Γυναικοκτονίες: Αρχή σοφίας ονομάτων επίσκεψις

Μαρία Ρεπούση, Αυγή, 26/01/2022

Αν κάτι μας δίδαξαν καλά οι σπουδές φύλου, είναι πόσο δομική και οικουμενική είναι η έμφυλη διάκριση και στις επιστήμες, και δεν εξαιρείται αυτή της νομικής

Προοίμιο

Με την αρχή της φετινής χρονιάς ένας ενδιαφέρων διάλογος, αν και ασυνήθιστα αιχμηρός για τη λίστα στην οποία φιλοξενείται, ξεκίνησε στη Συσπείρωση Πανεπιστημιακών, την παράταξη της Γ/θμιας Εκπαίδευσης στην οποία συμμετέχουν και οι πανεπιστημιακοί του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία. Η αφορμή δόθηκε όταν ο συμπαθής σε όλους και όλες Νίκος Παρασκευόπουλος, καθηγητής Ποινικού Δικαίου και υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝ.ΕΛΛ. κοινοποίησε στη λίστα της Συσπείρωσης ένα άρθρο που είχε λίγο πριν δημοσιεύσει για τις γυναικοκτονίεςi. Το άρθρο αυτό άνοιξε τον ασκό του Αιόλου στους αριστερούς φεμινιστικούς κύκλους. Και αυτό όχι για την άποψη που διατύπωνε κατά της ένταξης στον ποινικό κώδικα του εγκλήματος της γυναικοκτονίας που λίγο πριν είχε υποστηρίξει ο ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία στη Βουλή, αλλά για τα επιχειρήματα που πρόβαλε για να υποστηρίξει την άποψή του. Κοντολογίς οι θέσεις που εξόργισαν ήταν οι ακόλουθες:

Το 2021 εμφανίστηκε στη χώρα μας ένα φεμινισμός αμερικανικής κοπής εν δυνάμει υπονομευτικός για τις αξίες του ανθρωπισμού. Τον ονόμασε «τιμωρητικό φεμινισμό» και του απέδωσε την άποψη ότι «βασικό εργαλείο για τη βελτίωση της θέσης της γυναίκας είναι ο Ποινικός Κώδικας»

Αυτός ο φεμινισμός διεκδικώντας τη συμπερίληψη του εγκλήματος της γυναικοκτονίας στον ποινικό κώδικα ζητάει στην πραγματικότητα την επαναφορά της θανατικής ποινής αφού προβλέπονται ήδη τα ισόβια για τις ανθρωποκτονίες

Το αίτημα της αναγνώρισης της γυναικοκτονίας αμφισβητεί την ίση αξία ζωής για όλους τους ανθρώπους κάτι που έκαναν οι ναζί και κάνουν οι νεοναζί.

Στο κείμενο αυτό απάντησαν δημόσια στο Left η Φωτεινή Σιάνουii ακτιβίστρια για την ειρήνη, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ισότητα των φύλων και μέλος της γραμματείας του Τμήματος Φεμινιστικής Πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ - Προοδευτική Συμμαχία και η Γεωργία Πετράκηiii καθηγήτρια στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και μέχρι πρότινος διευθύντρια του Εργαστηρίου Σπουδών Φύλου. Οι απαντήσεις είναι δημόσιες και μπορείτε να τις διαβάσατε. Η απάντηση της Φωτεινής Σιάνου πέρασε απαρατήρητη στη λίστα της Συσπείρωσης, η αιχμηρή απάντηση της Γεωργίας Πετράκη κοινοποιήθηκε, θεωρήθηκε υβριστική για τον πρώην υπουργό και την ακολούθησαν πλήθος αρνητικών σχολίων.

Ταυτόχρονα ξεκίνησε μια ανταλλαγή απόψεων για το ζήτημα της ποινικής αναγνώρισης των γυναικοκτονιών η οποία μου έδωσε το έναυσμα γι’ αυτό το άρθρο. Επιθυμία μου είναι να λάβω υπόψη μου τα επιχειρήματα της άλλης άποψης και να απαντήσω με το δικό μου τρόπο που δεν είναι νομικός. Θεωρώ ότι το ζήτημα δεν είναι νομικό είναι πολιτικό, όπως είναι τα περισσότερα νομικά ζητήματα, και όλοι και όλες έχουμε δικαίωμα να τοποθετηθούμε.

Δεν με συγκινούν εξάλλου καθόλου οι φωνές για την ουδετερότητα της νομικής επιστήμης. Αν κάτι μας δίδαξαν καλά οι σπουδές φύλου, είναι πόσο δομική, συστημική, διαχρονική και οικουμενική είναι η έμφυλη διάκριση και στις επιστήμες από τις οποίες δεν εξαιρείται η νομική επιστήμη. Η ένσταση αριστερών έγκριτων νομικών εναντίον της ποινικής αναγνώρισης της γυναικοκτονίας, η επιμονή στην απόκρυψή της στην ανθρωποκτονία παρά τις αλλεπάλληλες γυναικοκτονίες που συγκλονίζουν την κοινή γνώμη κατοπτρίζει νομίζω και αυτή ανάμεσα σε άλλα το ανεπίγνωστο αποτύπωμα της έμφυλης διάκρισης που συγκροτεί τον επιστημονικό τους κλάδο.

Εισαγωγή

Στις 6 Δεκεμβρίου του 1989, ο 25χρονος Μαρκ Λεπίν, εφοδιασμένος με μια καραμπίνα και ένα κυνηγητικό στιλέτο ανέβηκε τα σκαλάκια της Πολυτεχνικής Σχολής του Μόντρεάλ, σταμάτησε στο δεύτερο όροφο, μπήκε σε μια πανεπιστημιακή αίθουσα με 60 περίπου φοιτητές και φοιτήτριες και ζήτησε από τους φοιτητές να αποχωρήσουν. Αποχώρησαν οι 50 φοιτητές και έμειναν οι εννέα φοιτήτριες. Τους εξήγησε γιατί είναι εκεί. «Είστε γυναίκες που θα γίνετε μηχανικοί. Είστε όλες ένα μάτσο φεμινίστριες. Μισώ τις φεμινίστριες» είπε και άνοιξε πυρ. Σκότωσε τις έξι και τραυμάτισε σοβαρά τις υπόλοιπες. Μετά περιηγήθηκε στο κτήριο, στην καφετέρια, τους διαδρόμους και μια άλλη αίθουσα και σκότωσε όσες γυναίκες βρήκε μπροστά του. Δεκατέσσερις συνολικά νεκρές και δέκα τραυματισμένες. Στη συνέχεια αυτοκτόνησε. Στην τσέπη του μπουφάν του βρέθηκε ένα γράμμα τριών σελίδων που εξηγούσε την πράξη του. Οι αρχές δεν έδωσαν το γράμμα του στη δημοσιότητα.

Σήμερα είναι γνωστό καθώς το Νοέμβριο του 1990 διέρρευσε στον τύπο. Εν τω μεταξύ συγκλονισμένη η κοινωνία από το έγκλημα αυτό πάλευε να το χαρακτηρίσει. Τι ήταν τελικά; Ήταν ανθρωποκτονία; Ήταν τρομοκρατική ενέργεια; Τι στην ευχή ήταν; Σφαγή το ονόμασαν τα ΜΜΕ, ενώ οι φεμινιστικές ομάδες επέμεναν ότι ήταν μαζική γυναικοκτονία. Ως «σφαγή στο Μόντρεαλ» όμως έμεινε στην Ιστορία. Η επιστολή του Λεπίν δεν άφηνε καμία αμφιβολία για τα κίνητρα του δράστη και το χαρακτήρα του εγκλήματος. «Οι γυναίκες -έγραφε-, θέλουν να παίρνουν τις δουλειές των αντρών διατηρώντας τα δικά τους προνόμια».

Σε μια εποχή μάλιστα που δεν υπήρχε η δυνατότητα της εύκολης ψηφιακής αναζήτησης, ο δράστης άφηνε παρακαταθήκη για τους επόμενους γυναικοκτόνους τα ονόματα 19 γυναικών που έπρεπε να πεθάνουν γιατί αντιπροσώπευαν το φεμινισμό. Ανάμεσά τους μια πυροσβέστρια, μια λογίστρια, μια αστυνομικός, μια γνωστή παρουσιάστρια της τηλεόρασης, μια δημοσιογράφος, κ.λπ., γυναίκες που σύμφωνα με το δράστη θα έπρεπε να είναι σπίτια τους. Στην κουζίνα τους. Να πλένουν πιάτα, όπως φώναζαν μέχρι πρότινος οι Έλληνες οδηγοί στις γυναίκες που κρατούσαν τιμόνι.

Οι γυναικοκτονίες

Τι κοινό έχει «η σφαγή του Μόντρεαλ» με τις 17 δολοφονίες των γυναικών που καταγράφηκαν επίσημα στην Ελλάδα το 2021; με τις 87.000 γυναίκες που δολοφονήθηκαν μέσα σε μια χρονιά σ’ όλο τον κόσμο (UNODC/2017) από άντρες, το 58% εξ αυτών από τον σύντροφό τους ή άντρα της οικογένειάς τους, το 24% από πρώην σύντροφο και οι υπόλοιπες όπως η Τοπαλούδη;

Το κοινό είναι ότι πρόκειται για εκ προθέσεως δολοφονίες γυναικών από άντρες εξ αιτίας του φύλου τους. Μια διττή ταυτότητα εγκλήματος: η βίαιη αφαίρεση της ζωής ενός ανθρώπου και η ακραία μορφή της έμφυλης βίας. Στα παραπάνω έμφυλα εγκλήματα που πολλές κοινωνίες πια ονομάζουν γυναικοκτονίες δεν υπολογίζονται οι εξαφανισμένες γυναίκες ή οι δολοφονίες γυναικών που μένουν ανεξιχνίαστες, ή οι γυναίκες που έχασαν τη ζωή τους στη διαδρομή του trafficking ή στη διάρκεια του ακρωτηριασμού των γεννητικών τους οργάνων; Δεν υπολογίζονται επίσης οι περισσότερες δολοφονίες κοριτσιών για λόγους τιμής που συμβαίνουν σε χώρες όπως το Αφγανιστάν, η Ινδία, Η Παλαιστίνη, η Τυνησία όπως και στο εσωτερικό εθνοτικών κοινοτήτων σε χώρες του δυτικού κόσμου. Ή οι δολοφονίες για την προίκα που δεν αποδόθηκε ή οι υποκινήσεις για αυτοκτονία.

Στην Ινδία το 2019 αναφέρθηκαν επισήμως 7000 έμφυλα εγκλήματα που αφορούσαν την προίκαiv. Δεν υπολογίζονται ούτε οι βρεφοκτονίες κοριτσιών σε πολλές κοινωνίες. Ακόμα δεν υπολογίζονται ούτε οι οργανωμένες μαζικές δολοφονίες γυναικών ως στρατηγική του πολέμου. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις τα θύματα δολοφονούνται επειδή γεννήθηκαν ή είναι γυναίκες.

Στην περίπτωση γυναικοκτονιών που αναγνωρίζονται ως τέτοιες, τα στοιχεία δείχνουν ότι ενώ ο αριθμός των ανθρωποκτονιών μειώνεται σε όλο τον κόσμο, ο αριθμός των γυναικοκτονιών αυξάνεται. Δείχνουν επίσης ότι ενώ οι ανθρωποκτονίες σχετίζονται με κοινωνικοοικονομικές παραμέτρους και διευκολύνονται από το αλκοόλ ή τη χρήση ουσιών, οι γυναικοκτονίες είναι περισσότερο εξαρτώμενες από δομικά κοινωνικά χαρακτηριστικά όπως είναι οι έμφυλες σχέσεις στην κοινωνία, ο καταμερισμός των ρόλων, η εκπροσώπηση των γυναικών στα κέντρα λήψης αποφάσεων, ο σεξισμός κ.λπ. Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με ένα εγκληματικό φαινόμενο που απορρέει από τις σχέσεις εξουσίας ανάμεσα τα φύλα και αποτελεί την ακραία μορφή του συνεχούς της έμφυλης βίας που παραβιάζει τα πιο βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, το δικαίωμα της ζωής, το δικαίωμα της ελευθερίας και της προσωπικής ασφάλειας.

Είναι επίσης ένα βασικό εμπόδιο για την ανάπτυξη των γυναικών και των κοριτσιών καθώς το έμφυλο αυτό έγκλημα υπερβαίνει τις σχέσεις θύτη και θύματος και απευθύνεται σε όλες τις γυναίκες παραδειγματικά. Η δολοφονία γυναικών είναι η άκρη του βίαιου νήματος που συνδέει τις γυναίκες με τα κορίτσια από την παιδική τους ηλικία, από τη στιγμή που καταλαβαίνουν τον εαυτό τους. Έχουμε να κάνουμε με ένα διαχρονικό, οικουμενικό και επαναλαμβανόμενο εγκληματικό φαινόμενο που υλοποιεί με το πιο οδυνηρό μισογυνικό τρόπο την κυριαρχία των αντρών πάνω στις γυναίκες.

Τι θέλουμε λοιπόν από τον νόμο όσες απαιτούμε τη συμπερίληψη του εγκλήματος της γυναικοκτονίας στον ποινικό κώδικα; Νομίζουμε ότι μπορεί ο νόμος να επιλύσει το ζήτημα; Δεν έχουμε αυταπάτες. Η έμφυλη βία είναι θεμέλιο της πατριαρχίας, συγκροτητική των σχέσεων κυριαρχίας ανάμεσα στα φύλα που διαπερνούν το σύνολο της ζωής των ανθρώπων, τη λεγόμενη ιδιωτική και δημόσια σφαίρα, την πολιτική, την οικονομία, την κουλτούρα, τον πολιτισμό, την εκπαίδευση. Ο σεξισμός ως συνολική ιδεολογία υποτίμησης των γυναικών, ελαφρύς ή βαρύς, ανιχνεύεται παντού: στο λόγο μέσα από τον οποίο σκεπτόμαστε τον κόσμο και αυτοπροσδιοριζόμαστε σ’ αυτό, στα νοήματα, στις σημασίες, στις αντιλήψεις, στις νοοτροπίες, στις στάσεις τις ατομικές και συλλογικές, στους θεσμούς.

Γι’ αυτό και ο αγώνας κατά της έμφυλης βίας είναι αγώνας καθολικός κατά της έμφυλης διάκρισης που υπάρχει παντού και πολλαπλασιάζεται όταν διασταυρώνεται με άλλες διακρίσεις φυλής, τάξης, θρησκείας, εθνότητας, σεξουαλικού προσανατολισμού, αναπηρίας. Τί θέλουμε τότε από το νόμο; Και τα καταφύγια υποδοχής κακοποιημένων γυναικών δεν λύνουν το ζήτημα. Μήπως δεν πρέπει να τα ζητάμε παρόλο που προσφέρουν στέγη σε όσες τολμούν να δραπετεύσουν από τον κακοποιητή τους και ενδεχόμενο δολοφόνο τους; Και τα συμβουλευτικά κέντρα δεν λύνουν το πρόβλημα αλλά είναι ο χώρος που μπορούν να καταφύγουν οι γυναίκες κυρίως όσες δεν έχουν τα ίδια μέσα. Και η αστυνομία δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα αλλά ζητάμε μια αστυνομία που έχει τα μάτια και τα αυτιά ανοικτά για την έμφυλη βία και δεν επιστρέφει τις γυναίκες στα σπίτια τους για να μην χαλάσει ο γάμος τους.

Ούτε χασκογελάει όταν οι γυναίκες απευθύνονται για να καταγγείλουν εκεί τον κακοποιητή τους. Και η τηλεόραση δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα αλλά ζητάμε από το ΕΣΡ να επεμβαίνει κατασταλτικά στον ακραίο σεξισμό που εκπέμπεται από την τηλεόραση. Τίποτα από μόνο του δεν λύνει το ζήτημα αλλά αποτελούν ψηφίδες που χωρίς αυτές η ζωή των γυναικών είναι χειρότερη και οι κίνδυνοι περισσότεροι. Δεν έχουμε λοιπόν αυταπάτες. Δεν μπορούμε ωστόσο να επιτρέψουμε στην έμφυλη βία να γίνει θεσμική μέσα από την αποσιώπηση του χαρακτήρα της και την απουσία πολιτικών για την πρόληψη και την αντιμετώπισή της. Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε στο κράτος δικαίου να είναι τόσο άδικο για τις γυναίκες πολίτες του. Φανταστείτε μια πολιτεία που δεν αναγνωρίζει την έμφυλη βία, που λέει στις πολίτες της που κινδυνεύουν ότι η έννοια του ανθρώπου είναι οικουμενική ότι οι γυναίκες είναι άνθρωποι όπως οι άντρες, που ισχυρίζεται ότι η βία είναι βία χωρίς έμφυλο πρόσημο και το κράτος δικαίου την αντιμετωπίζει εξ ίσου για όλους τους πολίτες.

Το ίδιο περίπου ισχυρίζεται μέρος της νομικής επιστήμης για να μην αναγνωρισθεί ποινικά η γυναικοκτονία και να μείνει κρυμμένη κάτω από την ομπρέλα της ανθρωποκτονίας. Και δεν με ενδιαφέρουν τόσο οι νομικοί της Δεξιάς, για τους Αριστερούς νοιάζομαι. Θέλουμε η δικαιοσύνη να δει την κοινωνική πραγματικότητα που κραυγάζει και να αναλάβει το μερίδιο της ευθύνης της. Να αναγνωρίσει τη γυναικοκτονία και να τιμωρήσει τους γυναικοκτόνους όπως ταιριάζει σε ένα κράτος δικαίου που δεν θέλει πια να κάνει τα στραβά μάτια. Η απαίτηση της τιμωρίας των γυναικοκτόνων δεν σημαίνει επαναφορά της θανατικής ποινής. Όλοι οι προοδευτικοί πολίτες είμαστε κατά της θανατικής ποινής.

Και δεν αποσκοπούμε στην επιβάρυνση των ήδη υπαρχόντων ποινών. Η μη αναγνώριση των ελαφρυντικών που συνήθως αναγνωρίζονται στους γυναικοκτόνους καθώς πολλές φορές είναι πολίτες που ενώ κακοποιούν τις συντρόφους τους συστηματικά δεν έχουν πάρε δώσε με τη δικαιοσύνη, η θεώρηση της γυναικοκτονίας ως κατάληξη μιας χρόνιας κακοποιητικής σχέσης αφού στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων περί αυτού πρόκειται, η αναγνώριση μια ειδικής επιβαρυντικής για το θύτη περίπτωσης είναι μια θεσμική διόρθωση για την απόδοση δικαιοσύνης στα θύματα.

Μήπως όμως υιοθετώντας τον όρο ο νόμος κάνει διάκριση υπέρ των γυναικών ενώ ο νόμος οφείλει να είναι αμερόληπτος; Μήπως θεωρεί ότι η αξία της ζωής των γυναικών είναι μεγαλύτερη από αυτήν των αντρών; Εδώ είναι η πλήρης αντιστροφή της πραγματικότητας. Στην περίπτωση της έμφυλης βίας όχι μόνον δεν λαμβάνεται υπόψη η οπτική του θύματος αλλά τα έμφυλα εγκλήματα είναι τα μόνα για τα οποία τα θύματα, αν επιζήσουν, πρέπει να αποδείξουν στην κοινωνία, στην αστυνομία και στη Δικαιοσύνη ότι δεν τα προκάλεσαν. Το θύμα αν επιζήσει βιάζεται πολλαπλά από την αναπαράσταση του αδικήματος και τα σχόλια που το συνοδεύουν.

Στην περίπτωση της γυναικοκτονίας διασύρεται από τα ΜΜΕ μέσω προκλητικών φωτογραφιών που ενδεχομένως σε άσχετο χρόνο είχε αναρτήσει στο facebook ή στο Instagram. Γνωρίζουμε πολύ καλά νομίζω πόσο η ιδεολογία του «τά ‘θελε και τά ‘παθε» είναι δημοφιλής ακόμα και στις μέρες μας και ότι ακόμα και σήμερα που η κοινωνία μοιάζει να έχει ευαισθητοποιηθεί περισσότερο για την έμφυλη βία υπάρχουν πολίτες που υπερασπίζονται τους δράστες ή και σχετικοποιούν τη συμπεριφορά τους. Υπάρχει μια συνολική κουλτούρα ανοχής που λειτουργεί ενθαρρυντικά για τις γυναικοκτονίες. Και ταυτόχρονα μια γενική πατριαρχική κουλτούρα που θεωρεί ότι οι γυναίκες, το σώμα των γυναικών ανήκει στους άντρες. Και δεν μπορεί η δικαιοσύνη να μένει ανεπηρέαστη από την κουλτούρα αυτή.

Μέρος της κοινωνίας είναι οι δικαστές που δικάζουν. Για να μην πάμε στην ιστορία των έμφυλων αυτών εγκλημάτων. Όταν τα δικαστήρια συσσώρευαν τα ελαφρυντικά για τους γυναικοκτόνους των εγκλημάτων τιμής ή πάθους. Δεν πρόκειται λοιπόν για μεροληψία του νόμου απέναντι στο θύμα αλλά για ακριβώς το αντίθετο. Αυτό που ισχύει είναι η προδιάθεση ατιμωρησίας και πρακτική αποσιώπησης του συστηματικού, επαναλαμβανόμενου χαρακτήρα τους εγκλήματος που έχει ως αποτέλεσμα τον εκφοβισμό και τη συμμόρφωση μιας μεγάλης κοινωνικής κατηγορίας πολιτών, των γυναικών, η έμφυλη μεροληψία υπέρ του δράστη. Και χρειάζεται συχνά, όπως χρειάστηκε στην περίπτωση της Χρυσής Αυγής, μεγάλη κινητοποίηση για να κάνουν τα δικαστήρια τη δουλειά τους και να αποδοθεί δικαιοσύνη στα θύματα της έμφυλης βίας.

Οι νομικής έμπνευσης ενστάσεις για την ουδετερότητα του όρου και συνεπώς του νόμου, πιστέψτε με, δεν βοηθάνε. Τα έμφυλα εγκλήματα δεν είναι μια περίπτωση. Κραυγάζει η πραγματικότητα γύρω μας. Η Αριστερά διαθέτει έγκριτους νομικούς που καλούνται να στηρίξουν ένα αίτημα που λειτουργεί διορθωτικά για τη δικαιοσύνη και το κράτος δικαίου. Η διεθνής κοινότητα σοκαρισμένη από τις καθημερινές αποκαλύψεις του μίσους κατά των γυναικών που φθάνει στη δολοφονία τους κινείται στην ίδια λογικήv . Να πιέσουμε την κυβέρνηση της Ν.Δ. να αποδεχθεί την ποινική αναγνώριση της γυναικοκτονίας και να μην της προσφέρουμε επιχειρήματα για την απόρριψή της. Και η ποινική αναγνώριση της γυναικοκτονίας είναι άλλη μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη Δεξιά και στην Αριστεράvi.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι