Οι απειλές της Αγκυρας

Χρήστος Ροζάκης, Η Καθημερινή, 12/06/2022

Πρόσφατα η χρόνια αιτίαση της Τουρκίας κατά της Ελλάδας ότι στρατιωτικοποιεί παράνομα τα αποστρατιωτικοποιημένα, με βάση συμβατικά καθεστώτα, ακραία ανατολικά νησιά του Αιγαίου, έχει πάρει νέες διαστάσεις. Η Τουρκία ισχυρίζεται πλέον ότι η αποστρατιωτικοποίηση υπήρξε όρος κυριαρχίας των νησιών από την Ελλάδα, και, συνεπώς, το καθεστώς στρατιωτικοποίησής τους θέτει σε αμφιβολία την ίδια την ελληνική κυριαρχία πάνω σε αυτά. Ο κ. Τσαβούσογλου, μάλιστα, απειλεί ότι αν η Ελλάδα δεν πάρει πίσω τη στρατιωτικοποίηση, θα υπάρξουν ενέργειες που δεν κατονομάζει, στην κατεύθυνση αλλαγής της ελληνικής κυριαρχίας. Πίσω από αυτή τη ρήση υπάρχει η υπόρρητη παραδοχή ότι η κυριαρχία θα μεταβιβαστεί στο διάδοχο κράτος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, την Τουρκία, μια και το προηγούμενο καθεστώς των εν λόγω νησιών ήταν υπαγμένο σε αυτήν.

Ας δούμε, εν συντομία, ποια είναι η νομική πραγματικότητα σχετικά με τα νησιά. Για τα ελληνικά νησιά του συστήματος των Στενών (Σαμοθράκη και Λήμνος) υπήρξε χωριστή Σύμβαση, η Σύμβαση της Λωζάννης – που δεν πρέπει να συγχέεται με τη Συνθήκη ειρήνης της Λωζάννης, παρά το γεγονός ότι χρονολογικά ταυτίζονται (1923). Η Σύμβαση αυτή, στην προσπάθεια των εμπνευστών της να διατηρήσουν τα Στενά ανοιχτά στη ναυσιπλοΐα, αποστρατιωτικοποίησε τα πλησίον στα Στενά τουρκικά (Ιμβρος, Τένεδος και Λαγούσες νήσοι) και ελληνικά νησιά, προς αποφυγήν ενόπλων ενεργειών που θα μπορούσαν να σταθούν εμπόδιο στην ελευθεροπλοΐα στα Στενά, λόγω της εγγύτητας των νησιών αυτών με τα Δαρδανέλλια.

Το καθεστώς, πάντως, αυτό δεν μακροημέρευσε, καθώς οι πολιτικές συνθήκες της εποχής μεταβλήθηκαν άρδην και ο επικείμενος πόλεμος με τις δυνάμεις του Αξονα κατέστησε παρωχημένη την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών. Με πίεση από πλευράς Τουρκίας καταργήθηκε η Σύμβαση της Λωζάννης και αντικαταστάθηκε από τη Συνθήκη του Μοντρέ (1936), η οποία δεν προέβλεπε πια ρήτρες αποστρατιωτικοποίησης, κι έδινε στην Τουρκία πίσω την κυριαρχία των Στενών, διατηρώντας την ελευθερία της ναυσιπλοΐας. Το γεγονός ότι δεν υπάρχει ρητή αναφορά στρατιωτικοποίησης των ελληνικών νησιών δεν μπορεί να θεωρηθεί σημαντικό, δεδομένου ότι η Συνθήκη του Μοντρέ κατάργησε ολοκληρωτικά τη Σύμβαση της Λωζάννης και τις σχετικές διατάξεις, όπως προκύπτει από το προοίμιο της πρώτης συμφωνίας. Εξάλλου είναι και κάτι που αποδέχθηκε η ίδια η Τουρκία, διά στόματος του υπουργού των Εξωτερικών, κ. Αράς, ενώπιον της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης, στη φάση κύρωσης της Συνθήκης του Μοντρέ.

Σχετικά µε την αποστρατιωτικοποίηση των κεντρικών ακραίων ελληνικών νησιών, η Συνθήκη ειρήνης της Λωζάννης περιέχει ρήτρα αποστρατιωτικοποίησης, η οποία και προβλέπει μερική αποστρατιωτικοποίηση των νησιών. Δύο παρατηρήσεις σχετικά με αυτήν: πρώτη παρατήρηση, το καθεστώς της αποστρατιωτικοποίησης, στην περίπτωση αυτή, είναι ένα προσωρινό καθεστώς, που επιβάλλεται αμέσως μετά το τέλος των εχθροπραξιών ανάμεσα στα μέρη, και αποβλέπει στην αποφυγή επανάληψής τους, με την απουσία στρατιωτικών δυνάμεων στην κρίσιμη περιοχή. Οταν οι συνθήκες μεταβληθούν και υπάρχει πραγματική βελτίωση των σχέσεων των αντιμαχομένων, τότε το καθεστώς αυτό καταργείται. Στην περίπτωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων η βελτίωση των σχέσεων τοποθετείται στο 1930, όπου και οι επαφές γίνονται φιλικές, με την προσέγγιση των δύο ηγετών, Βενιζέλου και Κεμάλ, και τη σύναψη σχετικής συμφωνίας, που την επιβεβαιώνει πανηγυρικά. Κατά συνέπεια, η αποστρατιωτικοποίηση καταργείται τη στιγμή εκείνη και, φυσικά, δεν αναβιώνει, με τη δυσχέρανση των σχέσεων το 1974.

Δεύτερη παρατήρηση: Η κυριαρχία των ελληνικών νησιών επικυρώνεται απλά με τη Συνθήκη ειρήνης της Λωζάννης, η οποία την επισφραγίζει. Τα νησιά έχουν περιέλθει στην Ελλάδα με το τέλος των νικηφόρων πολέμων κατά της Τουρκίας το 1913, και τις αποφάσεις των δυνάμεων που ακολουθούν. Σε κάθε περίπτωση, όπως αναφέρεται και στη σχετική επιστολή της ελληνικής αντιπροσωπείας στον ΟΗΕ, η Συνθήκη ειρήνης, όσον αφορά το εδαφικό καθεστώς, είναι αντικειμενική, δηλ. δημιουργεί μια αντικειμενική κατάσταση που πηγαίνει πολύ πέραν από τον χρόνο λειτουργίας της και εγκαθιδρύει μια κατάσταση έναντι όλων. Και σε κάθε περίπτωση, αν οι εμπνευστές της ήθελαν να θέσουν όρους κυριαρχίας θα έπρεπε ρητά να το τονίσουν στο κείμενο της Συνθήκης. Περιορισμοί κυριαρχίας δεν νοούνται υπόρρητα. Κατά συνέπεια, η αποστρατιωτικοποίηση της Λωζάννης αποτελεί παρωχημένο καθεστώς, και η στρατιωτικοποίηση των νησιών είναι αποτέλεσμα της άμεσης απειλής που αυτά δέχονται από την ύπαρξη της 4ης τουρκικής στρατιάς, που στρατοπεδεύει στις απέναντι από αυτά ακτές.

Τέλος, η Συνθήκη των Παρισίων (1947), που επιστρέφει την κυριαρχία των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα, περιέχει ρήτρα αποστρατιωτικοποίησης, την οποία, όμως, δεν είναι δυνατόν να επικαλεστεί η Τουρκία, παρά τον αντικειμενικό χαρακτήρα αυτής της Συμφωνίας, διότι δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος. Η Συνθήκη αποτελεί res inter alios acta για την Τουρκία, και κατά συνέπεια δεν είναι δυνατόν να την επικαλείται νομίμως.

Σχετικά τώρα με την απειλή του κ. Τσαβούσογλου ότι θα υπάρξουν μέτρα κατά της δήθεν ελληνικής παρανομίας. Ποια είναι αυτά τα μέτρα. Πιθανόν ο κ. Τσαβούσογλου να υπονοεί ότι θα φέρει το θέμα ενώπιον των υπολοίπων μερών της Συνθήκης της Λωζάννης ή των διαδόχων τους, ούτως ώστε να τους πείσει να λάβουν θέση απέναντι στη δήθεν παρανομία και να τερματίσουν τη Συνθήκη, ως αποτέλεσμα παραβίασής της. Σύμφωνα με το Δίκαιο των Συνθηκών, και συγκεκριμένα τη Σύμβαση για το Δίκαιο των Συνθηκών (1969) μια σημαντική παραβίαση μιας πολυμερούς συνθήκης από ένα από τα μέρη της επιτρέπει στα μέρη να την επικαλεστούν και να αναστείλουν τη λειτουργία της, μεταξύ αυτών και του μέρους που την έχει παραβιάσει (άρθρο 60). Αλλά πρώτα πρέπει όλα τα συμβαλλόμενα μέρη να συμφωνήσουν για την παραβίαση και, δεύτερον, να προβούν στη λήψη μέτρων κατά της Ελλάδας. Αλλά όπως προαναφέραμε, η Συνθήκη της Λωζάννης δημιουργεί ένα αντικειμενικό καθεστώς κυριαρχίας, που δεν ανατρέπεται, ακόμη κι αν αυτή καταργηθεί ή ανασταλούν οι σχετικές διατάξεις. Δεν είμαστε ακόμη εκεί και δεν πρόκειται να υπάρξει τέτοιου είδους κύρωση εις βάρος της χώρας μας, γιατί απλούστατα τα μέρη θα διαπιστώσουν το πόσο έωλα είναι τα επιχειρήματα της Τουρκίας.

Εν κατακλείδι, λοιπόν, πιστεύω ότι τα επιχειρήματα της Τουρκίας δεν έχουν καμία απολύτως βαρύτητα, και θα εξαφανιστούν με την πάροδο του χρόνου. Θα πρέπει, πάντως, να είμαστε προσεκτικοί γιατί ο κ. Ερντογάν δεν αποκλείεται να προβεί σε μονομερείς ενέργειες εις βάρος της χώρας μας, με την προοπτική να αλλάξει τον ρου της Ιστορίας σε προεκλογική περίοδο, που διαφαίνεται ιδιαίτερα σκληρή γι’ αυτόν και που μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια της εξουσίας του. Με πρόσχημα τα όσα έχουν λεχθεί από τον ίδιον και τους υπουργούς του, μπορεί να επιχειρήσει μια κατάληψη ελληνικού νησιού, ή ακόμη πιθανότερο, με προκλήσεις να υποχρεώσει τη χώρα σε απάντηση σε αυτές, που μπορεί να γενικεύσουν τη ρήξη, με απρόβλεπτες συνέπειες εις βάρος και των δύο μερών.

* Ο κ. Χρήστος Ροζάκης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Θέμα επικαιρότητας:
Τουρκία

Σύνολο: 137 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι