Δεν τελειώνουν οι συνέπειες της "απογραφής"

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή, 24/10/2004

Ολοένα και πιο ανησυχητικές διαγράφονται οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Τις οδυνηρές συνέπειες της δημοσιονομικής απογραφής της κυβέρνησης δεν τις έχουμε δει ακόμα, όπως προειδοποίησαν σαφώς οι σκληρές δηλώσεις του επιτρόπου Χοακίν Αλμούνια και οι τοποθετήσεις των Ευρωπαίων υπουργών στο Συμβούλιο Ecofin την περασμένη εβδομάδα. Αλλά αν στα δημόσια οικονομικά η κατάσταση διαμορφώνεται πολύ δυσμενέστερη παρόσο θέλει να την απεικονίζει το προσχέδιο του προϋπολογισμού, οι συνθήκες επιδεινώνονται και στον ιδιωτικό τομέα. Στη μεταολυμπιακή κάμψη και στο ακριβό πετρέλαιο προστίθενται οι σπασμωδικές κυβερνητικές πρωτοβουλίες στο όνομα της "διαφάνειας", που κινδυνεύουν να ανακόψουν ακόμα περισσότερο την παραγωγική και επενδυτική δραστηριότητα.

Οι φθινοπωρινές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που θα ανακοινωθούν μεθαύριο Τρίτη, ανεβάζουν το φετεινό δημόσιο έλλειμμα της Ελλάδας στο 5,5% του ΑΕΠ, από 5,3% που το εκτιμούσε ως τώρα η κυβέρνηση,σύμφωνα με πληροφορίες από τις Βρυξέλλες, που δημοσίευσε χθες η \"Αυγή"\. Παρατηρητές των δημοσιονομικών πραγμάτων φοβούνται άλλωστε μήπως φτάσει τελικά ακόμα υψηλότερα, θεωρώντας πιθανό να διαψευσθούν οι ελπίδες του υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, τα φορολογικά έσοδα να αυξηθούν με ρυθμό 16% το τελευταίο τετράμηνο φέτος, όπως θα απαιτούνταν για να υπερσκελίσουν το 4,7% του οκταμήνου και να φθάσουν το προσδοκώμενο 8,3% για ολόκληρο το έτος.
Το κρίσιμο πρόβλημα όμως αφορά το 2005, όπου το προσχέδιο του προϋπολογισμού και τα επιχειρήματα του κ. \Αλογοσκούφη\ προφανώς δεν έπεισαν τις υπηρεσίες της Επιτροπής για τη δυνατότητα περιορισμού του ελλείμματος στο 2,8% του ΑΕΠ. Παρά τις κατηγορηματικές διαβεβαιώσεις του υπουργού, προχθές ακόμα, ότι ο στόχος αυτός ισχύει, οι φθινοπωρινές προβλέψεις το τοποθετούν στο 3,6% του ΑΕΠ, και μόνο για το 2006 το κατεβάζουν στο 3%, και πάντως όχι χαμηλότερα. Επιπλέον προσγειώνουν το ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ από 3,8% φέτος, σε 3,3% το 2005 και το 2006, αισθητά χαμηλότερα από το 3,9%, στο οποίο στήριξε το προσχέδιο του προϋπολογισμού ο υπουργός Οικονομίας. Ούτε για τον πληθωρισμό προβλέπουν κάποια βελτίωση, αφού από 3% στο τέλος του 2004, τον διατηρούν στο 2,9% το 2005 και το 2006.

Οργισμένο Ecofin

Η εικόνα αυτή, σαφώς χειρότερη από εκείνην που προβάλλει ως τώρα η κυβέρνηση, επιδεινώνει ακόμα περισσότερο το πλαίσιο για την επικείμενη συζήτηση του ελληνικού προϋπολογισμού το Νοέμβριο στο Συμβούλιο Ecofin. Εκεί θα ληφθούν οι αποφάσεις που αναμένονται ιδιαίτερα σκληρές. Αλλά κακό ήταν το κλίμα ήδη στο Ecofin της Πέμπτης, που μετά από αρκετές και οξείες βολές κατά της Ελλάδας - αλλά και κατά της Επιτροπής διότι δεχόταν στο παρελθόν τα παραποιημένα, όπως εμφανίζονται σήμερα, ελληνικά δημοσιονομικά στοιχεία - κατέληξε στη νέα, δεύτερη μέσα σε 40 μέρες, ανακοίνωση για την ελληνική περίπτωση.
Από μισή φράση της ανακοίνωσης αυτής πιάστηκε προχθές ο κ. Αλογοσκούφης - "Το Συμβούλιο αναγνώρισε τη βούληση και τις προσπάθειες των ελληνικών αρχών να εργαστούν με την Επιτροπή για να αποσαφηνίσουν τα ζητήματα" - για να την αξιοποιήσει υπέρ της παρούσας κυβέρνησης και να εξαπολύσει και πάλι δριμεία επίθεση κατά των προκατόχων του του ΠΑΣΟΚ, ακόμα και κατά των επιστημονικών τους συμβούλων που ασκούν δημόσια κριτική στις μεθοδεύσεις της απογραφής, αντί "να απολογηθούν για τις πράξεις τους"! Το επίμαχο δεύτερο μισό της πρότασης, που τον καλεί να παράσχει όλα τα απαραίτητα στοιχεία για να ολοκληρωθεί η έκθεση της Επιτροπής πριν το Συμβούλιο του Νοεμβρίου, το αντιπαρήλθε λέγοντας ότι δεν έχει άλλα στοιχεία, μόνο θα δώσει όσες διευκρινίσεις ζητηθούν.

Φόβοι για το 1999

Ετσι όμως ο κ. Αλογοσκούφης διόλου δεν αποσόβησε τις ανησυχίες ότι το έλλειμμα του 1999, με βάση το οποίο η Ελλάδα είχε κριθεί ότι πληρούσε τα κριτήρια για την ένταξη στην ΟΝΕ, κινδυνεύει να εμφανισθεί τώρα πάνω από 3%. Αυτό θα ήταν το μέγιστο πλήγμα στην αξιοπιστία της χώρας, που θα κατηγορούνταν πλέον στοιχειοθετημένα ότι μπήκε στο ευρώ εξαπατώντας την Ευρωπαϊκή Ενωση.
Πριν ένα μήνα ακόμα, οι αρμόδιοι του υπουργείου απέκλειαν ένα τέτοιο ενδεχόμενο, αφού, σε συνεννόηση με την Eurostat, είχαν κατανείμει τις υπερβάσεις από το νέο τρόπο καταγραφής των εξοπλιστικών δαπανών στα χρόνια 2000-2002, ακριβώς για να μην επηρεασθεί το 1999. Δεν είχαν προβλέψει όμως πόσο μεγάλο πρόβλημα αξιοπιστίας θα δημιουργούσαν με τις ενέργειές τους αυτές, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στην ίδια την Επιτροπή, η οποία έχει αγανακτήσει με τις αδιάκοπες βολές που δέχεται για την ελληνική περίπτωση.
Μετά τις τελευταίες συζητήσεις με την Eurostat η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία ήδη έχει ανεβάσει το έλλειμμα του 1999 στο 2,7% του ΑΕΠ, από 1,8% που είχε επίσημα αναγνωρισθεί τότε. Ενώ εκκρεμεί πιθανή νέα αποστολή της Eurostat στην Αθήνα, ο κ. \Αλμούνια\ άφησε ανοικτή μια πρόσθετη αναθεώρηση των ελλειμμάτων για τα χρόνια 1997-1999. Το 2,7% μπορεί πολύ εύκολα να γίνει πάνω από 3%, π.χ. με την αναδρομική καταγραφή δαπανών από την κεφαλαιοποίηση τόκων κρατικών ομολόγων της εποχής εκείνης...

Δεν έφταιξαν οι Αγώνες

Ολη αύτη η λογιστική αναδρομή στο παρελθόν αποπροσανατολίζει από την αναγκαία ενασχόληση με το εξαιρετικά διογκωμένο φετεινό δημοσιονομικό έλλειμμα. Στη νηφάλια ανάλυση της πρόσφατης έκθεσης της Τράπεζας της Ελλάδος η επιδείνωση αποδίδεται κυρίως στην υπέρβαση των δαπανών του τακτικού προϋπολογισμού κατά 2,1% του ΑΕΠ, καθώς σε σύγκριση με το 2003 αυξήθηκαν κατά 13,9% από 3,9% που προβλεπόταν. Πρόκειται ιδίως για τις δαπάνες προσωπικού, επιχορηγήσεων και καταναλωτικές, ενώ οι υπερβάσεις των Ολυμπιακών δαπανών μόλις φθάνουν στο 0,2% του ΑΕΠ, μαζί δε και με τις δημόσιες επενδύσεις στο 0,7% του ΑΕΠ (1,15 δισ. ευρώ). Αυτό σημαίνει ότι από τη φετεινή υπέρβαση του ελλείμματος κατά 3,1% του ΑΕΠ, το 2,4% (4 δισ. ευρώ) δεν έχει σχέση με τους Ολυμπιακούς Αγώνες!
Τίς φετεινές υπερβάσεις δεν μπορούσε να τις αποτρέψει, έλεγε προχθές ο κ. Αλογοσκούφης απαντώντας σε ερωτήσεις δημοσιογράφων, διαβεβαίωνε όμως ότι δεν θα επαναληφθούν τον επόμενο χρόνο...



Οι επιχειρήσεις δεν παρακολουθούν την κυβέρνηση

Η συγκράτηση του δημοσίου ελλείμματος το 2005 επιδιώκεται στο προσχέδιο του προϋπολογισμού κατά κύριο λόγο με την περικοπή των δημοσίων επενδύσεων. Αυτή όμως θα επηρεάσει σημαντικά και την παραγωγική και επενδυτική δραστηριότητα του ιδιωτικού τομέα. Δεν είναι τυχαίο ότι ο ΣΕΒ, που πάγια υποστηρίζει τη μείωση των δημοσίων δαπανών, επέκρινε ως αντιαναπτυξιακή τη συρρίκνωση των δημοσίων επενδύσεων. Σαφείς αποστάσεις από τους κυβερνητικούς χειρισμούς στη δημοσιονομική απογραφή πήρε επιπλέον ο πρόεδρος του ΣΕΒ Οδυσσέας Κυριακόπουλος, επισημαίνοντας ότι σπαταλήθηκε πολύτιμος χρόνος για την οικονομία και ότι επλήγη η εικόνα της χώρας διεθνώς.
Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, η έμφαση που δίνει τελευταία η κυβέρνηση στο θέμα της διαφάνειας και οι καταγγελίες κατά της διαπλοκής εξυπηρετούν την επιδιωκόμενη συγκράτηση των δημοσίων επενδυτικών δαπανών, καθώς οδηγούν στην καθυστέρηση ή αναβολή προγραμματισμένων έργων. Αλλοι διαβλέπουν εδώ την πρόθεση "να ξαναμοιρασθεί η πίτα", διαδικασία που πάντως και αυτή συνεπάγεται καθυστερήσεις.
Αλλά η απουσία αποσαφηνισμένης άποψης της κυβέρνησης για το ρόλο των μεγάλων οργανωμένων ιδιωτικών επιχειρήσεων - δεν είναι και τόσο πολλές στη χώρα - η επίμονη προσπάθεια ελέγχου μέσω των διορισμένων διοικήσεων στις επιχειρήσεις και τράπεζες δημοσίου ενδιαφέροντος, οι οποίες έχουν και ιδιώτες μετόχους, καθώς είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο, και το συγκεχυμένο γενικότερο καταγγελτικό κλίμα λειτουργούν ανασταλτικά στην ενγένει επιχειρηματική/επενδυτική δραστηριότητα και πέρα από τις δημόσιες αναθέσεις.
Με το ενδεχόμενο σύστασης εξεταστικής επιτροπής στη Βουλή για το Χρηματιστήριο να αιωρείται και με τις σχετικές διώξεις να είναι σε εξέλιξη, φαίνεται άλλωστε εξαιρετικά αβέβαιη η προοπτική ιδιωτικοποιήσεων ύψους 1,6 δισ. ευρώ το 2005, στην οποία βασίζεται ο κ. Αλογοσκούφης για να αντλήσει σημαντικά έσοδα.

Απαλλακτικό βούλευμα για το 1999

Αποτρεπτικά πάντως στη συνέχιση της αναδρομικής σκανδαλοθηρίας θα πρέπει να λειτουργήσει το απαλλακτικό βούλευμα που εξέδωσε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών στη δίκη των διοικήσεων του Χρηματιστηρίου και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, που είχαν κατηγορηθεί για παραβίαση καθήκοντος επειδή δεν προστάτευσαν τους (μικρο)επενδυτές από την κατάρρευση του 1999. "Μετά ταύτα καθίσταται φανερό", καταλήγει το βούλευμα, "ότι μόνο το γεγονός της απότομης ανόδου και πτώσης των τιμών των εισηγμένων μετοχών δεν είναι στοιχείο ικανό να στοιχειοθετήσει το συμπέρασμα ότι οι κατηγορούμενοι με πρόθεση παρέβησαν τα καθήκοντα της υπηρεσίας τους, έχοντας τον πρόσθετο σκοπό να ωφελήσουν τους μετόχους όλων συνολικά των εισηγμένων μετοχών και παράλληλα να βλάψουν ολόκληρο το επενδυτικό κοινό."

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι