Η απατηλή γοητεία των γκάλοπ

Πάσχος Μανδραβέλης, Απογευματινή, 05/05/2004

Αν γινόταν σήμερα μια δημοσκόπηση με το ερώτημα «θέλετε να καταργηθεί ο θάνατος;» 95% και πλέον των πολιτών θα απαντούσε «σίγουρα ναι». Αρκεί όμως αυτή η ομοθυμία του εκλογικού σώματος για να αποτελέσει στόχο πολιτικής η αιώνια ζωή; Φυσικά όχι, διότι ο θάνατος δεν μπορεί να καταργηθεί άσχετα αν είναι τρομαχτικά αντιδημοφιλής.

Το παραπάνω ερώτημα είναι σκόπιμα προβοκατόρικο. Δεν πρόκειται ποτέ να μπει σε γκάλοπ. Καθημερινά, όμως, τίθενται από δημοσκόπους αντίστοιχα (σε απλοϊκότητα) ερωτήματα και οι απαντήσεις τους φιλοδοξούν να αποτελέσουν οδηγό πολιτικής. Ερωτήματα του στιλ «Πρέπει να προσληφθούν όλοι οι συμβασιούχοι στο δημόσιο;», ή «πρέπει το κράτος να αυξήσει τις δαπάνες στην υγεία, παιδεία κ.λ.π.;» φυσικά θα τύχουν ομόθυμης θετικής απάντησης. (Με δεδομένη την κρατικολαγνεία του ελληνικού λαού δεν πρέπει να εκπλαγούμε αν η κατάργηση του θανάτου συγκεντρώσει μικρότερο ποσοστό από ένα ερώτημα «θέλετε να προσληφθούν όλοι στο Δημόσιο;»).

Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα. Τα εξίσου απλοϊκά με την κατάργηση του θανάτου ερωτήματα μπαίνουν στις δημοσκοπήσεις και οι απαντήσεις μεταμορφώνονται σε κοινωνική πίεση για να καταλήξουν εφηρμοσμένη πολιτική. Τα γκάλοπ έχουν κάτι από την αύρα της Άμεσης Δημοκρατίας («φωνή λαού...») και ουδείς αποτολμά να αναρωτηθεί αν αποτελούν τον καλύτερο οδηγό για την λήψη πολιτικών αποφάσεων.

Σε ένα μακροσκελές άρθρο και υπό τον προκλητικό τίτλο «Γιατί οι κυβερνήτες πρέπει να αδιαφορούν για τις δημοσκοπήσεις», ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Ιλινόις Ρόμπερτ Γουάισενμπεργκ αναφέρει τέσσερις λόγους για τους οποίους τα γκάλοπ είναι άχρηστα στην χάραξη πολιτικής («Why Policymakers Should Ignore Public Opinion Polls», CATO Policy Ananlysis 402). «Οι επιλογές ενός πολιτικού και οι απαντήσεις των δημοσκοπήσεων ζουν σε διαφορετικούς κόσμους», γράφει. «Η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού και σπάνια είναι εφικτές οι καλύτερες ή οι δεύτερες καλύτερες λύσεις... Δυστυχώς, ακόμη και οι καλύτερες από τεχνικής άποψης δημοσκοπήσεις, απαγορεύουν στον ερωτώμενο να «γίνει πολιτικός» και να βολευτεί με μια μη ιδανική επιλογή...» Πάντα θα διαλέξει το ιδανικό. Έτσι, στην καλύτερη των περιπτώσεων οι δημοσκοπήσεις αποκαλύπτουν τον κόσμο των ιδεατών επιλογών.

Αυτό που αποκρύπτουν όμως οι δημοσκοπήσεις είναι το κόστος που αναγκαστικά συνοδεύει κάθε επιλογή. Για παράδειγμα: μεγαλύτερες κοινωνικές δαπάνες, σημαίνει υψηλότερη φορολογία, αλλά αυτό δεν είναι ξεκάθαρο στο μυαλό όσων απαντούν στα ερωτηματολόγια. Αν για παράδειγμα ρωτήσουμε «πρέπει το κράτος να βάλει ένα αξονικό τομογράφο σε κάθε χωρίο;» η συντριπτική πλειοψηφία των ερωτηθέντων θα απαντήσει «ναι». Αν όμως μπει η υποσημείωση «και να πληρώσετε 100 ευρώ περισσότερους φόρους φέτος» η απάντηση θα διαφέρει.

«Ένα άλλο πράγμα που αποκαλύπτουν οι δημοσκοπήσεις», συνεχίζει ο καθηγητής Γουαίσενμπεργκ, «είναι η διάχυτη άγνοια των πολιτών για σύνθετα θέματα...» Αυτό είναι φυσικό: όταν δεκάδες ειδικευμένοι σε κάποιο τομέα καθηγητές πανεπιστημίου δεν μπορούν να συμφωνήσουν ποια είναι η καλύτερη δυνατή επιλογή, πως μπορούμε να βασιστούμε στην απάντηση έστω περισσότερων άλλά άσχετων πολιτών; «Δεν είναι θέμα Δημοκρατίας... αλλά ωφελείται ο τόπος όταν η πολιτική χαράσσεται από απλές επιθυμίες και ευχές, αντί να χαράσσεται μετά από ενδελεχή μελέτη όλων των δεδομένων;»

Το συμπέρασμα του καθηγητή πολιτικής επιστήμης είναι ότι οι δημοσκοπήσεις αποπλανούν τους ερωτώμενους (αφού δεν τους αποκαλύπτουν τις δύσκολες επιλογές που έχει οποίος χαράσσει πολιτική) και παραπλανούν τους πολιτικούς. «Τα γκάλοπ», γράφει, «δεν προσφέρουν αξιόλογες συμβουλές για την χάραξη της πολιτικής. Απλώς μετρούν την υπαρκτή επιθυμία του κοινού για ένα ιδανικό κόσμο που θα έχει μόνο οφέλη και όχι κόστος».

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι