Οι συμβολικοί πόλεμοι προηγούνται των πραγματικών πολέμων

Μαρία Ρεπούση, Τα Νέα, 19/03/2022

Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και ο πόλεμος που την ακολούθησε επιβάλλουν στους ευρωπαίους πολίτες να πάρουμε ξεκάθαρη θέση. Η θέση αυτή δεν μπορεί κατά την άποψή μου να είναι άλλη από την υπεράσπιση του διεθνούς δικαίου και την ξεκάθαρη καταδίκη της ρωσικής εισβολής. Είμαστε με την Ουκρανία, με την υπεράσπιση της ανεξαρτησίας της, είμαστε με τους Ουκρανούς και τις Ουκρανές που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους για να σωθούν από τη λαίλαπα του πολέμου και με όσους και όσες αποφάσισαν να μείνουν στον τόπο τους για να πολεμήσουν τους ρώσους εισβολείς. Και χωρίς να ξεχνάμε άλλες που προηγήθηκαν, η εισβολή αυτή όπως κάθε εισβολή δεν συμψηφίζεται με προηγούμενες. Είναι εισβολή χωρίς αστερίσκους.

Το αίτημα για την άμεση αποχώρηση του ρωσικού στρατού οφείλει συνεπώς να είναι καθολικό για όλον τον πολιτισμένο κόσμο. Η Ρωσία του Πούτιν είναι επίσης υποχρεωμένη να αποζημιώσει τη χώρα αυτή για τις ζημιές που της προκάλεσε. Και η Ευρώπη οφείλει να πρωταγωνιστήσει στην επίλυση του προβλήματος που έσκασε στην αυλή της και να μη σύρεται πίσω από το ΝΑΤΟ, υποθηκεύοντας την προοπτική της εξέλιξής της σε μια ανεξάρτητη δυνατή ενωμένη Ευρώπη. Από κει και πέρα οφείλουμε να σκεφθούμε πώς φθάσαμε έως εδώ και να αναλογιστούμε τις ενδεχόμενες ευθύνες που υπάρχουν και τροφοδότησαν την κρίση και τον πόλεμο. Και γιʼ αυτό χρειαζόμαστε την ιστορία. Για να μπορέσουμε να διαβάσουμε και να κατανοήσουμε την κρίση πρέπει να ανατρέξουμε και στις συνθήκες που επικράτησαν με τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης και την ανεξαρτητοποίηση των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών. Η σοβιετική κατάρρευση άνοιξε τον ασκό του Αιόλου για τις σχέσεις ανάμεσα σε πληθυσμούς με διαφορετική γλώσσα και ταυτότητα που συνυπήρχαν για χρόνια στον κομμουνιστικό κόσμο. Τα νέα μετακομμουνιστικά καθεστώτα αισθάνονταν απειλημένα από την εθνοτική ποικιλία των πολιτών τους και επιδόθηκαν σε πολιτικές πλήρους εθνικοποίησης της γλώσσας, των θεσμών και του κράτους. Καθρέφτης αυτών των πολιτικών ήταν τα βιβλία της ιστορίας που πήραν τη θέση των σοβιετικών. Tον homo sovieticus αντικατέστησε ο Ουκρανός, ο Λετονός, ο Γεωργιανός, κ.λπ. Τον ιστορικό υλισμό της σοβιετικής περιόδου αντικατέστησε η εθνικιστική αφήγηση που έθετε εκτός εθνικής ιστορίας τις εθνότητες που δεν ανήκαν στην κυρίαρχη εθνική ομάδα και τις χρωμάτιζε αρνητικά ή και εχθρικά. Η αναφορά στη μακρά συνύπαρξη και την κοινή ιστορία θεωρήθηκε εθνική μειοδοσία και έδωσε τη θέση της σε μύθους, στερεότυπα και προκαταλήψεις που τροφοδοτούσαν αρνητικά συναισθήματα σε πληθυσμούς που όφειλαν να μοιραστούν την ίδια πατρίδα. Το ίδιο αφήγημα με τα ίδια νοήματα εκπορευόταν και από τη δημόσια ιστορία και τους τόπους της μνήμης μέσα από τους οποίους οι πολίτες νοηματοδοτούσαν το παρελθόν. Ο μετακομμουνιστικός κόσμος άλλαξε τα ονόματα των δρόμων, πέταξε τα παλιά αγάλματα, άλλαξε τις επετείους και κάθε μνεία του παρελθόντος που δεν παρέπεμπε σε ένα εθνικό παρελθόν. Σύμφωνα με αυτό το εθνικοποιημένο παρελθόν, οι Ρώσοι ήταν εισβολείς και η σοβιετική περίοδος ήταν κατοχή. Οι Ρωσόφωνοι που μιλούσαν τα ρωσικά ως μητρική γλώσσα (σε αυτούς θα αναφερόμαστε στο εξής με τον όρο Ρωσόφωνοι και όχι στους ρωσόφωνους που μιλούν ρωσικά από επιλογή) έπρεπε να αισθάνονται ξένοι στο έδαφος που θεωρούσαν πατρίδα τους. Η κυρίαρχη εθνική αφήγηση έθετε έτσι σοβαρά ζητήματα που αφορούσε το ίδιο το στάτους των πολιτών που κυμαίνονταν για παράδειγμα στην Ουκρανία στο 22% του πληθυσμού. Αν πράγματι ήταν εισβολείς και κατακτητές, τότε ποιος ο λόγος να έχουν δικά τους σχολεία όπως όριζαν οι συνθήκες ή να διδάσκονται τη γλώσσα τους ή να διδάσκονται μια άλλη εκδοχή της ιστορίας που δεν ήταν εθνικά ορθή; Ποιος ο λόγος ακόμα να παραμένουν σε μια χώρα που είχε απελευθερωθεί;

Στη Γεωργία πολύ πριν τον πόλεμο του 2008, υπήρχαν καθολικά αντίπαλες αφηγήσεις για το εθνικό παρελθόν που φρόντισαν να μη μείνει ο πόλεμος στο συμβολικό επίπεδο. Στη Λετονία, Λετονοί και Ρωσόφωνοι Λετονοί διχάζονται ανάμεσα σε δύο αντίπαλες αφηγήσεις για την είσοδο του σοβιετικού στρατού στη Λετονία το 1940 και τον χαρακτήρα της περιόδου 1940-1990. Στην Ουκρανία, στην οποία όταν ανεξαρτητοποιήθηκε το 1991 ζούσαν πάνω από 100 εθνότητες, οποιαδήποτε απόπειρα ένταξης στο εθνικό αφήγημα των ιστορικών εθνικών μειονοτήτων όπως για παράδειγμα ήταν οι Ρώσοι, οι Πολωνοί και οι Εβραίοι συναντούσε την έντονη αντίδραση στο όνομα του ουκρανικού έθνους και προκαλούσε συμβολικούς πολέμους ταυτοτήτων. Πώς να ζήσει αρμονικά αυτός ο κόσμος; Πώς να ζήσουν τα 8.334.000 Ρωσόφωνοι στην Ουκρανία - σύμφωνα με την ουκρανική απογραφή του 2001- όταν αντιμετωπίζονται ως εχθροί του ουκρανικού έθνους; Οι Jeff Chinn και Robert Kaiser στο εμβληματικό τους βιβλίο «Russians as the New Minority» περιγράφουν τη δραματική κατάρρευση του στάτους που αντιμετώπισαν οι Ρωσόφωνοι πληθυσμοί εκτός Ρωσίας μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης. Η αντίσταση που πρόβαλαν και συνεχίζουν να προβάλλουν δεν είναι ανεξάρτητη με την παραπάνω εκτίμηση ούτε και με την αυτοεικόνα τους. Η Anna Fournier (i) στο κείμενό της υποστηρίζει ότι οι Ρωσόφωνοι εκτός Ρωσικής Ομοσπονδίας δεν βλέπουν τον εαυτό τους ως εθνική μειονότητα αλλά ως μια μεγάλη ομάδα η οποία απειλείται πολιτικά, εθνικά, γλωσσικά και πολιτισμικά με αποκλεισμό από τον ίδιο της τον τόπο. Η μετακίνηση των Ρώσων στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες την περίοδο της Σοβιετικής Ενωσης δεν ήταν γιʼ αυτούς μια εξωτερική μετανάστευση αλλά μια εσωτερική μετακίνηση σε έναν ενιαίο εδαφικά χώρο όπως ήταν περίπου για τους ελληνόφωνους νησιώτες η μετακίνηση στα παράλια της Μικράς Ασίας την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Δεν επρόκειτο επίσης για διασπορά που κρατάει ζωντανή τη μνήμη της πατρίδας και την επιθυμία της επιστροφής. Στην περίπτωση της Ουκρανίας εξάλλου, σε αντίθεση με την Κεντρική Ασία και τον Καύκασο, η παρουσία των Ρώσων δεν οφειλόταν μόνο στην εσωτερική αυτή μετακίνηση αλλά ήταν μια πολύ παλιά υπόθεση που αναγόταν στον 10ο αιώνα. Είχαν λοιπόν και ιστορικές ρίζες. Γιʼ αυτό ενδεχομένως μετά την ανεξαρτητοποίηση της Ουκρανίας το 1991 ένα πολύ μικρό ποσοστό Ρωσόφωνων επέστρεψε στη Ρωσία.

Σύμφωνα μάλιστα με έρευνα που διενεργήθηκε στην Ουκρανία το 1990-1991, το 75% των Ρωσόφωνων ερωτηθέντων δεν αυτοπροσδιορίζονταν με αναφορά το ρωσικό έθνος (ii). Μια αντίστοιχη σημερινή έρευνα, μετά την επιχείρηση ουκρανοποίησής τους με όρους αποκλεισμού, είναι βέβαιο ότι δεν θα έδινε το ίδιο αποτέλεσμα. Οι Ρωσόφωνοι πληθυσμοί με μητρική γλώσσα τα ρωσικά και όχι τα ουκρανικά, απειλημένοι από την εθνικοποίηση της Ουκρανίας, διαμόρφωσαν σταδιακά μια κοινή ταυτότητα που δεν περιλαμβάνει μόνο μια κοινή γλώσσα αλλά και μια κοινή κουλτούρα και που έπρεπε να υπερασπιστούν απέναντι στην επιχειρούμενη όπως την αποκαλούσαν ρευστοποίησή της. Δεν κατανοούσαν εξάλλου πολύ καλά γιατί η εθνικοποίηση της Ουκρανίας έπρεπε να επιτευχθεί μέσα από τη ρευστοποίηση της δικής τους ταυτότητας. Θεωρούσαν ότι οι πολιτισμικοί δεσμοί ανάμεσα στην Ουκρανία και στη Ρωσία ήταν τόσο στενοί που ο ρωσισμός θα έπρεπε να είναι συμπληρωματικός και όχι αντίπαλος στη διαμόρφωση της ουκρανικής εθνικής ταυτότητας.

Από την άλλη μεριά, ακριβώς επειδή η Ουκρανία και η Ρωσία είχαν στενούς ιστορικούς και πολιτισμικούς δεσμούς, η ουκρανοποίηση ακολούθησε τον δρόμο αφενός της ανάδειξης των ιδιαίτερων ουκρανικών χαρακτηριστικών όπως η ουκρανική γλώσσα και αφετέρου της διαφοροποίησής της απέναντι σε έναν Αλλο που ήταν ο Ρώσος και οι Ρωσόφωνοι. Η διαδικασία της ουκρανικής εθνογένεσης επιτελέστηκε μέσα από τη λήψη όλο και μεγαλύτερων αποστάσεων και αντιπαραθέσεων με τους Ρωσόφωνους Ουκρανούς που εκ των πραγμάτων αμφισβητούσαν το κυρίαρχο σχήμα της ουκρανοποίησης.

Από εκεί και πέρα, μύρια ακολούθησαν και προφανώς στα προβλήματα της συμβίωσης των Ουκρανών επένδυσαν πολλοί παίκτες. Και φθάσαμε στην κρίση του 2014, την αυτονόμηση του Ντονέτσκ και του Λουχάνσκ και την προσάρτηση της Κριμαίας. Και από εκεί στη ρωσική εισβολή και στον πόλεμο.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι