Το πρόταγμα για μια δημιουργική προνοητικότητα

Τάσος Γιαννίτσης, Σταύρος Θωμαδάκης, Η Καθημερινή, 18/04/2022

Ο 21ος αιώνας αναδεικνύεται σε αιώνα επάλληλων μεγάλων κρίσεων, με παγκόσμιες επιπτώσεις. Στις γνωστές απειλές (πληθωρισμός, νομισματικές αστάθειες, στρατιωτικοί και εμπορικοί πόλεμοι, ενεργειακές κρίσεις) έχουν προστεθεί παράγοντες, όπως οι δυσανάλογες φυσικές καταστροφές, οι πανδημίες, οι τεχνολογικές ανατροπές (disruptions)

Ο 21ος αιώνας αναδεικνύεται σε αιώνα επάλληλων μεγάλων κρίσεων, με παγκόσμιες επιπτώσεις. Στις γνωστές απειλές (πληθωρισμός, νομισματικές αστάθειες, στρατιωτικοί και εμπορικοί πόλεμοι, ενεργειακές κρίσεις) έχουν προστεθεί παράγοντες, όπως οι δυσανάλογες φυσικές καταστροφές, οι πανδημίες, οι τεχνολογικές ανατροπές (disruptions). Η καταστροφική πολεμική κρίση στην Ουκρανία, εκτός από την τραγική ανθρώπινη, πολιτισμική και διεθνοπολιτική της διάσταση, προκαλεί νέα ρήγματα στην παγκόσμια ισορροπία και αδόκητους κινδύνους ενεργειακούς, επισιτιστικούς και νομισματικούς. Η παράλληλη ανάδειξη πολλών και μεγάλων κινδύνων απομακρύνει ακόμη περισσότερο, ιδίως τις πιο αδύναμες κοινωνίες, από συνθήκες ομαλότητας.

Η εξελισσόμενη κλιματική κρίση, που απειλεί το υπέρτατο «δημόσιο αγαθό» –το πλανητικό περιβάλλον του ανθρώπου–, υπερκαλύπτει τους κινδύνους και τα αποτελέσματα όλων των κρίσεων. Ξεχωρίζει διότι: Πρώτον, τα αποτελέσματά της είναι «συστημικά» για τον πλανήτη, δεν διακρίνουν εθνικά σύνορα, και δεν θεραπεύονται με μοναχικές δράσεις των «μεγάλων δυνάμεων» του πλανήτη. Δεύτερον, ως φαινόμενο, απουσιάζει από τη συλλογική μνήμη και εμπειρίες της ανθρωπότητας, είναι «νεωτερική». Τρίτον, λειτουργεί σωρευτικά, χωρίς κυκλικές υφέσεις. Τέταρτον, παράγει αποτελέσματα σε πλανητικό και εθνικό επίπεδο, έντονα αισθητά σε όλο και περισσότερες περιοχές.

Το προγραμματικό ζητούμενο στην κλιματική κρίση περιλαμβάνει την καταστολή των αιτίων που την προκαλούν, αλλά και τη δημιουργία δομών και μηχανισμών προστασίας από τις εξειδικευμένες επιπτώσεις της σε κάθε περιοχή. Η ανταπόκριση στον πρώτο κίνδυνο απαιτεί μια εφαρμόσιμη παγκόσμια συνθήκη με σύστημα διακρατικών κινήτρων για μείωση των ατμοσφαιρικών ρύπων. Η αντιμετώπιση του δεύτερου κινδύνου ανάγεται στη μερικότερη ευθύνη των εθνικών κρατικών εξουσιών. Και τα δύο επιβάλλουν νέες μορφές κοινής δράσης σε παγκόσμιο, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο. Μάλιστα, για μικρά κράτη, όπως π.χ. στην περίπτωση Ανατολικής Μεσογείου και Βαλκανικής, που διαχειρίζονται κοινό γεωγραφικό οικοσύστημα, η διασυνοριακή συνεργασία και ο διακρατικός συντονισμός για απορρύπανση και προστασία, είναι απαραίτητα, ώστε να υπάρχει ένα, έστω ελάχιστο, αλλά κρίσιμο, αποτέλεσμα.

Θα ήταν λάθος να ισχυριστεί κανείς ότι γνωρίζουμε επαρκώς τις βαθύτερες διασυνδέσεις των άλλων κρίσεων με την έρπουσα κλιματική επιδείνωση. Κατανοούμε, όμως, ότι όλες μαζί επαναπροσδιορίζουν ταχύτατα τον ρόλο των κρατών και μεταφέρουν μεγάλους τομείς ευθύνης και δράσης από τις «δυνάμεις αγοράς» στη «δημόσια παρέμβαση». Στην ουσία, αναδεικνύεται με πολύ αδρό τρόπο μια νέα έκφανση του κράτους, πέρα από τη «κεϋνσιανή» αντίληψη της οικονομικής σταθεροποίησης: ο ρόλος του κράτους ως ασφαλιστή-επενδυτή. Αυτό σημαίνει αναζήτηση νέων συνθηκών και πρακτικών διακυβέρνησης σε εθνικό ή και διασυνοριακό επίπεδο. Αν σε ένα τόσο διαφορετικό περιβάλλον, θέλουμε να διασφαλιστούν, έστω σε κάποιο βαθμό, οι αξίες μας και οι θεμελιακοί στόχοι των κοινωνιών μας, τότε οι πολιτικές προτεραιότητες και τα εργαλεία πολιτικής που εξέθρεψαν τους κινδύνους αυτούς πρέπει να αλλάξουν ή και να ανατραπούν.

Οι όροι «κίνδυνος», «ρίσκο», «απειλή» συχνά ξεγελούν. Αφήνουν την εντύπωση ότι ανάγονται στο μέλλον και ότι «υπάρχει χρόνος» αντιμετώπισης. Η θεώρηση αυτή τελείωσε. Οι συνέπειες επιβαρύνουν ήδη το παρόν, συχνά με οδυνηρή μορφή. Βιώσαμε την ψευδαίσθηση για το πώς πολλά προβλήματα, που για πολλά χρόνια τα συζητήσαμε ως «μελλοντικά», έγιναν πραγματικότητα. Η γήρανση του πληθυσμού στην Ελλάδα, η υπερχρέωση, τα αδιέξοδα του ασφαλιστικού συστήματος, η αδιαφορία για την αυριανή μέρα σωρεύουν πολλαπλές αρνητικές οικονομικές και πολιτικές συνέπειες, ακριβώς τούτη την εποχή των διεθνών κρίσεων. Αναμφίβολα, οι νέοι μακροσκοπικοί κίνδυνοι έχουν διαφορετικά αποτελέσματα σε διαφορετικά οικονομικά και κοινωνικά περιβάλλοντα. Την κρίσιμη διαφορά κάνουν δύο στοιχεία: α) αν μια χώρα κινείται σε τροχιά εσωστρεφούς αυταρέσκειας και αδράνειας ή αν μπορεί να διακρίνει έγκαιρα νέες μορφές και συνδυασμούς απειλών και να ενεργοποιήσει πολιτικές αντιμετώπισης, και β) με τι βαρίδια, αδυναμίες και λάθη από το παρελθόν της μια χώρα έχει φτάσει στο παρόν. Σήμερα, θα αντιμετωπίζαμε τις σημερινές κρίσεις και απειλές από καλύτερη θέση, αν τα προβλήματα που έχουμε δεν είχαν προσκρούσει σε ένα ατελείωτο τείχος κοινωνικού κυνισμού, συνειδητών στρεβλώσεων και μυωπίας.

Είναι φανερό ότι οι συνεχείς ανατροπές και αβεβαιότητες οδηγούν σε κλίμα εντεινόμενης ανασφάλειας και κοινωνικού αρνητισμού. Η ανατροπή των προσδοκιών γραμμικής μεγέθυνσης και ευημερίας, που έχουν εντυπωθεί στην κουλτούρα και στις συμπεριφορές καταναλωτών, κυβερνήσεων, επιχειρήσεων και κοινωνικών ομάδων, είναι αναπόφευκτη. Οι κοινωνίες βρίσκονται αντιμέτωπες με απρόβλεπτα και, συχνά, πρωτόγνωρα προβλήματα που κάθε άλλο παρά γραμμική πρόοδο εξασφαλίζουν. Τότε, ακριβώς πρέπει να αναζητούνται συνθήκες συλλογικής ασφάλειας και σταθερότητας που επηρεάζουν το μέλλον και όχι απαντήσεις που έκλεισαν τον κύκλο τους.

Πρόσφατα, δηµοσιεύθηκε από τη Friedrich Ebert Stiftung η μελέτη «Η νέα εποχή των διαμαρτυριών». Κεντρική διαπίστωση είναι ότι τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια έχουν πολλαπλασιαστεί οι διαμαρτυρίες και οι αναστατώσεις στις δυτικές κοινωνίες, για διάφορα ζητήματα, με πολύ προβληματικές επιπτώσεις στην κοινωνική και πολιτική σταθερότητα. Στα χρόνια της κρίσης, είχαμε αντίστοιχα βιώματα και στη χώρα μας, όπως και σε άλλες χώρες. Το κρίσιμο ερώτημα είναι: έστω και αν υπάρχει κατανόηση των δυσκολιών, μπορούν μια κοινωνία, ένα κράτος να ανταποκριθούν; Θέλουν, και σε τι βαθμό;

Σε πολλές κοινωνίες εμφανίζονται μεγάλες ομάδες, ενίοτε πλειοψηφίες, που υποτιμούν ή αδυνατούν να ερμηνεύσουν σωστά τις εξελίξεις στο ευρύτερο περιβάλλον τους. Οταν κυβερνήσεις και κοινωνίες αδυνατούν να αναγνωρίσουν έγκαιρα την παράλληλη συσσώρευση απειλών και αρνούνται να ενεργήσουν προνοητικά, μπορεί αντί να αναδειχθούν σε παράγοντες λύσεων, να μετατραπούν σε δευτερογενή πηγή απειλής για τον ίδιο τους τον εαυτό. Σε μια κρίσιμη στιγμή εμφανίζονται οι «μαύροι κύκνοι». Είναι το σημείο όπου μια απειλή μετατρέπεται σε πραγματικότητα, όπου ψευδαισθήσεις καταρρέουν και όπου προκύπτουν πολιτικά και ηθικά διλήμματα: ποιος θα πληρώσει το κόστος –και το κόστος των λαθών που το προκάλεσαν– ποιος θα προστατευθεί και πώς θα «εσωτερικευθούν» στην κοινωνία οι επιπτώσεις.

Σε συνθήκες κρίσης οι επιλογές εξαρτώνται από το πολίτευμα, τους θεσμούς, τις ατομικές και συλλογικές αξίες, και αντικειμενικές δυνατότητες. Πολλές ομάδες αναζητούν έκτακτη προστασία. Η προστασία όμως έχει κόστος, πέρα από τους πόρους που μεταβιβάζονται. Αν π.χ. προστατευθεί πλήρως κάποια ομάδα από εισοδηματική διολίσθηση, με μεταβιβάσεις, αυτό σημαίνει αναγκαστικά ότι οι υπόλοιπες ομάδες –συχνά οι πιο αδύναμες– καλούνται να απορροφήσουν τόσο το κόστος, όσο και τον εξελισσόμενο κίνδυνο, λειτουργώντας ως «ασφαλιστές» της πρώτης. Ετσι όμως, οι ομάδες αυτές, αθέατα, καλούνται να υποστούν δυσανάλογες συνέπειες.

Η επέλευση κινδύνων με χρονική ανέλιξη δεν αντιμετωπίζεται μόνον με μεταβιβάσεις, αλλά, κυρίως, με προνοητικές επενδύσεις, δημόσιες και ιδιωτικές. Η ωφέλεια των επενδύσεων αυτών δεν μπορεί να μετριέται αποκλειστικά με τη χρηματική απόδοσή τους. Πρέπει να εκτιμάται η ασφάλεια που παρέχουν, τα αρνητικά αποτελέσματα που αποτρέπουν, το είδος και ο βαθμός «προστασίας» που προσφέρουν. Στις νέες συνθήκες, η έννοια της «προνοητικότητας» πρέπει να διαπεράσει την κουλτούρα της κοινωνίας –στον ιδιωτικό και δημόσιο χώρο– και να επιδράσει στη δημιουργία κοινωνικών και οικονομικών εφεδρειών και άλλων αντοχών, δηλαδή να καθορίσει το συνολικότερο πλέγμα αποταμίευσης πόρων και επένδυσης στο αύριο.

Οι ευρωπαϊκοί πόροι που θα εισρεύσουν στη χώρα επιτρέπουν να αντιμετωπίσουμε από καλύτερη θέση τις πιέσεις και, παρά το βάρος του χρέους, να ανακτήσουμε προϋποθέσεις ώστε τα επόμενα χρόνια να υπερβούμε την προβληματική περίοδο 2009-2022. Μπορούμε να προχωρήσουμε σε μια νέα πραγματικότητα, που, επιτέλους, θα εκμεταλλευθεί ευκαιρίες και θα σηματοδοτήσει με θετικό τρόπο την τρίτη εκατονταετία της νεότερης ιστορίας μας. Η βάση της προσέγγισης οφείλει να περιλάβει αποτίμηση και διαχείριση εθνικών κινδύνων και μεγιστοποίηση της προστασίας της κοινωνίας από μακροσκοπικές απειλές.

Ομως το αποτέλεσμα αυτό δεν μπορεί να θεωρείται αυτόματο από μόνη την εισροή των πόρων, ούτε δεδομένο. Χρειάζεται συνέπεια, συνέχεια και ανοικτή επικοινωνία με την κοινωνία. Αν συλλογικά δείχνουμε αδυναμία να αντιμετωπίσουμε ακόμη και προβλήματα που οι ίδιοι δημιουργήσαμε, τότε τίποτε δεν είναι δεδομένο. Πρόταγμα της εποχής και κάθε μορφής διακυβέρνησης πρέπει να γίνει η «δημιουργική προνοητικότητα», που θα δώσει νέο κοινωνικό περιεχόμενο στην προστασία και στην ανάπτυξη σε εποχές μακροσκοπικών κινδύνων. Χωρίς αυτή τη διάσταση κάθε μορφή διακυβέρνησης θα αποτυγχάνει εναλλάξ. Οταν οι αρμοί της σταθερότητας σε μια κοινωνία χαλαρώνουν, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την ενδυνάμωση ολοκληρωτικών νοοτροπιών. Αυτές ποτέ δεν είναι ούτε προοδευτικές ούτε πατριωτικές, ούτε φιλελεύθερες. Είναι αντικοινωνικές, επικίνδυνες και ανίκανες να ανταποκριθούν στη διαχείριση μακροσκοπικών κινδύνων.

Το πρόταγμα της στροφής προς μια «δημιουργική προνοητικότητα» αναδεικνύει και τη μεγαλύτερη απειλή για την ελληνικότητα, που θα είναι, επίσης, δικό μας κατασκεύασμα: την απώλεια της έννοιας της ευθύνης που οφείλουμε να έχουμε και των θυσιών που καλούμαστε να κάνουμε. Τελικώς, αναπόφευκτα, εμείς θα αποφασίσουμε αν θα αποδειχθούμε «πολύ μικροί» για την ιστορία της Ελλάδας και τη συνεκτικότητα της ελληνικής κοινωνίας, ή αν θα πετύχουμε να είμαστε εγγυητές του μέλλοντος της χώρας και των επόμενων γενεών.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι