Ευρωεκλογές με προγραμματισμένη αδιαφορία

Σχέδια φθοράς της πολιτικής

Νίκος Παρασκευόπουλος, Ελευθεροτυπία, 16/06/2004

Η μικρή συμμετοχή ψηφοφόρων και η αδιαφορία για τις ευρωεκλογές είχαν προαναγγελθεί. Σχεδόν, είχαν υπαγορευθεί. Το φαινόμενο επεκτάθηκε μάλιστα, αν και σε μικρότερο βαθμό, για τους γνωστούς λόγους, και στη χώρα μας.

Κυρίαρχες απόψεις και ρεύματα καταδικάζουν απερίφραστα κάθε αναγωγή των πολιτικών εξελίξεων σε αδιαφανείς παράγοντες. Θα επιχειρήσω ωστόσο να περιγράψω την αδιαφορία των ψηφοφόρων ως προϊόν ενός αδιαφανούς σχεδιασμού. Ας διαβαστεί λοιπόν το παρόν κείμενο σαν άσκηση. Ο αναγνώστης στο τέλος βαθμολογεί. Κατ’ αρχάς, η αδιάφορη στάση των Ευρωπαίων δεν είναι ανορθόδοξη: οι εξουσίες του Ευρωκοινοβουλίου (ακόμη και μετά τη Συνθήκη του Αμστερνταμ) είναι περιορισμένες σε σχέση με τις αντίστοιχες του Συμβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αλλά και των εθνικών Κοινοβουλίων. Οι εργασίες του εξάλλου μένουν συνήθως άγνωστες στο ευρύ κοινό, αφού οι τηλεοπτικές ειδήσεις ελάχιστα ασχολούνται.

Η έλλειψη ενδιαφέροντος συνδέεται όμως και με πιο διάχυτες καταστάσεις, όπως η διαρκούσα αδυναμία συγκρότησης μιας ευρωπαϊκής ταυτότητας και συνείδησης. Είναι αλήθεια ότι ακόμη δεν έχει συγκροτηθεί ένας «δήμος»,1 ως προϋπόθεση και πρώτη ύλη μας δημοκρατικής Ευρώπης.

Είναι άλλωστε αμφίβολο, αν θα μπορέσει ποτέ να δημιουργηθεί η ευρωπαϊκή αυτή ταυτότητα, ενόσω λείπει μια συνείδηση ετερότητας απέναντι σε κάποιους «άλλους». Το ζεύγμα ταυτότητας - ετερότητας προϋποθέτει κατά τη γνώμη μου δυο τουλάχιστον στοιχεία, που σπεύδω να σημειώσω.

Πρώτο, προϋποθέτει μια χωροταξία εξωτερικών συνόρων2, ως πραγματική οριοθέτηση και ως πολιτική ιδέα. Οσο αντιλαμβανόμαστε την Ευρωπαϊκή Ενωση ως προθάλαμο της παγκοσμιοποίησης ή ως συνεχόμενη με τις ΗΠΑ και άλλες δυνάμεις υπερδύναμη, η αναγκαία διαφοροποίηση θα λείπει. Κι όμως: η Ευρώπη διαθέτει ιστορικά διαμορφωμένους πολιτικούς και πολιτιστικούς χαρακτήρες, που την ξεχωρίζουν από τις ΗΠΑ, όπως το κράτος πρόνοιας, το κράτος δικαίου (π.χ. καταδίκη θανατικής ποινής και βασανιστηρίων) κι ένα μακραίωνα πολιτισμό. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ριζοσπαστικοί που διαδηλώνουν στις ευρωπαϊκές χώρες ενοποιούνται με συνθήματα κατά της παγκοσμιοποίησης και των ΗΠΑ. Αν η Ευρώπη περιφρουρήσει τις ιδιαίτερες αξίες της, θα μπορέσει να σχηματίσει την ευρωπαϊκή ταυτότητα. Αλλιώς, αυτή θα χαθεί μέσα στη ρευστότητα και στην ώσμωση, την οποία διαμορφώνουν διάφορες συμβάσεις αστυνομικής κ.λπ. συνδρομής, καθώς και τα πανίσχυρα οικονομικά και επικοινωνιακά δίκτυα.

Δεύτερο και συνεχόμενο με το πρώτο προαπαιτούμενο της κοινής ταυτότητας, είναι η δημιουργία ενός κοινού πάθους, στηριζόμενου σε μια κοινότητα συμφερόντων και στη θέαση ενός ανταγωνιστή. Λείπουν όμως ώς τώρα η συγκίνηση3 και η ανταγωνιστικά επενδυμένη αίσθηση της διαφοράς4 που θα φορτίσουν τα ευρωπαϊκά σύμβολα. Οσο προτάσσεται ως αξία ο ελεύθερος οικονομικός ανταγωνισμός, το πάθος θα λείπει, αφού η αγορά «δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αγάπης» (Ζ. Ντελόρ).

Εξίσου ουσιαστικοί όμως είναι οι λόγοι για να ενδιαφερθεί ο πολίτης κατά την ώρα των ευρωεκλογών· λόγοι χειροπιαστοί κι όχι μόνο δεοντολογικής και ηθικοπολιτικής υφής. Από καιρό, συγκεκριμένα, η κοινή γνώμη αποδέχεται ότι η εναλλαγή των μεγάλων κομμάτων στην εξουσία ελάχιστα επηρεάζει τομείς της εθνικής οικονομικής πολιτικής, αφού την τελευταία την προκαθορίζει η Ευρωπαϊκή Ενωση. Αυτή η γενική αντίληψη ήδη προδιαθέτει για την αναγνώριση της σημασίας των πολιτικών - οικονομικών ανταγωνισμών στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών θεσμών. Με άλλα λόγια, αποκαλύπτει την κρισιμότητα των ευρωεκλογών και την ανάγκη παρέμβασης με ψήφο σε ζητήματα καίρια για την ανάπτυξη, την πρόνοια, αλλά και για το κράτος δικαίου, όπως καλά γνωρίζουμε.

Η ανάλυση των λόγων αδιαφορίας ή αντίθετα ενδιαφέροντος για τις ευρωεκλογές, θα μπορούσε να αποτελεί περιεχόμενο μιας εκτενούς μονογραφίας. Και μόνη όμως μια περιδιάβαση των παραπάνω εν συντομία αναφερόμενων στοιχείων οδηγεί σε ένα απρόσμενο εύρημα: οι ουσιαστικοί λόγοι αδιαφορίας για τις εκλογές εκπορεύονται από άνωθεν συστηματικές επιλογές, ήταν σαφώς προβλέψιμοι κι όχι παράπλευροι. Αντίθετα, οι αντίστροφοι λόγοι ουσιαστικού ενδιαφέροντος για τις εκλογές πηγάζουν από λαϊκά συμφέροντα.

Συζητείται χαμηλόφωνα, αλλά παντού πια, η κυρίαρχη τάση στις δυτικές χώρες: η αναζήτηση εργαλείων κοινωνικής συνοχής και ευρύτερων συναινέσεων («ενιαίας σκέψης») οδηγεί στη λεγόμενη μεταπολιτική κατάσταση. Στη δυναμική δηλαδή της αποπολιτικοποίησης, που σε τελική ανάλυση αποδομεί τη δημοκρατία. Ο πολίτης δέχεται και εμπεδώνει το μήνυμα5: η πρόσβαση στις πληροφορίες και στη μαζική επικοινωνία, καθώς και στα κέντρα της ιδιωτικής οικονομίας, αποτελεί δίαυλο ελέγχου των κυβερνήσεων και γενικά της εξουσίας πολύ αποτελεσματικότερο σε σχέση με τη συμμετοχή στις εκλογές.

Για να τονώσουν -θα ’λεγες- αυτήν την εξέλιξη, κάποιοι παραγωγοί θεσμών και ιδεών οδηγούν στη συρρίκνωση της ατομικής πολιτικής δραστηριότητας σε ένα είδος καθωσπρέπει εθελοντισμού ή «φιλανθρωπίας». Διαμορφώνουν την εθελοντική ιδιότητα του πολίτη. Γνωστό βέβαια σε όλους το δεδομένο, ότι ο φτωχός κι ο μετανάστης, ιδρώνοντας για τον επιούσιο, ποτέ δεν μπορούν να μετέχου σε ασκήσεις εθελοντών.

Παράλληλα, ο ίδιος αδιαφανής σχεδιασμός δείχνει να ευνοεί την ανάπτυξη μαζικής πολιτικοποίησης από τη διαχείριση και τα συνθήματα της ακροδεξιάς.6 Ισως κάποιοι πίστεψαν ότι έτσι η πολιτική θα στιγματιζόταν ακόμη περισσότερο. Το παιχνίδι αυτό όμως είναι πολύ επικίνδυνο.

Στη χώρα μας πάντως πολλοί τσιμπούν το δόλωμα της αποπολιτικοποίησης. Ο κίτρινος Τύπος και όσοι συνθέτουν τον τρέχοντα λαϊκισμό αποδομούν την εικόνα των πολιτικών, με τη βοήθεια συχνά των ίδιων των τελευταίων, που αυτοϋπονομεύονται (π.χ. με κατάθεση ύποπτων τροπολογιών στη Βουλή). Ο «έξυπνος» της παραλίας και του καφέ περιφρονεί τις εκλογές. Το μέγιστο μέρος της νεολαίας εξάλλου δεν έχει πια για ινδάλματα πολιτικούς, αλλά τραγουδιστές ποπ ή πρωταθλητές.

Ο κ. Δ. Σαββόπουλος σήμερα, νομίζω, δεν θα εμπνεόταν τον στίχο «στη φοιτητριούλα που σ’ έχει ερωτευτεί, θα σε καταγγείλω πονηρέ πολιτευτή», ελλείψει φοιτητριών που να γοητεύονται από πολιτευτές. Ισως τώρα θα ταίριαζε κάτι άλλο, όπως «στη φοιτητριούλα που ’χει πολιτευτεί, θα σε καταγγείλω πονηρέ τραγουδιστή». Κτήμα κοινό η διαπίστωση ότι για να ευδοκιμήσει η υποψηφιότητα ενός πολιτικού χρειάζεται αυτός να είναι «αναγνωρίσιμος». Προτείνω να ατενίσουμε ήδη την αντιστροφή του μέλλοντός μας: η ανάμιξη στην πολιτική θα αποτελεί ένα μέσο για τον τελικό στόχο, την περιζήτητη αναγνωρισιμότητα.

Αυτές οι εξελίξεις, σε γενικές γραμμές, μοιάζουν να αποτελούν ένα ιστορικό αφήγημα της εποχής.

Φθάνουμε έτσι στο πόρισμα -λύση της άσκησης: η απαξίωση της πολιτικής μεθοδεύεται ως απαξίωση της δημοκρατίας και επομένως της λαϊκής κυριαρχίας.7 Οι πλειοψηφίες έχουν εισέλθει πια στο στόχαστρο όχι μόνο του παγκοσμιοποιημένου «κράτους ασφάλειας»,8 αλλά και των εργολάβων της αποδόμησης της πολιτικής. Σοφή η θέση ότι τα προβλήματα της δημοκρατίας θεραπεύονται μόνο με περισσότερη δημοκρατία. Αναπόφευκτη και εξίσου σοφή η ανάλογη, ότι τα προβλήματα της πολιτικής λύνονται μόνο με πολιτικούς αγώνες.

* Καθηγητής Νομικής στο Α.Π.Θ.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Οπως έδειξε ο Α. Μανιτάκης, το «Σύνταγμα» της Ευρώπης αντιμέτωπο με την εθνική και λαϊκή κυριαρχία (Παπαζήσης, 2004) 112 κ.ε. 2) Μ. Walzer, Η ηθική εντός και εκτός συνόρων (μτφρ. Β. Βουτσάκη, Πόλις 2003) 157 κ.ε. 3) Βλ. εδώ Α. Πανταζόπουλου, Η δημοκρατία της συγκίνησης (Πόλις 2002). 4) Βλ. τον Πρόλογο του Γ. Σταυρακάκη (σελ. 27) στο βιβλίο της Ch. Mouffe, Το δημοκρατικό παράδοξο (μτφρ. Α. Κιοιυπκιολή Πόλις 2004), και τις θέσεις της ίδιας της συγγραφέως, 183 κ.ε. 5. Β. Crick, Democracy (Oxf. Univ. Press, 2002) 119. 6. Σταυρακάκης, ό.π. 22, Sl. Zizek, Καλωσορίσατε στην έρημο του πραγματικού (μτφρ. Β. Ιακώβου, Scripta 2003) 180 κ.ε. 7. Α. Μανιτάκη, ό.π. 24, 8. Ν. Παρασκευόπουλου, Οι πλειοψηφίες στο στόχαστρο (Πατάκης, 2003) 27 κ.ε.

Θέμα επικαιρότητας:
Ευρωεκλογές 2004

Σύνολο: 27 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι