Αντισυνταγματικές επισημάνσεις στον πρόσφατο εργασιακό νόμο

Νικήτας Αλιπράντης, iEidiseis.gr, 22/07/2021

Παραβιάζεται απροκάλυπτα το συνταγματικό δικαίωμα της απεργίας του οποίου η άσκηση, ως έκφραση της συνδικαλιστικής ελευθερίας, απαιτείται να διασφαλίζεται χωρίς να αναιρείται από ουσιαστικά και γραφειοκρατικά εμπόδια.

Οι γραμμές αυτές γράφονται όχι για να ασκηθεί κριτική στο αντεργατικό συνονθύλευμα του νόμου 4808/2021 -που περιλαμβάνει προς θετικό εντυπωσιασμό κύρωση δύο σημαντικών διεθνών συμβάσεων εργασίας- αλλά για να καταδειχθεί, όχι εξαντλητικά, η αντισυνταγματικότητα μερικών καίριων ρυθμίσεων του νόμου.

1. Στο ατομικό εργατικό δίκαιο το άρθρο 66, με τον παραπλανητικό τίτλο «προστασία από τις απολύσεις», ορίζει ότι η απόλυση είναι άκυρη αποκλειστικά και μόνο για τους 16 λόγους που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του άρθρου, δηλαδή αποκλείει την ακυρότητα για κάθε άλλο λόγο. Μία απόλυση όμως μπορούσε μέχρι σήμερα ως παράνομη να είναι άκυρη για πλείστους άλλους λόγους και εν πρώτοις αν είναι καταχρηστική, δηλαδή όταν προσβάλλει την καλή πίστη ή τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό ενός δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ). Επιπλέον, με τους ισχύοντες νόμους η απόλυση έχει καταστεί αιτιώδης πράξη, δηλαδή απαιτείται να έχει βάσιμο λόγο, αλλιώς δεν είναι έγκυρη (ν. 4359/2016, άρθρο 24, που κύρωσε τον Αναθεωρημένο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη (ΑΕΚΧ) και πρόσφατα ο ν. 4611/2019, άρθρο 48).

Είναι δυνατόν νόμος να αποκλείει την ακυρότητα της απόλυσης που βασίζεται στους αναφερθέντες κανόνες; Και όμως αυτό επιδιώκει ο νόμος (άρθρο 66, παραγρ.2) προβλέποντας, σε νομικά αδόκιμη νεωτεριστική έκφραση, ότι εάν η απόλυση πάσχει (!) για λόγο διαφορετικό από τους λόγους της παρ.1, το δικαστήριο επιδικάζει μια προσδιοριζόμενη κατώτατη ή ανώτατη αποζημίωση στον εργαζόμενο χωρίς να έχει τη δυνατότητα άλλης κρίσης ή πράξης!

Δεν είναι νοητό σε κράτος δικαίου να παραθεωρούνται κατά τρόπο ωμό ισχύουσες διατάξεις μεγάλης εργασιακής εμβέλειας. Το ελληνικό Σύνταγμα ορίζει ότι “η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος…” (άρθρο 22).

Παρά τη διακοσμητική επικεφαλίδα του, το άρθρο 66 μόνο αυθαίρετη και καίρια αφαίρεση της προστασίας από την απόλυση εισάγει και υπ’αυτήν την έννοια αντίκειται στο Σύνταγμα.

Εν παρόδω ας σημειωθεί το άρθρο 66 παρ.2, στο μέτρο που προβλέπει ότι το δικαστήριο επιδικάζει ανώτατη αποζημίωση αντίκειται στο άρθρο 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη (ΑΕΚΧ) που αφορά την προστασία από την απόλυση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κοινωνικών Δικαιωμάτων (ΕΕΚΔ) ως δικαιοδοτικό όργανο έχει αποφανθεί σε συλλογική προσφυγή ότι η πρόβλεψη ανωτάτου ορίου αποζημίωσης παραβιάζει το αναφερθέν άρθρο 24 του ΑΕΚΧ (απόφαση 31/1/2017 στην υπ’αριθμό 106/2014 προσφυγή κατά της Φινλανδίας˙ βλ. ΕπιθεώρησιςΕργατικού Δικαίου, 2017, σελ. 989 επ.). Την απόφαση αυτή της ΕΕΚΔ το εθνικό(ελληνικό) δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να την εντάξει στο σκεπτικό και στο συμπέρασμα της δικής του απόφασης, γεγονός στο οποίο θα διευκολυνθεί εφ’όσον γίνει επίκλησή της από τον έλληνα δικηγόρο. Αυτό το τονίζω ιδιαίτερα έχοντας ασχοληθεί σε μελέτη μου με τον δικαιοδοτικό χαρακτήρα διεθνών οργάνων ασχέτως ονομασίας τους και την ανάγκη να τερματισθεί η παραγνώρισή τους από τα εθνικά δικαστήρια. (ανακοίνωση στα γαλλικά στο 9ο Διεθνές Συνέδριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δημοσιευθείσα σε ελληνική μετάφραση στο περιοδικό Επιθεώρησις Εργατικού Δικαίου, 2017 σ.861 επ. Βλ. και Ν. Αλιπράντης, Κοινωνιολογικές προσεγγίσεις, 3ηεπηυξημένη έκδοση, 2021, Μέρος Β, Α.Διεθνή).

2.Στο συλλογικό εργατικό δίκαιο οι διατάξεις που αντιστρατεύονται το Σύνταγμα (άρθρο 23) στην εξασφάλιση της συνδικαλιστικής ελευθερίας και στο δικαίωμα απεργίας είναι πολλαπλές, ξεπερνούν κάθε προηγούμενη νομοθετική επέμβαση στη λειτουργία των συνδικαλιστικών οργανώσεων και στις δράσεις τους και θίγουν κατάφωρα την συνταγματικώς κατοχυρωμένη αυτονομία τους.

α) Εν πρώτοις η ύπαρξη και η όποια λειτουργία των συνδικάτων εξαρτάται όχι από την καταχώρησή τους στην δικαστική αρχή, αλλά από την εγγραφή τους σε ένα ειδικό μητρώο συνδικαλιστικών οργανώσεων (ΓΕ.ΜΗ.Σ.Ο.Ε.) - υπό τη διαχείριση του Υπουργείο Εργασίας - και από την ανάρτηση σε ψηφιακή μορφή, εκτός του καταστατικού, του αριθμού των μελών και των μελών της διοίκησης! Η μη τήρηση των υποχρεώσεων αυτών στερεί τις συνδικαλιστικές οργανώσεις του καίριου δικαιώματός τους να διαπραγματεύονται και να συνάπτουν συλλογικές συμβάσεις εργασίας, η δε αναγνώριση της αντιπροσωπευτικότητά τους εξαρτάται από το ΓΕ.ΜΗ.Σ.Ο.Ε. με αποκλειστική βάση τον πίνακα των ψηφισάντων μελών στις τελευταίες αρχαιρεσίες! (άρθρ.96). Επί πλέον, προστίθεται η υποχρέωση των συνδικάτων να τηρούν ψηφιακά βιβλία, την μορφή των οποίων καθορίζουν όχι αυτά, αλλά το Υπουργείο Εργασίας και στα οποία περιλαμβάνεται εκτός του μητρώου μελών, πρακτικά συνεδριάσεων των οργάνων, το ταμείο με αναλυτικά στοιχεία κ.ά. και στα οποία έχει πρόσβαση κάθε πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον, δηλαδή και ο εργοδότης! (άρθρο 84).

Είναι προφανές οτι με τις διατάξεις αυτές αναιρείται η συνταγματικά επιβαλλόμενη διασφάλιση της συνδικαλιστικής ελευθερίας, καταργείται η αυτονομία της λειτουργίας των συνδικάτων. Ακόμη και η ειδική προστασία των συνδικαλιστών από την απόλυση που και αυτή συμβάλλει στη διασφάλιση της ελευθερίας τους καταργείται και επιτρέπεται η απόλυσή τους για οποιοδήποτε σπουδαίο λόγο θεωρεί ο εργοδότης.

β) Τέλος, το δικαίωμα της απεργίας προσβάλλεται με πρωτόφαντους αντισυνταγματικούς περιορισμούς.

Εν πρώτοις με το άρθρο 93 επιβάλλεται στην απεργούσα οργάνωση η υποχρέωση να προστατεύει τους μη απεργούς προσερχομένους στην εργασία ώστε να μη ασκηθεί σωματική ή ψυχολογική βία εις βάρος τους από οποιονδήποτε. Πρόκειται για πρωτοφανή και κατά κανόνα μη πραγματοποιήσιμη υποχρέωση αφού η απεργούσα συνδικαλιστική οργάνωση, -εκτός αν κατ’ εξαίρεση καταλαμβάνει τον χώρο εργασίας-είναι γενικώς απούσα από τον χώρο της επιχείρησης! Εν τούτοις αν ασκηθεί σωματική ή ψυχολογική βία από κάποιον, μέλος ή μη, η απεργία κατ΄αμάχητο τεκμήριο κηρύσσεται παράνομη και διακόπτεται με αγωγή του εργοδότη! Είναι προφανές ότι με την ρύθμιση αυτή πλήττεται καίρια κατά τρόπο αυθαίρετο και κυνικό το δικαίωμα απεργίας στην συνταγματική του κατοχύρωση. Σε αντίθεση, είναι χαρακτηριστικό ότι σε ξένα δίκαια, όπως το πορτογαλικό και το γαλλικό, οργανώνεται νόμιμα ομάδα περιφρούρησης της απεργίας με ειρηνικά μέσα (piquetdegrève), ενώ παραβίαση της ελευθερίας της εργασίας συνιστά ποινικό αδίκημα.

Εξ άλλου, στις επιχειρήσεις δημοσίου χαρακτήρα ή κοινής ωφέλειας, στο αντισυνταγματικό επίπεδο βρίσκεται η ρύθμιση που επιβάλλει στις συνδικαλιστικές οργανώσεις εν όψει της απεργίας να εξασφαλίζουν σε κάθε περίπτωση να λειτουργεί κατά την απεργία τουλάχιστον το εν τρίτον ( 1/3) της συνήθως παρεχομένης υπηρεσίας (άρθρο 95), ποσοστό αυθαίρετα γενικευτικό που πλήττει εξ ορισμού την αποτελεσματικότητα της απεργίας ως δικαιώματος άσκησης πίεσης και επομένως το συνταγματικό δικαίωμα της απεργίας καθ’εαυτό. Επιπλέον, με ασφυκτικές γραφειοκρατικές λεπτομέρειες καθορίζεται, εκτός του προσωπικού ασφαλείας συμφωνία για το προσωπικό που αντιπροσωπεύει το 1/3 και η μεν συμφωνία ισχύει επ’ αόριστον αλλά εάν δεν έχει τεθεί πραγματικά το 1/3 στην διάθεση του εργοδότη -τα ονόματα έχουν γνωστοποιηθεί εγγράφως στον εργοδότη με δικαστικό επιμελητή(!)- απαγορεύεται η κήρυξη απεργίας και εάν κηρυχθεί απεργία και υπάρξει κάποια απουσία θα ευθύνεται κατ’αμάχητο τεκμήριο η απεργούσα οργάνωση!

(άρθρο 95, παρ.1, περ.3 και 10). Ευθύνη όμως ασχέτως υπαιτιότητας ως γνωστόν, αποκλείεται και η όλη ρύθμιση επιβάλλει αντισυνταγματικά βάρη στις συνδικαλιστικές οργανώσεις εις βάρος της ελευθερίας τους.

Το δικαίωμα της απεργίας πλήττεται ούτως ή άλλως ευθύς εξαρχής (άρθρο 91) διότι η προειδοποίηση του εργοδότη επιβάλλεται να επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή(!) και να προσδιορίζει, πέραν της έναρξης της απεργίας, τη μορφή της (!) και εκτός των αιτημάτων της, τους λόγους που τα θεμελιώνουν(!), απαίτηση που επιβάλει εξωπραγματικά στους απεργούς να προσδιορίζουν την βασιμότητα των αιτίων της απεργίας! Ας σημειωθεί ότι ο γαλλικός Άρειος Πάγος (CourdeCassation) έχει αποφανθεί ότι (ούτε) «ο δικαστής δεν μπορεί, χωρίς να προσβάλει την ελεύθερη άσκηση ενός δικαιώματος συνταγματικά αναγνωρισμένου, να υποκαταστήσει την αξιολόγησή του σ’αυτήν των απεργών σχετικά με την νομιμότητα ή την βασιμότητα αυτών των διεκδικήσεων (CourdeCassation, ChambreSociale, 2 juin 1992, δύο αποφάσεις, Droitsocial, 1992, σ.696.).

Συμπερασματικά, με όλες τις αναφερθείσες ρυθμίσεις παραβιάζεται απροκάλυπτα το συνταγματικό δικαίωμα της απεργίας του οποίου η άσκηση, ως έκφραση της συνδικαλιστικής ελευθερίας, απαιτείται να διασφαλίζεται χωρίς να αναιρείται από ουσιαστικά και γραφειοκρατικά εμπόδια. Αυτό ισχύει και για τις άλλες επισημάνσεις αντισυνταγματικότητας που έχουν αναφερθεί στο παρόν άρθρο.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι