Η αριστερή οικειότητα

Ανδρέας Πανταζόπουλος, Ελευθεροτυπία, 10/11/2004

Είναι εύκολο να σκεφτεί κανείς τους λόγους για τους οποίους η «κοινωνία» δεν ενδιαφέρεται για τα τεκταινόμενα στους κόλπους της Αριστεράς στην Ελλάδα, και ειδικά στον Συνασπισμό, εν όψει της προσεχούς αλλαγής της ηγετικής του ομάδας. Οι λόγοι αυτοί ταυτίζονται με τους λόγους μιας ιστορικής αποτυχίας παγκόσμιας κλίμακας, με την πτώση όχι μόνο της επαναστατικής, αλλά και της μεταρρυθμιστικής προοπτικής, με την αβάσταχτη εμπειρία του «υπαρκτού», με τον καλπάζοντα κοινωνικό κονφορμισμό, με την απόσυρση της πολιτικής.

Στους λόγους αυτούς θα έπρεπε να προστεθεί και ένας ακόμα, ιδιαίτερα ελληνικός, ο οποίος διαπερνά τους προηγούμενους σαν ηλεκτρικό ρεύμα.

Η αποτυχία της Αριστεράς, σε όλες της τις διαστάσεις, δεν μπορεί να μη συσχετίζεται με την αδυναμία της να επεξεργαστεί, να προτείνει και να υπηρετήσει, σε όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης, όχι προγράμματα και ιδεολογίες, αλλά την ιδέα μιας ιδιαίτερης «κοινότητας πεπρωμένου» για τα μέλη, τους ψηφοφόρους της και το εν δυνάμει κοινωνικό της ακροατήριο. Ελειψε δηλαδή ένας αριστερός κοινωνιοκεντρισμός, ένα απτό πολιτικό-πολιτισμικό σχέδιο οργάνωσης της κοινής ζωής των αριστερών και των εν δυνάμει αριστερών, αυτό που στην παλαιο-κομμουνιστική γλώσσα εξέφραζε με τον τρόπο του ο όρος της «αντι-κοινωνίας».

Θα έλεγε κανείς ότι ιδιαίτερα στο χώρο της λεγόμενης ανανεωτικής Αριστεράς, αυτή η απουσία ήταν ιδιαίτερα αισθητή, οι μικρές και εφήμερες εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Σκέφτομαι κυρίως τους «Ρηγάδες», τον ΔΑ.ΔΕ., στο πανεπιστήμιο της μεταπολίτευσης. Αν μπόρεσαν να υπάρξουν πολιτικά για κάποια χρόνια ως υπολογίσιμη και διακριτή δύναμη, αυτό δεν οφειλόταν μόνο στο ότι έλεγαν κάτι διαφορετικό, αλλά ότι αυτό το διαφορετικό συνοδευόταν και από έναν διαφορετικό τρόπο ζωής, ήταν μια ξεχωριστή πρόταση πολιτικού πολιτισμού, όπως συνηθίζουμε πλέον να λέμε σήμερα. Το «βίωμα» αυτό έπαιξε το δικό του αναντικατάστατο ρόλο στη συντήρηση του χώρου της ανανεωτικής Αριστεράς, παρά τις κατά καιρούς σοβαρές εσωτερικές του εντάσεις. Αλλες, μικρότερες σε μέγεθος αλλά ανάλογου τύπου εξαιρέσεις θα μπορούσαν να ανιχνευθούν στο χώρο του πολιτισμού και των γραμμάτων, των ομάδων γύρω από περιοδικά και πολιτικο-επιστημονικές επιθεωρήσεις.

Ωστόσο, από μόνες τους αυτές οι χαλαρές κοινότητες δεν μπόρεσαν να υπερβούν τα σύνορά τους. Εδώ, ο πολιτικός φορέας αναφοράς τους, το ΚΚΕ εσ. μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980, θα έλεγε κανείς ότι δεν ανταποκρίθηκε στα στοιχειώδη: να συνοψίσει τη διάσπαρτη εμπειρία των μελών του και των κριτικά συνοδοιπορούντων, να της προσδώσει κοινωνικό περιεχόμενο και να την προτείνει ως αντι-παράδειγμα εναλλακτικού πολιτικού ήθους και προοπτικής. Η μείζων αυτή απουσία κόστισε και κοστίζει στην Αριστερά στο σύνολό της.

Γιατί αναδιπλασιάζεται από μια άλλη, αφού καμιά άλλη αριστερή κοινότητα, δημοκρατικά οργανωμένη, δεν ξεπήδησε από τον μεταπολιτευτικό ριζοσπαστισμό. Κανένα κοινωνικό κίνημα δεν κατάφερε να οργανώσει, εν μέρει έστω, τη μεταπολιτευτική άνοιξη, έτσι το κοινωνικό τοπίο έγινε βορά της «υπερπολιτικοποίησης», της εθνικο-λαϊκής «κοινότητας» του ΠΑΣΟΚ και της στείρας και συντηρητικής αντι-ιμπεριαλιστικής «ενότητας» του ΚΚΕ.

Η σημερινή εικόνα του κατακερματισμένου, αλλά υπαρκτού, παρ’ όλα αυτά, χώρου της ανανεωτικής, οικολογικής κ.λπ. Αριστεράς, όπου οι πολύμορφες αποκλίσεις είναι πολύ περισσότερες από τις συγκλίσεις, θα έπρεπε να θέτει προς συζήτηση τους όρους μιας τέτοιας δυναμικής κοινής συμβίωσης. Οχι απλώς μιας πολιτικής ενότητας, όχι μιας σύμπτωσης σε έναν ιεραρχημένο πίνακα διεκδικήσεων- αυτό το κάνουν πολύ καλύτερα τα συνδικάτα, ακόμα και στη σημερινή παρακμιακή τους περίοδο-, αλλά μιας ανοιχτής, δημοκρατικής και πλουραλιστικής οικογένειας, διακριτής με σαφήνεια από τις υπόλοιπες, ιδιαίτερα από τις θεωρούμενες ως «συγγενικές» της.

Ηέκβαση ενός τέτοιου στοιχήματος δεν είναι δεδομένη. Πολλοί είναι οι λόγοι οι οποίοι συνηγορούν για το αντίθετο. Αυτό το οποίο σήμερα καταρχήν διακυβεύεται είναι η ίδια η αυτονομία του χώρου. Αλλά είναι μάταιο, ακόμα και παραπλανητικό, να μιλάει κανείς για την οποιαδήποτε αυτονομία, αν προηγουμένως δεν έχει αποκρούσει τις πρωταρχικές σημερινές, ορατές, πολιτικές απειλές της πολιτισμικής και πολιτικής ετερονομίας του, απειλές οι οποίες δεν ταυτίζονται κατ’ ανάγκη με τις χθεσινές που είχε να αντιμετωπίσει η «ανανεωτική κουλτούρα».

Θα συνόψιζα αυτές τις μείζονες απειλές κατάργησης της αυτονομίας του χώρου τόσο στον ακάθεκτο νεο-προοδευτισμό όσο και στον ανοιχτό ή και «ταξικά-αντιιμπεριαλιστικά» εξωραϊσμένο εθνικισμό που τον περιβάλλουν και ενίοτε τον διαπερνούν.

Η ανανεωτική, δημοκρατική και οικολογική Αριστερά θα έπρεπε να επινοήσει ένα παράδειγμα μιας νέας αριστερής οικειότητας, πολιτικής και πολιτισμικής, για αριστερούς, υποδεικνύοντας χωρίς ταμπού τούς δύο αυτούς εχθρούς της. Η αποδέσμευση της ανανεωτικής Αριστεράς από τις συμπληγάδες του τριπολισμού προϋποθέτει θαρραλέα πολιτική αρχών, προϋποθέτει «αντι-κοινωνία», την οικειότητα μιας ανοιχτής και διαλογικής κοινότητας αριστερών, οι οποίοι επανεπινοούν το χώρο τους με ορθολογικό τρόπο, ορίζοντας με σαφήνεια τους εχθρούς τους. Θα χρειαστεί να επανέλθουμε.

* Ο Α. Πανταζόπουλος διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ

Θέμα επικαιρότητας:
Μπροστά στο ΣΥΝέδριο

Σύνολο: 45 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι