Οι ξένοι ανάμεσά μας, τώρα και τότε

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Ελευθεροτυπία, 04/01/2008

Είναι μεσημέρι και οι γονείς φτάνουν ένας - ένας στον παιδικό σταθμό, παραλαμβάνουν τα παιδιά τους και κρατώντας τα από το χέρι αρχίζουν να απομακρύνονται προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Ανάμεσά τους, μια νεαρή γυναίκα με το κοριτσάκι της που όταν τις προσπερνώ το αυτί μου πιάνει ένα κομμάτι από τη συνομιλία τους και συνειδητοποιώ δύο πράγματα: πρώτον, κατάγονται από την Αφρική, και, δεύτερον, μιλούν μεταξύ τους στα ελληνικά - άπταιστα το κοριτσάκι, πολύ καλά η μητέρα του.

Τίποτα το αξιοσημείωτο, θα μου πείτε. Οχι μόνο στην Αθήνα και τις μεγάλες πόλεις, αλλά σε ολόκληρη την Ελλάδα, ακόμη και σε χωριά, βρισκόμαστε συνεχώς δίπλα σε αλλοεθνείς, αλλόθρησκους ή αλλόγλωσσους. Και ό,τι περί αυτού να σκέφτεται ο καθένας μας, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το συνηθίσαμε. Φυσικά είναι φορές που μια εικόνα μάς αιφνιδιάζει, όπως π.χ. όταν είδα δύο Κινεζάκια να λένε τα κάλαντα την παραμονή των Χριστουγέννων. Αλλά μιλώντας γενικά πρόκειται για κάτι αναμενόμενο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως η αντίδρασή μου ήταν διαφορετική· το κοριτσάκι από την Αφρική και η μητέρα του εντάχθηκαν, και πάλι χωρίς να το συνειδητοποιήσω, μέσα σε διαφορετικά συμφραζόμενα επειδή εκείνες τις ημέρες είχα αρχίσει να διαβάζω το βιβλίο του Τάσου Κωστόπουλου «Πόλεμος και Εθνοκάθαρση: η ξεχασμένη πλευρά μιας δεκαετούς εθνικής εξόρμησης, 1912-1922» (εκδόσεις «Βιβλιόραμα»).

Οπως μας προϊδεάζει ο τίτλος, η αφήγηση του Τ. Κωστόπουλου καλύπτει την περίοδο στην οποία τα διάφορα κράτη που προέκυψαν από τη συρρίκνωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στα Βαλκάνια απέκτησαν σταθερά σύνορα και υψηλό βαθμό εθνικής ομοιογένειας έπειτα από έναν δεκαετή πόλεμο όπου ο χθεσινός σύμμαχος γινόταν σημερινός εχθρός, με συνθήκες που χάραζαν και ξαναχάραζαν γραμμές πάνω στον χάρτη, με πληθυσμούς να ξερριζώνονται ή και να εξολοθρεύονται, έτσι ώστε κάθε κράτος να μπορεί να πει ότι στα εδάφη του ζουν επιτέλους μόνο όσοι επικαλούνται κάποιο αρχέγονο δίκιο που φυτρώνει στο χώμα και κυκλοφορεί στις φλέβες. Δηλαδή, το «εθνικό δίκιο» που κάθε λαός επινόησε για να αποτελέσει «αναγκαίο συστατικό στοιχείο των εκατέρωθεν "απελευθερωτικών" εξορμήσεων, προκειμένου η επέκταση της εθνικής επικράτειας να συνοδεύεται από την επιθυμητή πληθυσμιακή ομοιογένεια», όπως γράφει ο Τ. Κωστόπουλος. Και όλα αυτά με την απόλυτη βεβαιότητα που σφυρηλατήθηκε από την τότε ιδεολογία και διατηρείται αμείωτη μέχρι σήμερα στον εθνικιστικό λόγο όλων των εμπλεκομένων, ότι μόνο «εμείς», οι όποιοι εμείς, είμαστε πάντα τα θύματα και ποτέ οι θύτες και συνεπώς μόνο εμείς μπορούμε εν δικαίω να διεκδικούμε. Η τελευταία πράξη αυτού του δράματος παίχθηκε πριν από μερικά χρόνια στην πρώην Γιουγκοσλαβία, απ όπου μας ήρθε η λέξη «εθνοκάθαρση» για να περιγράψει μια πρακτική με την οποία οι λαοί της Εγγύς Ανατολής ήταν ήδη εξοικειωμένοι. Οπως ο κύριος Ζουρντέν έκανε πρόζα πολλά χρόνια πριν το καταλάβει, έτσι κι εμείς κάναμε εθνοκάθαρση πολύ πριν χρησιμοποιήσουμε τον όρο.

Ο εθνικός εμφύλιος στη Γιουγκοσλαβία σίγουρα θυμίζει τους ζοφερούς καιρούς που περιγράφει ο Τ. Κωστόπουλος, αλλά ο τροχός έκανε τον κύκλο του, και σήμερα ζούμε σε έναν κόσμο ο οποίος αρχίζει να μοιάζει με τα παλιά πολυεθνικά μορφώματα, σαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία όπου χριστιανοί και μουσουλμάνοι, Ελληνες, Βούλγαροι, Αλβανοί και κάμποσοι άλλοι ζούσαν ανάκατα, ήταν δίγλωσσοι ή τρίγλωσσοι, και η έννοια της εθνικής ιδιότητας, πόσο μάλλον της καθαρότητας που μεταφράζεται σε ενιαία εδαφική κυριαρχία, ήταν για τους περισσότερους ανθρώπους κάτι αδιανόητο.

Φυσικά άλλο τότε κι άλλο τώρα. Μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα η πολυεθνοτική συγκατοίκηση γινόταν με διαφορετικούς όρους, ενώ σήμερα ο παγκοσμιοποιημένος κόσμος αποτελεί την αντίδραση σε πιέσεις οι οποίες επίσης θα ήταν αδιανόητες πριν από εκατό χρόνια. Ο άνεμος που έφερε την Αφρικανή με το κοριτσάκι της στην Ελλάδα δεν ήταν ο ίδιος με εκείνον που ξερρίζωσε τους Ελληνες της Μικράς Ασίας ή τους Τουρκοκρητικούς. Δεν ξέρω τι συμπεράσματα μπορούμε να βγάλουμε αν συγκρίνουμε τις δύο περιπτώσεις, μια και μιλάμε για διαδικασίες αφάνταστα περίπλοκες και πολυδιάστατες, όπου δεν είναι εύκολο να ξεχωρίσουμε το θετικό από το αρνητικό για να καταλήξουμε σε μια τελική αξιολόγηση. Υπάρχει όμως κάτι το οποίο προβάλλει αρκετά καθαρά: η «εθνική εξόρμηση», όπως την περιγράφει ο Τ. Κωστόπουλος στο βιβλίο του, έγινε στο όνομα μιας ιστορικής ουσίας, είτε αυτή λεγόταν ελληνικότητα, τουρκικότητα ή βουλγαρικότητα, που προσπάθησε να επιβάλλει το διαχρονικό «δίκιο» της διά πυρός και σιδήρου. Αλλά η ιστορία, με την ειρωνεία της η οποία φανερώνεται μόνο όταν συνειδητοποιήσουμε ότι αυτή είναι ο εγγαστρίμυθος και εμείς το ανδρείκελο και όχι το αντίστροφο, έρχεται σήμερα να δείξει ότι το έθνος αποτελεί κι αυτό την απάντηση σε μια ερώτηση που ίσως πάψουμε στο μέλλον να θέτουμε.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι