Οι επιλογές μας και οι συνέπειές τους

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Ελευθεροτυπία, 08/09/2004

Η υπόθεση Κεντέρη, όπως κάθε τι συγκλονιστικό που γίνεται αντικείμενο του δημοσίου λόγου, επιδέχεται διαφορετικές αναγνώσεις. Και αν αναλύσουμε τα γραφέντα και λεχθέντα, θα διαπιστώσουμε πως έχουν δίκιο εκείνοι που μας διδάσκουν ότι για να καταλάβουμε τι συμβαίνει κατασκευάζουμε πάντα μια ιστορία -ο σωστός όρος είναι αφήγηση- η οποία προσδίδει νόημα στα γεγονότα. Λένε επίσης ότι οι παραλλαγές στην πλοκή αυτής της αφήγησης δεν είναι άπειρες αλλά περίπου δεδομένες και γνωστές. Ετσι η εθνική τραυματική εμπειρία μας διαβάστηκε είτε ως Θεία δίκη είτε ως απόδειξη της ματαιότητας που ακυρώνει την πρόσκαιρη επιτυχία ή ως ένδειξη του φθόνου των ουτιδανών κατά του ήρωα ή, στο ίδιο μοτίβο, ως συνωμοσία των ξένων με στόχο την υπερήφανη φυλή μας.

Βάζοντας κατά μέρος όλες αυτές τις προσεγγίσεις, θα ήθελα να σταθώ σε μια ανάγνωση που λειτούργησε διαφορετικά, επειδή δεν κατέφυγε στη λογική της αφήγησης αλλά προσπάθησε να βάλει στη συζήτηση ένα στοιχείο κριτικής. (Δηλαδή να φέρει στο φως αντιφάσεις). Σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή, καίρια σημασία έχει η αναντιστοιχία ανάμεσα στους στόχους μας και στα μέσα που χρησιμοποιούμε για να τους πετύχουμε ή γενικότερα, ανάμεσα στις επιλογές μας και στις συνέπειές τους.

Μέσα από μια τέτοια οπτική το πρόβλημα διευρύνεται πέραν του Τζέκου και περιλαμβάνει όλους εμάς, όπως ήδη επισήμαναν μερικοί. Εμάς -και δεν εννοώ μόνο τους Ελληνες- που θέλουμε τον όποιο Κεντέρη να τρέχει σαν τον άνεμο, αλλά «καθαρός», και αρνούμαστε να δεχθούμε ότι οι προσδοκίες μας δεν θα γίνουν πραγματικότητα αν δεν συμβούν κάποια πράγματα τα οποία μετά βδελυγμίας απορρίπτουμε. Εμας -και εννοώ μόνο τους Ελληνες- που δεν αμφισβητούμε το ντοπάρισμα του Κεντέρη και το καταδικάζουμε, αλλά κραυγάζουμε το όνομα του «αδικημένου» πρωταθλητή μας.

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στον αθλητισμό. Θα έλεγα ότι αποτελεί σύμπτωμα μιας γενικότερης παθολογίας που χαρακτηρίζει την κοινωνία και εκδηλώνεται κυρίως στην πολιτική. Αν η πολιτική ήταν απλώς ό,τι φαίνεται, δηλαδή σύγκρουση διαφορετικών απόψεων περί τα κοινά, το πράγμα δεν θα παρουσίαζε πολλές δυσκολίες. Η πολιτική όμως κρύβει μια άλλη, πολύ πιο ύπουλη, εσωτερική σύγκρουση: ανάμεσα σε κείνο που ζητάμε και στις συνέπειές του. Το μεν το βροντοφωνάζουμε, το δε κάνουμε πως δεν το βλέπουμε.

Δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα: τα τελευταία χρόνια η έμφαση έχει μετατοπισθεί από το δημόσιο και το κοινωνικό στο ατομικό. Ερχονται όμως στιγμές που ο «σύγχρονος» πολιτικός λόγος επικαλείται το «συμφέρον του κοινωνικού συνόλου» ή κάτι εξίσου ηχηρά παρόμοιο. Επικαλείται δηλαδή αυτό που απέρριψε για να συγκροτηθεί ως πολιτικός λόγος, με άλλα λόγια δεν αποδέχεται τις συνέπειες, οι οποίες απορρέουν από τις δικές του αρχικές επιλογές. Οταν το ατομικό όφελος γίνεται το μόνο ενεργό κίνητρο, τι νόημα έχει η επίκληση του «κοινωνικού συνόλου»;

Κάτι ανάλογο βλέπουμε και στ’ αριστερά. Εδώ η διακήρυξη της πολιτικής ταυτότητας, «είμαι και παραμένω αριστερός», αποκτά τόσο μεγάλη σημασία, ώστε οποιαδήποτε συζήτηση για το τι συνεπάγεται η εν λόγω ιδιότητα κρίνεται περιττή ή ακόμα και ύποπτη. Οποιος δηλώνει αριστερός αισθάνεται τόσο υπέροχα και τόσο ηθικά ανώτερος, ώστε το τελευταίο πράγμα που θέλει να σκεφτεί είναι οι συγκεκριμένες συνέπειες και υποχρεώσεις της επιλογής του. (Με την οποία παρεμπιπτόντως συμφωνώ, αλλά τη βρίσκω ζόρικη στις μέρες μας.)

Αυτή την κρυφή και αφάνταστα σημαντική αντίφαση συνέλαβε και εκμεταλλεύτηκε κυνικά ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο πολιτικός που «έπιασε το σφυγμό του Ελληνα». Η συνταγή απλή: ρητορικός ριζοσπαστισμός για τα γενικά και ταυτόχρονα ατομική ιδιοτέλεια.

Οσοι τον λάτρεψαν δεν αναγκάστηκαν ποτέ να πληρώσουν, σε προσωπικό επίπεδο, τη ριζοσπαστικότητά τους. Αντίθετα, την εισέπραξαν. Γιατί ο Ανδρέας φρόντισε να ντύσει με μεγάλα και μαχητικά λόγια την αρπακτικότητα πολλών οπαδών του. (Οχι όλων φυσικά).

Το να παίρνεις προνομιακό δάνειο, επιδότηση ή κρατική εργολαβία, το να διορίζεσαι στο Δημόσιο, δεν ήταν πια ένδειξη φαυλοκρατίας αλλά η κατάληξη μιας άλλης αφήγησης που κυριάρχησε στη Μεταπολίτευση: «Ο αγώνας τώρα δικαιώνεται»! Γι’ αυτό μειδιώ όταν ακούω μερικούς να λένε ότι το ΠΑΣΟΚ συμβιβάστηκε με το σύστημα επί Σημίτη. Οχι, το ΠΑΣΟΚ έγινε το σύστημα όταν άρχισε να δίνει πρόωρες συντάξεις και να διορίζει αργόμισθους. Και όλοι ξέρουμε πότε άρχισε.

Το γιατί πέρασε απαρατήρητο έχει να κάνει με το ανησυχητικό γεγονός ότι εδώ στην Ελλάδα, ίσως περισσότερο από αλλού, δεν μάθαμε ποτέ να αντιμετωπίζουμε τις συνέπειες των δικών μας επιλογών, των δικών μας πεποιθήσεων. Γι’ αυτό ο Ανδρέας αγιοποιήθηκε και ο Κεντέρης επευφημήθηκε από εκείνους που καταδικάζουν το ντοπάρισμα.

Θέμα επικαιρότητας:
Αθήνα 2004

Σύνολο: 25 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι