χρόνια από την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα προγράμματα εορτασμών του ελληνικού κράτους και πραγματοποιήθηκε από την κυβέρνηση της λεγόμενης «Μεγάλης Τετραετίας» (1928-1932) του Ελευθερίου Βενιζέλου, ενώ την ευθύνη τους ανέλαβε η κρατική Κεντρική Επιτροπή Εκατονταετηρίδος (ΚΕΕ), η οποία αποτελούνταν από προσωπικότητες της εποχής. Ανεγέρσεις μνημείων, εκδόσεις, εκθέσεις, ιστορικές αναπαραστάσεις, καλλιτεχνικά δρώμενα αποτέλεσαν ορισμένες από τις σημαντικότερες δράσεις της ΚΕΕ. Το κύριο βάρος δόθηκε στα θετικά πεπραγμένα του ελληνικού κράτους. Το νέο βενιζελικό αφήγημα συνέδεε ευθέως τα εδαφικά κέρδη και τις στρατιωτικές νίκες του 1912-1922 με την Επανάσταση του 1821, ως συνέχεια και ολοκλήρωση της τελευταίας. Το ζητούμενο ήταν η εθνική ανασυγκρότηση μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και η επιτάχυνση της αφομοίωσης των Νέων Χωρών στον εθνικό κορμό, σε μια εποχή όπου η Μεγάλη Ιδέα είχε οριστικά καταρρεύσει και υπήρχε άμεση ανάγκη για ένα νέο ιδεολογικό πρόταγμα.

Στα 150 χρόνια επικεφαλής των εορτασμών ορίστηκαν ο τότε αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος και ο αντιπρόεδρος της χούντας Στυλιανός Παττακός, επιλογή που πριμοδοτούσε τη διπλή, θρησκευτική και πολιτική, διάσταση του γεγονότος. Επίκεντρο του εορτασμού ήταν η θεμελίωση του Ναού του Σωτήρα, του γνωστού Τάματος του Εθνους. Η χούντα αναλάμβανε έτσι να εκπληρώσει ένα από τα πλέον μεγαλεπήβολα σχέδια του ελληνικού κράτους, τη δημιουργία ενός κεντρικού ηρώου για τον Αγώνα στην πρωτεύουσα. Ο ναός θα ανεγειρόταν στα Τουρκοβούνια και προκηρύχθηκε δημόσιος έρανος για τη συγκέντρωση των απαραίτητων ποσών. Κανείς δεν έμαθε πού πήγαν τα ποσά που συγκεντρώθηκαν και ο ναός δεν ανεγέρθηκε ποτέ. Η κοινή παρουσία πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας τόνιζε πάλι τη στενή σχέση Ορθοδοξίας και Ελληνισμού, αναδεικνύοντας όμως τώρα τον Στρατό ως τον κύριο και αποτελεσματικό διαμεσολαβητή αυτής της σχέσης, ο οποίος μπορούσε να αποτελέσει και τον γνήσιο εκφραστή της εθνικής ενότητας.

Μέσα σε αυτά τα 200 χρόνια η Ελληνική Επανάσταση γιορτάστηκε με ποικίλους τρόπους και μνημονεύσεις, οι εορτασμοί αποτέλεσαν αντικείμενο συγκρούσεων και αποκλεισμών. Από τους πρώτους εορτασμούς των φοιτητών του Πανεπιστημίου που επέσυραν την μήνιν του οθωνικού καθεστώτος, έως τις επίσημες τελετές στο Παλάτι, από τις γιορτές των πολιτικών προσφύγων στην Ανατολική και των αντιχουντικών οργανώσεων στη Δυτική Ευρώπη έως τις σύγχρονες στρατιωτικές παρελάσεις, το νόημα της επετείου αποτέλεσε επίκεντρο διαμαχών και συγκρούσεων. Διαμάχες και συγκρούσεις για το νόημα της επετείου, ένα νόημα που άλλαζε με βάση τα ερωτήματα και τις έγνοιες του παρόντος όταν έρχεται να διαβάσει το παρελθόν. Δεν είναι παράδοξη η έκταση των συγκρούσεων: ο Αγώνας αναγνωρίστηκε από την πρώτη στιγμή ως το μείζον γεγονός της νεοελληνικής ιστορίας, η αιτία της δημιουργίας του ελληνικού κράτους﮲ μεταβλήθηκε σε μετωνυμία της ιστορικής πορείας του εθνικού κράτους, των προόδων και των επιτευγμάτων του.

Ο στόχος των τελετών ήταν η σύνδεση του παρόντος με το παρελθόν, η ανάδειξη των συνεχειών αλλά και η προβολή του εορτασμού ως ορόσημου για τη νέα εποχή. Οι όροι της μνημόνευσης καθορίστηκαν κατά κύριο λόγο από την ίδια την κεντρική εξουσία, η οποία επέβαλε το νόημα της επετείου, αποκλείοντας τις αντίθετες φωνές: εκείνους που εναντιώνονταν στον Γρηγόριο Εʼ επισείοντας τον αφορισμό της Επανάστασης, τους θιασώτες του έργου του Γιάνη Κορδάτου για την κοινωνική σημασία του Αγώνα, το αντιδικτατορικό κίνημα στην Ευρώπη. Οι τελετές στόχευαν, σε μεγάλο βαθμό, στην ανασυγκρότηση του κύρους και την αναβάθμιση της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας: ο βασιλιάς Γεώργιος επικεφαλής της πομπής μεταφοράς των λειψάνων του Πατριάρχη, ο Ελευθέριος Βενιζέλος στην πομπή μεταφοράς των οστών του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στην Τρίπολη, ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Ξεκινούσαν «από τα πάνω», ενσωματώνοντας τις κινήσεις που προέρχονταν «από τα κάτω», όπως συνέβη στην περίπτωση της εκατονταετηρίδας, όπου οι τελετές εξακτινώθηκαν σε όλη τη χώρα, με βάση τοπικές πρωτοβουλίες.

Και η Ιστορία και οι ιστορικοί; Ας μη γελιόμαστε. Η τελετουργία και η στοχοθεσία ενός εορτασμού συνομιλεί με την ιστορική γνώση, αλλά δεν καθορίζεται από αυτήν. Ποτέ άλλωστε η Ιστορία δεν έχτισε το σπίτι της ομοιόμορφα. Αντίθετα, το κατασκεύασμά της παρέμεινε πάντα ένα γιαπί: υψωμένοι τοίχοι, μισοτελειωμένα παράθυρα, γωνιές που άρχισαν να χτίζονται και εγκαταλείφθηκαν για να ξαναρχίσουν χρόνια αργότερα. Παιδί του καιρού της, η Ιστορία προχωρά με βάση τη δική της λογική, αλλά και το ευρύτερο πλαίσιο, πιάνοντας και αφήνοντας θεματικές και μεθοδολογίες. Δεν είναι τυχαίο ότι για πολλά χρόνια στη Μεταπολίτευση η Επανάσταση του 1821 δεν αποτέλεσε αντικείμενο συστηματικής ιστοριογραφικής μελέτης, μετά και από τη δικτατορία και την άρρηκτη σύνδεση της μνήμης του Αγώνα με την εθνικοφροσύνη.

Στις πιο γόνιμες σύγχρονες ιστορικές αναλύσεις, οι οπτικές μας συνδιαλέγονται με τις άλλες ιστοριογραφίες, κυρίως με την οθωμανική, το εθνικό και το κοινωνικό συνυπάρχουν, ενώ παράλληλα το αίτημα της ένταξης της ελληνικής περίπτωσης στον διεθνή χάρτη των επαναστάσεων της εποχής εμφανίζεται όλο και πιο έντονο. Απηχούν όλα αυτά μια δύσκολη πορεία της σύγχρονης ιστοριογραφίας που έπρεπε να ξεπεράσει απλουστευτικές αναγνώσεις της εθνικιστικής αλλά και της μαρξιστικής ιστορίας του 20ού αιώνα, για να ψηλαφίσει εκ νέου τις διαδρομές, γεμάτες συχνά οδύνη και συγκρούσεις, που οδήγησαν στη δημιουργία του ανεξάρτητου κράτους.

Διακόσια χρόνια μετά την Επανάσταση του 1821 η ελευθερία της ιστορικής έρευνας και η δυνατότητα ενός πλούσιου και πολύπλευρου διαλόγου αποτελούν ένα πολύτιμο κεκτημένο για μια επέτειο που πολλές φορές λειτούργησε ως εφαλτήριο αποκλεισμών ή νομιμοποίησης κάθε λογής αυταρχικών λόγων. Διακόσια χρόνια μετά την Επανάσταση μπορούμε να συζητούμε διαφωνώντας ή συμφωνώντας για το περιεχόμενό της, θέτοντας ερωτήματα για τις κατευθύνσεις των εορτασμών στο πλαίσιο της συγκυρίας, αντιμετωπίζοντας κριτικά τις κρατικές και άλλες προσπάθειες νοηματοδότησής της.

Επιτρέψτε μου, κατʼ αρχάς τουλάχιστον, να γιορτάσω αυτό.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι