Το αδιέξοδο

Θόδωρος Τσίκας, Τα Νέα, 11/10/2021

Το κλίμα φόβου που καλλιεργείται στην κοινή γνώμη με σενάρια ελληνοτουρκικής σύγκρουσης, δημιουργεί κάποια ανοχή ως προς την επανέναρξη ενός εξοπλιστικού ανταγωνισμού. Ουσιαστικά, ελληνική κοινωνία και πολιτικό σύστημα εθίζονται στο να "πληρώνουμε" την απροθυμία μας για προωθητικούς συμβιβασμούς και στο να προσπαθούμε να "εξαγοράσουμε" την στήριξη άλλων χωρών με προμήθεια οπλικών συστημάτων τους.

Όμως, το να αγοράζουμε πολεμικά πλοία και αεροπλάνα από διάφορους περιστασιακούς «εχθρούς του εχθρού μας» -εσπευσμένα και αποσπασματικά- δεν είναι συνετό, ενώ αποτελεί μια πανάκριβη τακτική. Ας μην ξεχνάμε ότι ένας από τους σημαντικούς παράγοντες, λόγω των οποίων η χώρα έφτασε στο κατώφλι της χρεοκοπίας, ήταν και τα υπέρογκα εξοπλιστικά προγράμματα.

Αν είχαμε πολιτική βούληση και δυνατότητα για απευθείας επίλυση των προβλημάτων μας με την Τουρκία, πολλά από αυτά θα ήταν άχρηστα. Επιτυχία θα ήταν να διαμορφώνουμε με τέτοιο τρόπο τις σχέσεις μας και τις συνθήκες στο περιβάλλον μας, ώστε να μην χρειαστεί να καταφύγουμε σε αυτά τα εξοπλιστικά προγράμματα.

Το χειρότερο θα είναι τυχόν αυταπάτες ότι έτσι θα λύσουμε τα θέματα μας. Ό,τι συμμαχίες και συνεργασίες και αν κάνουμε, τίποτα δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ανάγκη συμφωνίας με τους γείτονες μας, με παραμερισμό μαξιμαλισμών και αδιαλλαξίας και από τις δύο πλευρές.

Φαίνεται ότι η ελληνική κυβέρνηση προκρίνει τη διαιώνιση των ελληνοτουρκικών διαφορών, καθώς αρκείται στην δυνατότητα καταγγελίας της Τουρκίας. Αλλά η Ελλάδα δεν μπορεί να γίνει πραγματικά παράγοντας σταθερότητας και ειρήνης στην ευρύτερη περιοχή, εάν δεν επιλύσει τα ζητήματα που τη χωρίζουν με τη γειτονική της χώρα. Δυστυχώς αυτό μπλοκάρεται από το φόβο του πολιτικού κόστους.

Η στρατηγική που αναδεικνύεται πίσω από την ελληνο-γαλλική Συμφωνία, είναι η συνέχιση της διαμόρφωσης «αξόνων» με ορισμένες χώρες της περιοχής μας, καθώς στους ίδιους «άξονες» ποντάρει και η σημερινή ηγεσία της Γαλλίας. Αυτό φυσικά οδηγεί σε «αντι-άξονες» από την άλλη πλευρά, με αποτέλεσμα την όξυνση της έντασης.

Δεν διδαχτήκαμε τίποτα από το ότι, κανείς δεν ασχολείται πλέον σοβαρά με την δημιουργία του πολυδιαφημισμένου αγωγού φυσικού αερίου EastMed από Ελλάδα-Κύπρο-Ισραήλ. Για να μην αναφερθούμε στο γεγονός ότι αυτές οι συμμαχίες γίνονται με χώρες που ούτε κατ’ ελάχιστον θεωρούνται δημοκρατικές, όπως Σαουδική Αραβία, Αίγυπτος κ.α.

Είναι αναμφισβήτητη η ανάγκη κάποιου εκσυγχρονισμού των Ενόπλων Δυνάμεων. Αλλά αυτός πρέπει να γίνεται με σχεδιασμό και πρόγραμμα. Όχι ως συνέπεια σπασμωδικών αντανακλαστικών, που ενεργοποιούνται κάθε φορά που υπάρχει ένταση με την Τουρκία.

Διότι κάτι τέτοιο επηρεάζει και τον τύπο των οπλικών συστημάτων που αγοράζουμε, τα οποία μπορεί να μην είναι διαχρονικά χρήσιμα για τις πραγματικές ανάγκες μας. Έτσι κι αλλιώς, όταν αυτά παραληφθούν θα έχει περάσει σημαντικός χρόνος, άρα οι συσχετισμοί δυνάμεων στο Αιγαίο δεν θα επηρεαστούν ιδιαιτέρως κατά την περίοδο που διανύουμε.

Και μια επισήμανση. Η Τουρκία είναι σημαντική περιφερειακή δύναμη, πολυπληθής χώρα, με αυξημένες στρατιωτικές ανάγκες και μέτωπα, σε δύσκολη περιοχή και με προβληματικούς γι αυτήν γείτονες όπως Ιράν, Ιράκ, Συρία, Αρμενία κλπ. Καθώς και με εσωτερικό μέτωπο εναντίον αποσχιστικών κουρδικών δυνάμεων.    Οι εξοπλισμοί της θα είναι πάντα πολύ μεγάλοι, καθώς αφορούν αυτές τις ανάγκες, ενώ οι δικοί μας δεν μπορούν να φτάσουν σε αυτό το επίπεδο.

 

Εκτός αν ισχυριστεί κάποιος ότι θα γίνουμε ισχυρότεροι, ως κατεστραμμένη οικονομικά και χρεοκοπημένη χώρα. Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, ως αποτέλεσμα και του εξοπλιστικού ανταγωνισμού της με τις ΗΠΑ, ας είναι πάντα ένα παράδειγμα προς αποφυγή.

 

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι