Θύμα του ανθρωπισμού

Μοιάζει για χριστουγεννιάτικο παραμύθι, αλλά είναι πραγματική ιστορία

Διονύσης Γουσέτης, Αυγή, 22/12/2007

Η συνάντηση Ελλήνων και Τούρκων δημοσιογράφων μόλις είχε τελειώσει. Η Κατερίνα ένιωθε ευχαριστημένη από την απροσδόκητη προσέγγιση, αλλά δεν είχε άλλες δυνάμεις να ακολουθήσει τη συντροφιά και στο καθιερωμένο γλέντι. Αποκαμωμένη γύρισε στο ξενοδοχείο της. Έπρεπε να γράψει και το ρεπορτάζ για την εφημερίδα της. Περίμενε τη σειρά της στη ρεσεψιόν να πάρει το κλειδί του δωματίου της, όταν ξαφνικά είδε το κορίτσι να μπαίνει. Φορούσε ένα τρίμμενο παλτό, αλλά κατά τα λοιπά ήταν ευπρόσωπη. Θα ήταν γύρω στα οκτώ. Το λαχάνιασμά της και η τσάντα που είχε στον ώμο πρόδιναν ότι ήρθε κατ’ ευθείαν τρεχάλα απ’ το σχολείο.

- «Μπορώ;», ρώτησε μονολεκτικά τον ρεσεψιονίστα.

Αυτός ένευσε βαριεστημένα με το κεφάλι, σημάδι ότι επρόκειτο για ερώτηση ρουτίνας. Απορημένη η Κατερίνα παρακολούθησε με τα μάτια το κοριτσάκι να προχωράει στο βάθος του σαλονιού όπου βρισκόταν το πιάνο. Κάθησε στο σκαμπό χωρίς καν να βγάλει το παλτό, από μια παρεξηγημένη διακριτικότητα: σαν να επρόκειτο το παλτό της να δώσει ένα παραπάνω βάρος στον καλόγηρο, μια παραπάνω ενόχληση στο ξενοδοχείο. Ακούμπησε δίπλα του στο κάθισμα την τσάντα και άρχισε να παίζει.

- «Τι είναι αυτό το κοριτσάκι;», ρώτησε η Κατερίνα τον ρεσεψιονίστα εντυπωσιασμένη. Έμαθε ότι το λένε Νατάσα. Είναι προσφυγόπουλο από τη Γεωργία. Εκεί, στην πατρίδα του, μάθαινε πιάνο, αλλά εδώ δεν υπάρχουν οι δυνατότητες στους «παλιννοστούντες» γονείς να το στείλουν στο ωδείο. Αυτό όμως επιμένει. Δε θέλει να εγκαταλείψει αυτό που έκανε.

Η Κατερίνα πλησίασε τη Νατάσα και έπιασε κουβέντα. Έμαθε πως είναι μοναχοκόρη, πως είναι πρώτη μαθήτρια, πως τις μέρες της αργίας βοηθάει τη μαμά της. Η Κατερίνα συγκινήθηκε. Έψαξε τους γονείς, τους γείτονες, τη δασκάλα του σχολείου. Μια μέρα έφτανε για όλα αυτά στη μικρή Κομοτηνή. Γυρνώντας έδωσε στο διευθυντή της εφημερίδας το καλύτερο ίσως ρεπορτάζ που είχε γράψει ποτέ: την ιστορία της μικρής Νατάσας.

Το κομμάτι έκανε αίσθηση. Η Κατερίνα δέχτηκε πολλά τηλεφωνήματα που ζητούσαν περισσότερες πληροφορίες. Ένα απ’ αυτά ήταν από κάποιο φιλανθρωπικό σύλλογο κυριών. Οι κυρίες είχαν αγαπήσει τη Νατάσα. Είδαν στο πρόσωπό της το αντικείμενο του φιλανθρωπικού τους ονείρου. Ονειρεύονταν ότι θα βοηθούσαν ένα νέο Σοπέν ή έστω Σγούρο, που, όταν θα έφθανε στο απόγειο της διεθνούς, έστω της ελληνικής, καριέρας του θα τις κατονόμαζε και θα τις ευγνωμονούσε. Έβλεπαν νοητά τις φωτογραφίες τους πλάι στη διάσημη Νατάσα. Η Πολιτεία θα εξήρε το φιλανθρωπικό τους έργο. Μπορεί και η UNESCO. Αποφάσισαν να «υιοθετήσουν» τη Νατάσα. Πλήρης κάλυψη της διατροφής, των εξόδων του σχολείου και, βέβαια, του πιάνου. Η Νατάσα κατέβηκε στην Αθήνα...

Το κορίτσι μεγάλωσε. Έφθασε δεκαπέντε χρονών με αυτή την ιδιόρρυθμη υποτροφία.

Τότε άρχισε να γίνεται ορατό ότι η Νατάσα, όση επιμέλεια και πείσμα να έδειχνε στο πιάνο, δεν επρόκειτο να γίνει ούτε Σοπέν, ούτε καν Σγούρος. Όλοι οι άνθρωποι δεν διαθέτουν τη στόφα του ταλαντούχου καλλιτέχνη. Οι φιλάνθρωπες κυρίες μούδιασαν. Πάει η δόξα, πάει η UNESCO, πάνε οι εύφημες μνείες, πάνε οι φωτογραφίες στις κοσμικές στήλες των εντύπων ποικίλης ύλης. Και τότε η αγάπη μεταλλάχτηκε. Η αγάπη προς στους άλλους είναι ένα σύνολο από ομόκεντρους κύκλους με κέντρο τον εαυτό μας. Διακριτικά αποτραβήχτηκαν, κόβοντας και την υποτροφία.

Ήταν σαν να έκοβαν τη ζωή της Νατάσας. Όχι τόσο που της στερούσαν τους πόρους της επιβίωσης. Κυρίως ήταν που ένιωθε την περιφρόνηση -ή μήπως την αποστροφή;- απέναντι στο πρόσωπό της των μόνων ανθρώπων που ήρθε σε επαφή στη σύντομη ζωή της. Των μόνων που της χάρισαν ένα χαμόγελο.

Η Νατάσα έπαθε σοκ. Άρχισε ν’ αδυνατίζει και να κιτρινίζει. Με τους γονείς της δεν έλεγε ν’ αλλάξει κουβέντα. Ο γιατρός είπε ότι πάσχει από ανορεξία. Είπε ότι αιτία είναι η ανασφάλεια του ασθενούς που θέλει να είναι αρεστός στους άλλους και δεν τα καταφέρνει. Τότε εκείνοι θυμήθηκαν την Κατερίνα. Από την εφημερίδα που πριν επτά χρόνια είχε δημοσιεύσει το άρθρο της, έμαθαν τη διεύθυνσή της. Πήγαν, τη βρήκαν, την παρακάλεσαν να επικοινωνήσει με την κόρη τους. Ίσως σ’ αυτήν να δεχόταν να μιλήσει. Από τότε η Κατερίνα συνοδεύει τακτικά τη Νατάσα στον ψυχίατρο, μήπως το παιδί καταφέρει να ξεφύγει από την καταστροφή. Αν τα καταφέρει και συμφιλιωθεί με τον εαυτό της, μπορεί να συμφιλιωθεί και με το πιάνο που τόσο τη μάγευε. Να ξαναπαίξει. Όχι για τις κυρίες. Ούτε για κανέναν άλλο. Για τον εαυτό της μόνο. Για τον εαυτό της επιτέλους.

e-mail: diongous@central.ntua.gr

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι